20.10.15
8.9.13
παραλήρημα για την Αθήνα, που συχνά επαναλαμβάνεται
Το ομορφότερο κομμάτι της ζωής μου το ζω στην Αθήνα.
28.4.13
ο ήλιος της άνοιξης
Η όμορφη, όμορφη Αθήνα. Ποιός μπορεί να πει ότι υπερβάλλω ή ονειροβατώ; Ορίστε, οι φωτογραφίες είναι ότι είδαν (ότι διάλεξαν να δουν, ναι) τα μάτια μου σήμερα το μεσημέρι.
Είναι ο ήλιος της άνοιξης που κάνει τις σκιές δυνατές. Είναι η αντίθεση με την Ιερά Οδό που κάνει τα δίπλα στενά να φαίνονται παράδεισος ησυχίας σε σύγκριση μαζί της. Είναι κι αυτά τα ακροκέραμα στις στέγες, παλιά ή καινούργια, που δεν υπήρχαν στα σπίτια της Θεσσαλονίκης κι έτσι έχουν δια παντός συνδεθεί στο μυαλό μου με την Αθήνα. Με μια ζωή άλλη, από την αρχή.
19.7.10
τυρκουάζ
Tο Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης είναι ένα τμήμα του Μουσείου Μπενάκη που στεγάζεται σε ένα αναπαλαιωμένο κτήριο στην οδό Αγίων Ασωμάτων.
Είναι υπέροχη η Αθήνα όταν είναι άδεια, καλοκαίρι, Σάββατο, νωρίς το πρωί: έφτασα στο σταθμό του Θησείου κανένα τέταρτο πριν το ραντεβού μου. Έκατσα σ'ένα τσιμεντένιο παγκάκι, κάτω από ένα γιασεμί, και δεν το πίστευα πως μπορεί όλα γύρω να είναι τόσο όμορφα.
Το μουσείο είχε 4 ορόφους: χαζέψαμε τα αντικείμενα ισλαμικής Τέχνης (για τα οποία ΔΕΝ είχαμε πάει) και τις ζωγραφιές της Άννας Μπογκιγκιάν (για τις οποίες είχαμε πάει και οι οποίες ήταν τοποθετημένες ανάμεσα στα μόνιμα/ισλαμικά εκθέματα).
Έχει χαλιά και πόρτες ξυλόγλυπτες, καφασωτά παραθύρων απ'όπου έμπαινε ο ήλιος κι έβγαινε σε σχέδια από την άλλη πλευρά, μεταλικούς αστρολάβους και πυξίδες (γιατί ασχολούνταν με την αστρονομία), σκαλιστές μπιζουτιέρες από ελεφαντόδοντο, μαντεμένια κανάτια, κι εφυαλωμένα (αυτη τη λέξη την έμαθα εκεί: σημαίνει γυαλωμένα) σκέυη κουζίνας, κυρίως τυρκουάζ.
Το καφέ του Μουσείου βρίσκεται στον 5ο όροφο και είναι ανοικτό από τις 9 το πρωί, για όλους (όχι μόνο τους επισκέπτες του μουσείου).
Βλέπεις από την Ακρόπολη και το αστεροσκοπείο μέχρι το Γκάζι, κι όλο τον αρχαιολογικό χώρο του Θησείου πανοραμικά.
