6.3.07

Σπίτι στην ακροθαλασσιά, 1906


Η Σοφία Λασκαρίδου (1882-1965) ήταν η πρώτη γυναίκα που έγινε δεκτή στην Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (τότε Πολυτεχνική Σχολή) το 1903.
Με προσωπικό της αίτημα (!) στον βασιλέα Γεώργιο, ο οποίος σύχναζε στο σπίτι των γονιών της…

Η Σοφία είχε μητέρα την Αικατερίνη Χρηστομάνου-της γνωστής οικογενείας των εκπαιδευτικών, και πατέρα τον Λάσκαρη Λασκαρίδη, λονδρέζο έμπορο εκ Τραπεζούντος, της οικογένειας των Λασκαριδαίων…

Όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, διδάχθηκε κατ οίκον. Επίσης ζωγράφιζε, ζωγράφιζε πολύ καλά.

Είναι περίεργο (λόγω του τρόπου) - αλλά και θαυμάσιο (λόγω του αποτελέσματος) που το αίτημα της έγινε δεκτό…

Κάποια στιγμή ερωτεύτηκε (τι πιο φυσικό?), τον Περικλή Γιαννόπουλο (1869-1910), και μαζί, όργωσαν με τα πόδια, κουβεντιάζοντας, την Αττική.
Μα ήρθε η ώρα που, επέλεξε να συνεχίσει τις σπουδές της στο Μόναχο. Τον σκεφτόταν. Αντάλλασαν επιστολές και λόγια αγάπης.

Να ήταν η μητέρα της, που τον συνάντησε στο δρόμο και του ανέφερε ότι η Σοφία τους είχε υψηλότερο μέλλον μπροστά της-την Τέχνη της-από ένα γάμο μαζί του?
Να ήταν εκείνος, που είχε κράση ποιητική και παράφορη, και μέσα στα τόσα που τον πίεζαν, ήρθε η απουσία της σαν χαριστική βολή? Ποιος θα μπορούσε ποτέ να πει με σιγουριά?

Ανέβηκε σ ένα άλογο και βυθίστηκε στον Σκαραμαγκά, πυροβολώντας ταυτόχρονα εαυτόν στον κρόταφο.

* * * * * * *

Εμένα με συγκινούνε τέτοιες ιστορίες. Ήταν δύο άγνωστα ονόματα, που τα είχε πάρει το μάτι μου πριν μερικά χρόνια, κάπου, και ψάχνοντας, βρήκα μερικές πληροφορίες για την ιστορία τους, σπαρμένες εδώ κι εκεί, στο ίντερνετ.

Πριν δύο βδομάδες, στην έκθεση της Εθνικής Πινακοθήκης, είδα ξανά το όνομα της Σοφίας Λασκαρίδου. Αυτή τη φορά βρήκα περισσότερες πληροφορίες στο δίκτυο. Ανάμεσά τους και για την θεατρική παράσταση στο Θέατρο της Άνοιξης, που ξεκίνησε πριν μερικές ημέρες.

Δεν ξέρω από θέατρο, σχεδόν καθόλου. Αλλά ήταν μια όμορφη παράσταση, μέρος μιας όμορφης βραδιάς, με το φεγγάρι να χάνεται και να ξαναβρίσκεται, και με το Μεταξουργείο να παρουσιάζεται μαγευτικό (και τρομακτικό επίσης!) στα μάτια μου. Και τα κομμάτια που είχα σκόρπια μπροστά μου απ τις ζωές των δύο αγαπημένων, ήρθαν κι έδεσαν μεταξύ τους, κι έγιναν μια ιστορία.

Απομένει το εξοχικό της οικογένειας Λασκαρίδη-σημερινή Δημοτική Πινακοθήκη στην Καλλιθέα, κι οι πίνακες της Σοφίας (στην Πινακοθήκη και στην Βουλή). Και ο Περικλής, καταχωρημένος στο λήμμα «κατάλογος με προσωπικότητες που αυτοκτόνησαν, ανά μήνα».





