Αλγέρι, Ιανουάριος 2003.Η ταινία κεντράρει στις ζωές τριών γυναικών παγιδευμένων μέσα στον αυξανόμενο φονταμενταλισμό του Ισλαμικού κόσμου και τον κοσμοπολίτικο μοντερνισμό μιας δυτικής πόλης, τριών γυναικών εξόριστων στην ίδια τους την πατρίδα.
Η μάνα, η κόρη και η πόρνη, ζουν σ ένα φτηνό ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλης.
Η όμορφη Γκουσέμ (Lubna Azabal) ζει διπλή ζωή ανάμεσα στην παράδοση και στη μοντέρνα κοινωνία, με συνεχείς συγκρούσεις με την μητέρα της που επιθυμεί να την παντρέψει. Τη μέρα δουλεύει σε ένα φωτογραφείο και τις νύχτες γυρίζει στα κλαμπ –κάνοντας περιστασιακές σχέσεις με αγνώστους. Ταυτόχρονα έχει σχέση μ έναν γιατρό-που συνεχώς της υπόσχεται ότι θ αφήσει τη γυναίκα του για να την παντρευτεί.Η Φίφη (Nadia Kaci), είναι η γειτόνισσά τους, μια χαρούμενη πόρνη που προστατεύεται από τον ισχυρό φίλο της.
Η μάνα (Biyouna), τρώει πίτσες μπροστά σην τηλεόραση όλη μέρα, διχασμένη ανάμεσα στο φόβο και τη νοσταλγία. Πρόκειται για την κάποτε διάσημη “Papicha”, πρώην χορεύτρια εξωτικών χορών σε καμπαρέ της πόλης, τώρα χήρα, που κρύβεται από τους τρομοκράτες που ψάχνουν να την σκοτώσουν. Παρακινημένη από το θαυμασμό της μικρής κόρης του ξενοδόχου, αποφασίζει να ξαναγυρίσει στη σκηνή, όταν μαθαίνει επίσης πως το διάσημο καμπαρέ στο οποίο κάποτε χόρευε πρόκειται να γίνει τζαμί.(Τα υπόλοιπα επι της οθόνης).

Ο τίτλος της ταινίας Viva Laldjérie είναι ένα μίγμα της γαλλικής λέξης για την Αλγερία (“Algérie”) με την αντίστοιχη αραβική (“El Djazair”) .
Ο σκηνοθέτης Nadir Moknèche θεωρείται η απάντηση της Αλγερίας στον Pedro Almodovar :
- Οι αλγερινοί έχουν την σχέση με την εικόνα τους μπλοκαρισμένη. Αρχισαν βλέποντας τον εαυτό τους μέσα από το μάτι του αποικιοκράτη και μετά όταν ήρθε η απελευθέρωση, σαν αρχέτυπα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ο μαχητής, ο αγρότης, ο εργάτης. Ποτέ σαν μεμονωμένες προσωπικότητες, με το δικό τους χαρακτήρα.
- Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων βάλαμε την κάμερα σε όλα τα σημεία της πόλης: στους κεντρικούς δρόμους, σε μέρη δημοφιλή όπως η Πλατεία Μαρτύρων, στην Κάσμπα και ποτέ δεν μας ανάγκασαν να φύγουμε. Οι άνθρωποι πλησίαζαν να μας χαιρετίσουν, να μου πουν ότι είναι περήφανοι που ένας νέος αλγερινός σκηνοθέτης γυρίζει στην χώρα του με επαγγελματικό συνεργείο για να τους «πάρει με την κάμερα».
- Η εμμονή τους ήταν να δείξουν στον κόσμο ότι είναι «φυσιολογικοί». Ότι η Αλγερία δεν είναι ούτε Καμπούλ, ούτε Τεχεράνη. Εχω την αίσθηση ότι οι άνθρωποι πια άρχισαν ν αγαπούν τον εαυτό τους, να τον αποδέχονται, έχουν την επιθυμία να κοιταχτούν στον καθρέφτη και να αποτινάξουν από πάνω τους την είτε αποικιοκρατική είτε φολκλορική εικόνα που παρουσίαζαν μέχρι σήμερα.
- Μια βαθειά μεσογειακή πόλη, όπως πολλές στην Ισπανία ή στα Βαλκάνια, όπου συνυπαρχουν η ευρωπαική και η μουσουλμανική αρχιτεκτονική, το φως του χειμώνα, η πράσινη φύση, η εθνική οδός, τα μισοτελειωμένα κτήρια, αυτό είναι το σημερινό Αλγέρι.
Ο άλλος λόγος που σας παρουσιάζω την ταινία είναι η υπέροχη μουσική της : Raï music, λέξη που αρχικά σημαίνει «κριτική και προσωπική ματιά», είναι η μουσική του περιθωρίου. Τραγουδισμένη μέσα στα καμπαρέ και γραμμένη σε κασέτες που πουλιούνται σ όλη τη χώρα, έχει γίνει μια εθνική μουσική της χώρας, σε αντίθεση με τα άλλα είδη που παραμένουν τοπικά.
Αντιπρόσωποι, ο τραγουδιστή Cheb Abdou με το "I love a policeman, but his heart is for a prisoner", και η τραγουδίστρια Cheba Djenet με το "I don't work for pimps".
(οι γνώσεις μου πάνω στην πολιτική και στο τραγούδι είναι ελάχιστες, βαδίζω με το ένστικτο: είδα τρεις γυναίκες εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους αλλά θαυμάσιες, γεμάτες επιθυμία να ζήσουν, να ταλαντεύονται ανάμεσα στην παράδοση και το μέλλον-και να διαλέγουν τη ζωή. Και βγήκα από τον κινηματογράφο προσπαθώντας να κρατήσω ζωντανό στην μνήμη μου το τραγούδι της Cheba Djenet).
(Και όπως βλέπετε ΔΕΝ ξέρω να κάνω λινκς με τραγούδια!).
* * * * * * *