27.2.08
βόλτα
Μπορεί να φαίνεται αφελές, μπορεί να φαίνεται βλακεία, μπορεί να φαίνεται σαν να αστειεύομαι, αλλά κυριολεκτικά, ακόμη, μετά από σχεδόν ένα χρόνο, νιώθω πολύ ευτυχισμένη όταν οδηγώ στις γειτονιές της Αθήνας… Είναι μια περίεργη κατάσταση, σαν μια περιπέτεια εκ του ασφαλούς: χωρίς σωματική κούραση, προστατευμένη από την πανοπλία του αυτοκινήτου, οδηγώ και ρουφάω τις γειτονιές που εναλλάσσονται μπροστά στα μάτια μου. Έτσι, ανακαλύπτω έναν εαυτό μου που δεν τον ήξερα, που δε βιάζεται, θέλει να περιπλανιέται, να βλέπει, να βλέπει και να σκέφτεται. Δεν με κουράζει η οδήγηση, αντίθετα, με ξεκουράζει. Δεν προφταίνω να βλέπω, να μαζεύω. Όλα μου φαίνονται καινούργια και πολύ ενδιαφέροντα. (Αυτό βέβαια πολύ με παραξενεύει: σαν να ήμουν στο βουνό και βρέθηκα στην Νέα Υόρκη…)
Σαν να διασχίζω ζούγκλα, σκέφτομαι: μήπως να έστριβα από δω; Ας στρίψω, απ' αυτό το δρόμο δεν έχω ξαναπεράσει, ας τον πάρω να δούμε που θα με βγάλει. Κι ωωω, τι όμορφα σπίτια, τι περίεργες, τι διαφορετικές γειτονιές.
Πατησίων, πλατεία Αμερικής, Μηθύμνης (Μηθύμνης;), πολυκατοικίες παλιές, βρώμικες, σκοτεινά μπαρ και ψιλικατζίδικα, Αγαθουπόλεως, μετανάστες, νεραντζιές στριμωγμένες στο πεζοδρόμιο, μονοκατοικίες ακατοίκητες, μισογκρεμισμένες, ισόγεια κι ημιυπόγεια. Άγιος Αντώνιος, σπίτια με κήπο παλιά, εγκαταλειμμένα, κι άλλα κατοικημένα, φτωχικά, καλοβαλμένα. Ροζ, με ακροκέραμα, με όμορφα κάγκελα, με κήπους. Λένορμαν, πολυκατοικίες παλιές, καινούργιες, φρεσκοβαμμένες, με πυλωτές γεμάτες αυτοκίνητα, με μπουγάδες. Δρόμοι γεμάτοι αυτοκίνητα παρκαρισμένα, να μην μπορείς να στρίψεις, κάδοι, πασαλάκια, και πάλι νεραντζιές. Λεωφορεία σε στενούς δρόμους, Γκύζη, αδιέξοδα, δρόμοι με παρκάκια στη μέση τους, με τοιχάκια, με φυτά. Ανηφόρες απότομες, κατηφόρες. Ομόνοια, Πειραιώς, Κολοκυνθούς έρημη και όμορφη, σαν να διασχίζεις παλιά ελληνική ταινία. Δέντρα, φανάρια, πινακίδες παντού (από παντού πάει στο Ελευθέριος Βενιζέλος-όπου και να βρεθείς σ' αυτή την πόλη…). Μονοκατοικίες κολλημένες η μία δίπλα στην άλλη, με εσωτερικές αυλές και πολλές πόρτες, με γλάστρες, με πλαστικές καρέκλες, μηχανές παρκαρισμένες σε εσοχές. Παντού μαγαζιά, στεγνοκαθαριστήρια, σούπερμάρκετ, σιδηρικά. Πανόρμου, σουβλάκια, εκκλησίες, ησυχία, ζαχαροπλαστεία. Μετανάστες, γιαγιάδες, κουρασμένοι με ψώνια που γυρίζουν από τη δουλειά τους.
Σήμερα που το μετρό είχε απεργία, πήγα στη δουλειά και γύρισα, με το αυτοκίνητο. Έκανα μία ώρα κι ένα τέταρτο για να πάω το πρωί, κι άλλο τόσο για να επιστρέψω το απόγευμα. Πηγαίνοντας έχασα την Αγίου Μελετίου (πού να είχε πάει πρωί-πρωί;) αλλά ευτυχώς πέτυχα στη θέση της την Χαριλάου Τρικούπη (ούφ…). Γυρίζοντας πειραματίστηκα με τις καθέτους της Πατησίων!
