
Ήταν ένας αληθινά χαριτωμένος κουβεντιαστής, κι ένας αμίμητος διηγηματίας.
Γράφει ο Ξενόπουλος για τον Ιωάννη Κονδυλάκη (1862-1920), στο Ελληνική Λογοτεχνία*Έλληνες και Ξένοι Λογοτέχνες.


Μου αρέσει η ζωή του η ήσυχη, η αθόρυβη, η μοναχική, η ελεύθερη και η αμέριμνη. Μου αρέσει η μουρμούρα του όταν παραπονείται δια την κατάστασην και τα βάζει με όλους, πρώτα-πρώτα με τον "άθλιον" εαυτόν του. Μου αρέσει η φαιδρότης του, όταν ακούει ή διηγείται αστεία, όταν πειράζει με αμίμητην τέχνην τους πειραζόμενους, και όταν ανακαίνιζεται εις ένα θαυμάσιο γέλιο, από την καρδιά του, που είναι νομίζεις η μεγαλυτέρα ευτυχία της ζωής του. Μου αρέσει η μελαγχολία του, η κατήφεια και η βουβαμάρα, που τον πιάνει καμμιά φορά μεταξύ φίλων εις το καφενείον του Ζαχαράτου ή εις το σαλόνι του Παλαμά, που δεν ηξεύρεις αν είναι θυμός, αν είναι νύστα ή αν είναι ρέμβη δημιουργίας κανενός αριστουργήματος.
Στην Πόλη όπου, καθώς είπα, πήγε αφού παραιτήθηκε απ' το στρατιωτικό, ο πατέρας μου έπιασε μεγάλη φιλία μ' ένα φαρμακοποιό του Φαναριού, το Νικόλαο Θωμά, που ήταν και “μυρεψός” του Πατριαρχείου-κατασκεύαζε δηλαδή το Άγιο Μύρο, προνόμιο που το έχουν ως σήμερα οι Θωμάδες. Ο φίλος αυτός του πατέρα μου είχε έναν αδερφό, το δεσπότη Καλλίνικο, που ήταν τότε Νύσσης, έπειτα έγινε Ξάνθης και τελείωσε Χαλκηδόνος, από τους δώδεκα. Είχε και κάμποσες αδερφές, παντρεμένες κι ελεύθερες, ανάμεσα σ' αυτές και την Ευθαλία, που ήταν τότε η σειρά της να παντρευτεί. Ο Νικόλαος από μεγάλη εκτίμηση, την επρότεινε στον πατέρα μου. Κι από μεγάλη εκτίμηση επίσης, ο πατέρας μου δέχτηκε την πρόταση ολοπρόθυμα. Τα δαχτυλίδια των αρραβώνων γράφουν από μέσα “μνηστήρ Διονύσιος-μνηστή Ευθαλία-1866”. Ο γάμος τους έγινε γρήγορα-η προίκα, φαίνεται, ήταν έτοιμη-κι απ' αυτόν, τη νύχτα της 8 προς την 9 Δεκεμβρίου 1867, γεννήθηκα εγώ.