Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξενόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξενόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

31.8.10

παιχνίδια με τις λέξεις


Ήταν ένας αληθινά χαριτωμένος κουβεντιαστής, κι ένας αμίμητος διηγηματίας.


Γράφει ο Ξενόπουλος για τον Ιωάννη Κονδυλάκη (1862-1920), στο Ελληνική Λογοτεχνία*Έλληνες και Ξένοι Λογοτέχνες.

25.8.10

η πολυτέλεια της ζωής του


Κατατάσσεται εις τον στρατόν, όπου και υπηρετεί ακόμη, με βαθμόν σήμερον υπιάτρου. Η θέσις αυτή έχει το ελάττωμα να τον εμφανίζει με στρατιωτικήν στολήν, η οποία δεν του αρέσει διόλου, αλλ' έχει και το προτέρημα να τον μετακινεί κάθε τόσον, να τον απομακρύνει από τας Αθήνας, τας οποίας βαρύνεται, και από την οδόν Μαντζάρου, όπου από ετών κρατεί το ίδιον δωμάτιον, να τον πλησιάζει εις την φυσικήν ζωήν, δια την οποίαν τρελλαίνεται, να τον γνωρίζει με νέους τόπους, με νέα ήθη και έθιμα, τα οποία ο ακάματος αυτός μελετητής της ελληνικής ζωής δεν παύει να καταγράφει.
Αλλ' έχει προπάντων το μέγα προτέρημα να του εξασφαλίζει την ιδικήν του ζωήν, να του επιτρέπει να καταγίνεται εις τα φιλολογικάς του εργασίας και εις τας εκδόσεις του, χωρίς να τον απασχολεί η φροντίς του επιουσίου, που απορροφά τόσους άλλους.
Ο Καρκαβίτσας, με τον χαρακτήρα που έχει, και με την κλίσιν που τον κυριεύει, ποτέ δεν θα ημπορούσε να ζήσει, ως ιατρός, καλλιεργών πελατείαν. Αν δεν είχε την θέσην αυτή, θα ήτο υποχρεωμένος να γράφει δια να ζήσει. Ίσως θα εχώνετο και εις την καθημερινήν δημοσιογραφίαν, ίσως -ποιός ηξεύρει- θα ηναγκάζετο να συμβιβασθεί και με τας γλωσσικάς του ακόμα πεποιθήσεις. Η θέσης του, ευτυχώς, τον σώζει από πολλά...
Τώρα, όποτε του καπνίσει, γράφει. Όποτε του καπνίσει, δημοσιεύει. Και όποτε οικονομήσει χρήματα, εκδίδει από εν βιβλίο, το οποίον δεν καλύπτει ούτε τα έξοδά του, αλλά ούτε και τον μέλει αν δεν τα καλύψει. Είναι το έξοδον, η πολυτέλεια της ζωής του.


Γράφει ο Ξενόπουλος για τον Καρκαβίτσα, το 1906, στο Ελληνική Λογοτεχνία*Έλληνες και Ξένοι Λογοτέχνες.

Ιωάννης Αλταμούρας (1852-1878), Θαλασσογραφία.

24.8.10

μου αρέσει

Μου αρέσει η ζωή του η ήσυχη, η αθόρυβη, η μοναχική, η ελεύθερη και η αμέριμνη. Μου αρέσει η μουρμούρα του όταν παραπονείται δια την κατάστασην και τα βάζει με όλους, πρώτα-πρώτα με τον "άθλιον" εαυτόν του. Μου αρέσει η φαιδρότης του, όταν ακούει ή διηγείται αστεία, όταν πειράζει με αμίμητην τέχνην τους πειραζόμενους, και όταν ανακαίνιζεται εις ένα θαυμάσιο γέλιο, από την καρδιά του, που είναι νομίζεις η μεγαλυτέρα ευτυχία της ζωής του. Μου αρέσει η μελαγχολία του, η κατήφεια και η βουβαμάρα, που τον πιάνει καμμιά φορά μεταξύ φίλων εις το καφενείον του Ζαχαράτου ή εις το σαλόνι του Παλαμά, που δεν ηξεύρεις αν είναι θυμός, αν είναι νύστα ή αν είναι ρέμβη δημιουργίας κανενός αριστουργήματος.

Γράφει ο Ξενόπουλος για τον Καρκαβίτσα, το 1906, στο Ελληνική Λογοτεχνία*Έλληνες και Ξένοι Λογοτέχνες.

Women Reading

28.10.09

ταξίδι


Το πρώτο βαπόρι που πήρα από τη Ζάκυνθο, το Σεπτέμβρη του 1883, για να 'ρθω στην Αθήνα φοιτητής, ήταν το παλιό εκείνο Αθήναι που αργότερα είχε γιατρό του τον Ανδρεά Καρκαβίτσα. Θε μου! τι μπελαλίδικο που ήταν το ταξίδι εκείνον τον καιρό. Ούτε ο σιδηρόδρομος Πελοποννήσου υπήρχε, ούτε ο ισθμός της Κορίνθου είχε κοπεί. Βγαίναμε στη Κόρινθο, πηγαίναμε στο Καλαμακι με αμάξι, εκεί παίρναμε άλλο βαπόρι -της ίδιας πάντα εταιρίας που είχε τ' αμάξια κι εφρόντιζε και για τη μεταφορά των αποσκευών μας- φτάναμε στον Πειραιά, κι από εκεί με το σιδηρόδρομο, ή για περισσότερη ευκολία με αμάξι,στην Αθήνα, ύστερ' από δυο ολόκληρες ημέρες!

* Γρηγορίου Ξενόπουλου Η ζωή μου σαν μυθιστόρημα
* dunes


* * * * * * *

15.6.09

σαν μυθιστόρημα

Στην Πόλη όπου, καθώς είπα, πήγε αφού παραιτήθηκε απ' το στρατιωτικό, ο πατέρας μου έπιασε μεγάλη φιλία μ' ένα φαρμακοποιό του Φαναριού, το Νικόλαο Θωμά, που ήταν και “μυρεψός” του Πατριαρχείου-κατασκεύαζε δηλαδή το Άγιο Μύρο, προνόμιο που το έχουν ως σήμερα οι Θωμάδες. Ο φίλος αυτός του πατέρα μου είχε έναν αδερφό, το δεσπότη Καλλίνικο, που ήταν τότε Νύσσης, έπειτα έγινε Ξάνθης και τελείωσε Χαλκηδόνος, από τους δώδεκα. Είχε και κάμποσες αδερφές, παντρεμένες κι ελεύθερες, ανάμεσα σ' αυτές και την Ευθαλία, που ήταν τότε η σειρά της να παντρευτεί. Ο Νικόλαος από μεγάλη εκτίμηση, την επρότεινε στον πατέρα μου. Κι από μεγάλη εκτίμηση επίσης, ο πατέρας μου δέχτηκε την πρόταση ολοπρόθυμα. Τα δαχτυλίδια των αρραβώνων γράφουν από μέσα “μνηστήρ Διονύσιος-μνηστή Ευθαλία-1866”. Ο γάμος τους έγινε γρήγορα-η προίκα, φαίνεται, ήταν έτοιμη-κι απ' αυτόν, τη νύχτα της 8 προς την 9 Δεκεμβρίου 1867, γεννήθηκα εγώ.

* Γρηγόριος Ξενόπουλος, Η ζωή μου σαν μυθιστόρημα, (σελ 37)

* Chinese pharmacy



* * * * * * *