* * * * * * *
26.2.08
το ανθισμένο χέρι
Η έκθεση Αφιέρωμα σ' ένα φίλο στο Μουσείο Φρυσίρα τελειώνει στις 9 Μαρτίου.
Ο Βλάσης Φρυσίρας είναι που κάνει το αφιέρωμα, στον ζωγράφο φίλο του Πάνο Φειδάκη (1956-2003) και η έκθεση περιλαμβάνει όλους τους πίνακες του ζωγράφου που έχει στην κατοχή του ο συλλέκτης.
Επίσης στο καφέ του μουσείου προβάλλεται απανωτά ένα ντοκιμαντέρ από το Παρασκήνιο για τον ζωγράφο.
* Το έργο του Πάνου Φειδάκη "Μπαμπουζίνες" κοσμεί τον σταθμό του μετρό Μέγαρο Μουσικής. Είναι εκείνα τα θαυμάσια πουλιά που πετάνε ανάμεσα στον κόσμο που περνάει βιαστικά...
* * * * * * *
10.2.08
ω, όμορφα πρωινά του Σαββάτου
Σε άλλο βιβλιοπωλείο πήγαμε για καφέ αυτό το Σάββατο (εχθές), στην οδό Ακαδημίας. Ξεπάγιασα μέχρι να πάω-και καλά να πάθω, γιατί τελευταία στιγμή άφησα τον σκούφο μου πάνω στο πλυντήριο με τον –εντελώς χαρακτηριστικό για μένα τρόπο σκέψης: ε, καλά, δεν τον παίρνω, σιγά, πόση ώρα θα είναι, πόσο κρύο θα έχει, θα τα καταφέρω. Συνέπεια ο τρομερός πονοκέφαλος που ξεκίνησε το μεσημέρι και βροντούσε μέσα στο κεφάλι μου μέχρι το βράδυ, και η εντελώς μπουκωμένη μύτη μου!
Α, τα βιβλιοπωλεία! Η πρόταση που ακολουθεί είναι εντελώς κοινότυπη για όσους αγαπούν τα βιβλία-άρα και τα βιβλιοπωλεία και τις δανειστικές βιβλιοθήκες, αλλά συνεχίζω γιατί το ευχαριστιέμαι(!): ησυχία, οι άνθρωποι περπατούν στις μύτες και ψιθυρίζουν, σαν κάποιος να κοιμάται-οι τόσοι, οι στοιβαγμένοι μέσα στις σελίδες ίσως;
Ζέστη και απαλή κλασική μουσική.
Η φίλη μου καθόταν ήδη στο πατάρι και με περίμενε. Ξεφύλλιζε έντυπα, ανακουφισμένη που η βιβλιοθήκη απέναντι μας είχε βιβλία για μανατζμεντ οπότε μπορούσαμε να πιούμε απερίσπαστες τον καφέ μας, χωρίς το μάτι μας να κολλάει σε τίτλους!
Και σιγά-σιγά, περάσαμε ένα χέρι όλα (όλα; μπάαα) τα βιβλία που έχουμε διαβάσει: κάθε βιβλίο σημάδι μιας εποχής: αυτό μου το πρότεινε η Μαρία, αυτό είναι στην αποθήκη όπου τα καταχώνιασε η μαμά κάποτε όταν έλειπα ταξίδι, αυτό είναι παρέα με τα άλλα στη Θεσσαλονίκη...
Όχι, δεν είχε αρχή και τέλος η κουβέντα, ούτε μέση, ούτε κομβικά σημεία. Ήταν περισσότερο σαν ένα κουνέλι που πηδάει εδώ κι εκεί μέσα σε δωμάτια-βιβλία κι εποχές: δυό κοριτσάκια μικρά σαν την Φράνσι στο Μπρούκλιν, φοιτήτριες, σε διαφορετικά μέρη της χώρας, γυναίκες. Σκέψεις αναμνήσεις, εικόνες, αισθήματα, αποφάσεις, όλα ανάκατα, ταυτόχρονα, όμως ευχάριστα.
Πήρα το σαν τη βροχή πριν πέσει του Τζόναθαν Κόου γιατί μου φάνηκε ενδιαφέρον, και ανταλλάξαμε το γράμματα του Καζαντζάκη στη Γαλάτεια και ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα!
Μετά (τραβώντας να την ξεκολλήσω από τα βιβλία) περάσαμε πίσω από την Ζωοδόχο Πηγή (με ξεναγεί στην γειτονιά των βιβλιοπωλείων της Αθήνας !), φτάσαμε στην Ομόνοια (μέσω Χαφτείων: ω, μέρη που είχα ακουστά, μαθαίνω τώρα που βρίσκονται!) και μπήκαμε στο μετρό.
Στο Θησείο, στο μουσείο Ηρακλειδών, στην έκθεση για τον Τουλουζ Λωτρέκ και την εποχή του. Την οποία οι κυρίες από μέσα άνοιξαν πέντε λεπτά νωρίτερα όταν μας είδαν να περιμένουμε έξω στο κρύο!
Δεν μπορώ να το πω ακριβώς ευτυχία, είναι περισσότερο κάτι σαν αίσθηση θάλασσας, σαν να είσαι φοιτητής και γυρνάς στους δρόμους και δεν έχεις πιάσει ακόμη δουλειά, το μέλλον είναι μπροστά σου, και μπορείς να σχεδιάσεις και να ελπίζεις ότι θέλεις.
Σαν να γυρίζω για μερικές στιγμές 20 χρόνια πίσω κι ένα βουνό έχει φύγει από την πλάτη μου, κι όσα έζησα δεν τα έζησα, έχω την αφέλεια, τον ενθουσιασμό και την αισιοδοξία. Αλαφράδα, άλλη λέξη δεν βρίσκω.
Καλά, η αλήθεια είναι πως με τίποτα δεν θα γύριζα πίσω, αλλά να, στιγμές-στιγμές, είναι ωραίο κι ανακουφιστικό να νιώθω έτσι ξανά, με ξεκουράζει.
* * * * * * *
31.12.07
τέλος χρόνου
Παρασκευή πρωί, ήταν αραδιασμένα στο πεζοδρόμιο κοντά στον Άγιο Αντώνιο. Νυχτερινή προσφορά σ όποιον μπορεί να τα είχε ανάγκη. Το μεσημέρι είχαν εξαφανιστεί. Άραγε τα μάζεψαν με τα σκουπίδια ή τα πήρε κάποιος για να τα χρησιμοποιήσει; (Η ερώτηση είναι ρητορική, η απάντηση δεν έχει σημασία. Το γεγονός ότι υπάρχουν άνθρωποι που μπορεί να τα χρειάζονται, αλλά και ότι υπάρχουν άνθρωποι που τους σκέφτηκαν και βγήκαν μέσα στην νύχτα να τα αραδιάσουν-αυτά είναι που έχουν σημασία). Έτσι, για να τελειώσει η χρονιά κάπως αισιόδοξα.
* * * * * * *
3.12.07
sweet home !!
Η Θεσσαλονίκη είναι ένα κανονικό μέρος, με πολύ υγρασία. Αυτό μερικές φορές είναι χάλια, π.χ. μπορεί επί χρόνια να πηγαίνεις το πρωί στη δουλειά με τα δόντια σου να χτυπάνε σαν να παίζουν κλακέτες και να μη μπορείς να βγάλεις το μπουφάν για ώρα ακόμα και μέσα στον κλιματισμό, ή επίσης μπορεί να σε αγκαλιάσει κάποτε κάποιος σ ένα πάρκο-αρχές Γενάρη-και συ να τρέμεις σαν το ψάρι, και τότε εκείνος μπορεί να νομίσει ότι έχεις κάποιο πρόβλημα, κι αυτό να τον γεμίσει σκέψεις για το αν είναι είσαι κατάλληλη για να γίνεις ζευγάρι του ή όχι.
Από την άλλη μεριά, δε λέω, είναι φορές που η υγρασία είναι υπέροχη, όπως τις μέρες που δεν δουλεύεις ΚΑΙ έχεις ραντεβού για πρωινό καφέ με την αδελφή σου-η οποία περιμένει πως και πως αυτές τις μέρες τις δικής σου άδειας για να δώσει κι αυτή άδεια στον εαυτό της ! Μα, η Απόλαυση (με κεφαλαίο) είναι αυτές οι μέρες του Φεστιβάλ Κινηματογράφου τον Νοέμβριο, που δεν μπορεί, αν όχι σε όλες, τουλάχιστον στις μισές θα έχει τρομερή υγρασία (έως ομίχλη), θα βρέχει, ή απλά θα έχει παγωνιά… Βάλε και το ότι όλα αυτά γίνονται δίπλα στη θάλασσα κι τότε έχεις μπροστά σου όλη τη γραφικότητα της πόλης και του Λιμανιού της!
Έχει κι άλλα καλά η Πόλη-με κεφαλαίο, όπως ακριβώς αναφέρεται ο Ντάρελ στην επίσης υγρή Αλεξάνδρεια του - πολλά, μην αρχίσω τώρα και με πιάσει ο λυρισμός, οι αναμνήσεις και οι συγκινήσεις, γιατί δεν το θέλω, καθόλου, ειλικρινά.
Εκεί που θέλω εξαρχής να καταλήξω είναι το, προς θεού, αμάν πια με την ερωτική πόλη και τα ωραία μεζεδάκια, τα τρίγωνα, τα μπαράκια, ταβερνάκια, τα μπουγατσάδικα, και όλα τα υπόλοιπα γραφικά που ξεχειλίζουν απ όλα τα free press που κυκλοφορούσαν τις μέρες του φεστιβάλ στην πόλη, και τα οποία έσπευσα-η χαρτομαζώχτρα- να μαζέψω και να κουβαλήσω μαζί μου εδώ. Έφριξα από την τόση γραφικότητα… Η Θεσσαλονίκη είναι απλά ένα κανονικό μέρος, με πολύ υγρασία.
Να μου πεις ότι γραφικό και υπέροχο είναι που από τον Άγιο Αντώνιο φαίνεται το κέντρο της Αθήνας στο βάθος, να μου πεις για τη μαγεία της Σταδίου το πρωί που είναι άδεια, να μου πεις για τα γιασεμιά που μένουν ανθισμένα όλο το χειμώνα και τις όμορφες μονοκατοικίες μέσα στα στενά, να καταλάβω !
(Ούφ, ξαναγύρισα σπίτι!)
* * * * * * *
22.10.07
ααα, ένα απλωμένο χέρι!
Έκανα μία ώρα και είκοσι λεπτά για να φθάσω απο τη Νέα Ερυθραία στη Θηβών, γιατί ήταν αργά το απόγευμα: ώρα μαζικής επιστροφής στο σπίτι, αλλά επίσης και γιατί επέλεξα-επι τούτου, τη διαδρομή μέσα απο την πόλη: Κηφισίας, Ηράκλειο, Νέα Φιλαδέλφεια. ΟΑΚΑ, Νέα Ιωνία, άλσος Δεκελείας.
Δε χορταίνω, δε χορταίνω να χαζεύω τους δρόμους και τις γειτονιές της πόλης, τα στενάκια, τα σπίτια, τους ανθρώπους. Λες και με είχανε κλεισμένη σε κανένα ερημητήριο και ξαφνικά με αφήσανε ελεύθερη στη Νέα Υόρκη.
Απορώ, απορώ κι εγώ η ίδια με τον εαυτό μου-κι ας έχω την ευχέρεια να τον παρατηρώ απ' τα μέσα!
Μα πιο πολύ απορώ που δε θέλω τίποτε άλλο παρά να βλέπω, μόνο να βλέπω και να σκέφτομαι, κι έτσι να απολαμβάνω. Μυστήριο.
Πόσο χάρηκα που στο σπίτι με περίμενε μια αγκαλιά φρέζες!
* * * * * * *
12.10.07
... σα μυθιστόρημα
5.10.07
...απ' το πρωί φαίνεται!
Επτά το πρωί. Σήμερα.
Είναι μέρες τώρα που βλέπω αυτό το σκύλο να κάθεται με τη μουσούδα απλωμένη πάνω στα μάρμαρα και να χαζέυει α τ ά ρ α χ ο ς τον κόσμο που τον προσπερνάει βιαστικά. Προσπέρασα κι εγώ τη ντροπή και την αμηχανία του να βγάλω τη μηχανή και να κάνω τον τουρίστα πρωινιάτικα, και ιδού!
(Τα γραφικά που δεν είναι καθόλου γραφικά, δεν θα τα σχολιάσω. Τα προσπερνώ κι αυτά.)
* * * * * * *
2.10.07
Σεμινάριο με παράθυρο με θέα
Εναλλακτικά:
Ημερολόγιο: πως πέρασα το πρωινό μου χθές,
ή
Αθήνα: γωνιές που δε σου γεμίζουν το μάτι αλλά την καρδιά.
* * * * * * *
18.8.07
athens by night

Μα, είναι δυνατόν να μιλούσαμε δύο άτομα επί τέσσερις ώρες?
Είναι.
Γίνεται να κλείνεις τα 41 και να μπαίνεις στα 42, και να μη σε απασχολεί ούτε το πριν, ούτε το μετά (ούτε το πάτωμα που θέλει σφουγγάρισμα), παρά μόνο το τώρα?
Γίνεται.
Μπορεί ο λόγος που δεν θέλω καθόλου να πάω πίσω, να είναι ότι φοβάμαι πως θα πονέσω?
Μπορεί.
Εγώ είμαι αυτό το ευπροσάρμοστο (χα!) άτομο που ζει εδώ και μήνες χωρίς τα βιβλία του, χωρίς τη μάσκαρα και ένα πλήθος ακόμη αντικειμένων κάποτε ζωτικών για την επιβίωσή του (εδώ πάλι χα!), και δεν τρέχει τίποτε?
Εγώ είμαι.
Χωράνε σκέψεις κι εμπειρίες χρόνων σ’ έναν καφέ απέναντι από την Ακρόπολη?
Χωράνε, ναι.
(Ο Κρόνος-επιτέλους-είναι με το ένα πόδι έξω από τον Λέοντα.)
* * * * * * *
24.6.07
Οδός Μοισιόδακου
Ο ιεροδιάκονος Ιώσηπος Μοισιόδακας-κατά κόσμον Ιωάννης, γεννήθηκε περίπου το 1725 στην Τσερναβόδαξ, πάνω στο Δούναβη.
Ανήσυχος και απαιτητικός καθώς ήταν, κατηφόρισε από τον τόπο της γέννησής του, περιπλανώμενος στον Ελλαδικό χώρο.
Από τον ίδιο, μέσα από την "Απολογία" του, μαθαίνουμε ότι το 1752 βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη και το 1753 στη Σμύρνη.
Αμέσως μετά, συνεχίζει τις σπουδές του για δυο χρόνια στην Αθωνιάδα Σχολή στο Άγιο Όρος, μαθητής του Ευγένιου Βούλγαρη.
Εξακολουθεί την περιπλάνησή του στη Σίφνο και Μύκονο.
Το 1795 τον βρίσκουμε στη Βιέννη, Πάδοβα, Βουδαπέστη.
Μετά τον εξαναγκασμό σε παραίτηση του Νικηφόρου Θεοτόκη απ΄ την Αυθεντική Σχολή του Ιασίου, ο ηγεμόνας της Μολδαβίας Γκίκας τον διορίζει στη Σχολή. Ολόκληρη την περίοδο από το 1765 μέχρι την παραίτησή του το 1777 διδάσκει και συγγράφει .
Στα 1797 διδάσκει στη Σχολή του Βουκουρεστίου, άσημος δάσκαλος, αφού ο μηνιαίος μισθός του πρώτου δασκάλου Λάμπρου Φωτιάδη είναι 150 τάλιρα και κι ο δικός του 50 τάλιρα.
Απογοητευμένος και αγνοημένος πεθαίνει το 1800.
* Ολόκληρο το κείμενο είναι αντιγραφή από εδώ, το βρήκα σε μια έρευνα για το τι σημαίνουν μερικά ονόματα οδών-πρωτάκουστα για τα δικά μου αυτιά, και το παραθέτω κυρίως γιατί μου άρεσε η τελευταία παράγραφος.
** Ο πίνακας είναι του Mou-sien Tseng.
* * * * * * *
5.6.07
ο ξανακερδισμένος χρόνος *

όταν έχω χρόνο ανάμεσα στις διαδρομές,
ανεβαίνω στην επιφάνεια (!)
και χαίρομαι,
τα κτήρια, τον καιρό, τους ανθρώπους!
Το πρωί που πηγαίνω στη δουλειά μου, έχω ένα τέταρτο διαθέσιμο… Χρόνος κλεμμένος από τον ύπνο μου, μα στην ουσία χρόνος κερδισμένος γιατί είναι ολόδικός μου, και τον κάνω ότι θέλω...
* Μαρσέλ Προύστ: Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, τόμος 7
* * * * * * *
24.5.07
Σήμερα η Αθήνα είναι σαν Θεσσαλονίκη!

Μ’ αρέσουν οι μέρες σαν τη σημερινή, που με κάνουν να θέλω να μείνω σπίτι, μέσα στο φως και τη ζέστη (μάλλον θαλπωρή είναι η λέξη), και να διαβάζω χωμένη στο κρεβάτι…
Μου λείπει αυτό τελευταία. Το να ξεκουράζομαι, και το να σκέφτομαι.
Πάω να πω ότι η τραμπάλα μου είναι μια πάνω, μια κάτω, ξανά αυτό το διάστημα, μα δεν είναι αλήθεια αυτό. Είμαι ήρεμη.
Η αλήθεια είναι πως μου λείπει ο χρόνος. Όλο κάτι κάνω, που είναι σημαντικό και σύντομα θα τελειώσει, και δε μου μένει καθόλου χρόνος να σκεφτώ, να χαζέψω, να διαβάσω, να γράψω, να ξεκουραστώ. Μια λέω πως τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό από το να έχω χρόνο για να σκέφτομαι, και πως οι δουλειές δεν τελειώνουν ποτέ, κι ύστερα πιάνομαι ξανά με τα άζαξ μπλε κι ώσπου να το πάρω χαμπάρι, έρχεται η ώρα για ύπνο…
Α, και σα να μην έφτανε αυτό, μ’ έχει πιάσει και με λογοκρίνω, συνέχεια. Πάνω που σκέφτομαι να γράψω, αμέσως τραβάω ένα χι από πάνω κι απορρίπτω...
Ας αφήσω τις γκρίνιες.
Πάω μια βόλτα στη Φωκυλίδου 12, στο cats and marbles.
* * * * * * *
12.4.07
μετά, ήρθαν τα δύσκολα
Σήμερα το πρωί, απόλαυσα τον συνωστισμό που γινόταν μπροστά στα κουτιά με τα free press της Πέμπτης.
Ήταν θαυμάσιο, καθισμένη στο παγκάκι, στις επτά και είκοσι, με τα περιστέρια γύρω μου κοπάδι ολόκληρο να βόσκουν κομμάτια κουλούρι, και στιγμές-στιγμές να πετάγονται όλα μαζί επάνω τρομαγμένα-σαν σύννεφο, να βλέπω κάθε λογής ανθρώπους, τέτοιους που δεν θα έβαζε καν ο νους μου ότι διαβάζουν (λες κι έχουν συγκεκριμένη εμφάνιση αυτοί που διαβάζουν…), να περιμένουν υπομονετικά τον μπροστινό τους να επιλέξει ένα από κάθε είδος, και μετά να παίρνουν κι αυτοί με τη σειρά τους, μετρώντας κιόλας τα κομμάτια-ένα για τον εαυτό τους, κι από ένα για τους διπλανούς τους στη δουλειά…
Κι ένας περιστέρης, είχε πάρει κατά πόδας μια περιστέρα, μπρος αυτή κάνοντας οχτάρια, να τσιμπάει τις πλάκες του πάρκου αδιάφορη, κι από πίσω αυτός να την τσιμπάει στην πλάτη, προσπαθώντας να της εξηγήσει ότι μπήκε η άνοιξη…
* * * * * * *
4.7.06
endless

Μια μέρα μετά την Καθαρή Δευτέρα.
Μόλις είχαμε κλείσει ένα χρόνο μαζί. Μετά τον επεισοδιακό χωρισμό λίγο πριν κλείσουμε χρόνο, η επανασύνδεση ήταν επίσης θυελλώδης.
Έξη μήνες πριν πιάσω δουλειά-για πάντα.
Ο Γιώργος έμενε σε μια γκαρσονιέρα στην Καλλιθέα.
Είκοσι χρόνια και βλέπω μπροστά μου ακόμα το φως που έμπαινε από το παράθυρο πάνω στο γραφείο του.
Την ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στο παταράκι όπου κοιμηθήκαμε στρωματσάδα. Μυρίζω το ξύλο, μυρίζω τον στεγνό αέρα της Αθήνας.
Παρατήσαμε στα ξαφνικά την Πάτρα με το καρναβάλι, τους γνωστούς των γνωστών και τις γνωριμίες, και κάναμε την τρέλα για την οποία είχαμε φύγει εξαρχής από τα σπίτια μας στη Θεσσαλονίκη: πήγαμε στο σπίτι του στην Αθήνα, εμείς κι εκείνοι οι δύο (ο Γιώργος και η Α., παλιότερο ζευγάρι από μας), τέσσερις επαναστάτες της δεκάρας…
Πριν φτάσω στο φιλί, να πω για τα φασόλια πιάζ?
Δεν θυμάμαι πια τη σειρά…
Θυμάμαι τον ελληνικό καφέ που χύθηκε γιατί φιλιόμασταν και δεν προλάβαμε να διακόψουμε εγκαίρως-ποτέ δεν προλαβαίναμε, θυμάσαι? πόσους καφέδες έχουμε χύσει… Θυμάμαι το κρεμμυδάκι πράσινο πάνω στα άσπρα φασόλια, χαρά οφθαλμών επίσης, εκτός από ουρανίσκου. Θυμάμαι τους άδειους δρόμους και το χλιαρό αεράκι που φυσούσε, κι εμένα να λέω τι όμορφη, μα τι όμορφη η Αθήνα σας, και ο Γιώργος να γελάει, για την λάθος εικόνα στα μάτια των επαρχιωτών. Μια Αθήνα άδεια, καθαρή και γαλάζια-όπως την λένε τα ποιήματα!
Που ο κύριος σταμάτησε και περίμενε να τελειώσουμε το φιλί μας στη μέση του δρόμου, ξεχνιέται ποτέ? Όταν ανοίξαμε τα μάτια, υποψιασμένοι από τα πνιχτά γέλια των φίλων μας και κοιτάξαμε γύρω μας ζαλισμένοι, ο κύριος οδηγός χαμογέλασε και μας έκανε νόημα, αγαπηθείτε με την ησυχία σας, αυτό έχει σημασία, εγώ περιμένω…
Αθήνα, κάπου κοντά στην πλατεία της Μητρόπολης.
Φεβρουάριος 1987.
(ο πίνακας του Mike Klung)
* * * * * * *