* * * * * * *

2.3.07

αχ, πως να στο πω?


Μα, είναι τόσο πιο όμορφο το δωμάτιο με το φως του λαμπατέρ!
Το αφήνω ανοιχτό όταν είμαι μόνη στο σπίτι και κάθομαι στον υπολογιστή,
για να μην είμαι βυθισμένη στο σκοτάδι,
για να νιώθω σαν ναι έχω παρέα μαζί μου στο δωμάτιο.
Κι όταν διαβάζω στο κρεβάτι, θέλω να έχω το φως του δίπλα μου,
απλά για να βλέπω καλύτερα...
Μα ακόμη και χωρίς να υπάρχει λόγος το ανάβω,
ακόμη κι όταν είμαι στην κουζίνα και μαγειρεύω.
Ώστε κάθε που περνώ απο την πόρτα της κρεβατοκάμαρας,
να βλέπω εκείνη τη γωνία λουσμένη στο φώς και ζεστή,
σαν αγκαλιά που περιμένει να με προστατέψει και να με ξεκουράσει.
Ωραία!

(το Ukiyo-e είναι του Hiroshige Ando).




* * * * * * *

28.2.07

άνοιξη

(Και καταλήγω-σχετικά με το φεστιβάλ ντοκιμαντέρ-όλο ενθουσιασμό:)

Nά ΄μαι πάλι, με τους πρωινούς καφέδες και τα κουλούρια-κοιτάζοντας-τη-θάλασσα..., με τις ταινίες και τα φεστιβάλ, με όλα αυτά δηλαδή που σε βγάζουν από την καθημερινότητα
(ήτοι δουλειά-σπίτι-φαγητό-σερφάρισμα-ύπνο-δουλειά) και σε βάζουν σε ένα δεκαήμερο ταξίδι στον κόσμο,
που σε βγάζουν από τη δική σου ζωή, και σε βάζουν στις ζωές των άλλων,
που σε βγάζουν από το ψυγείο όπου ζεις και σε βάζουν στην κανονική ζωή, όπου συμβαίνουν πράγματα...

Ε, ναι λοιπόν, ο Μάρτιος έφτασε-ευτυχώς, κι εγώ ενθουσιάστηκα τόσο λαμβάνοντας το newsletter του φεστιβάλ ντοκιμαντέρ, που θέλησα να το μοιραστώ οπωσδήποτε... Έστω και ένας άνθρωπος να ξεκινήσει να παρακολουθεί το φεστιβάλ παρακινούμενος από τον ενθουσιασμό μου, και να νιώθει από δω και πέρα στη ζωή του αυτή την ευφορία που νιώθω από τότε που το ανακάλυψα και το παρακολουθώ, μου αρκεί και με το παραπάνω!

Έχω να πω επίσης ότι, το φεστιβάλ ντοκιμαντέρ-το οποίο για κάποιο λόγο που δεν μπορώ να θυμηθώ πια, μου φαινόταν εντελώς ανάξιο λόγου πριν να το παρακολουθήσω για πρώτη φορά, τώρα πια είναι για μένα πολύ, ΠΟΛΥ πιο σημαντικό κι ενδιαφέρον από το φεστιβάλ μυθοπλασίας του Νοεμβρίου.
Σε αυτήν ακριβώς τη λέξη έγκειται η διαφορά: η μυθοπλασία έχει ηθοποιούς, σκηνικά και σενάρια.
Αυτά, όσο αληθινά και να είναι, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να συγκριθούν με την πραγματικότητα του ντοκιμαντέρ. Και για μένα, (η οποία έχω ένα κόλλημα προσωπικό με την πραγματικότητα και την κανονικότητα) αυτή η διαφορά είναι τεράστια και ουσιαστική.
Όταν βλέπεις μπροστά σου μια Αληθινή ιστορία που συμβαίνει σε κάποιο σημείο της γης, με τους ίδιους τους ανθρώπους που την έζησαν ή την ζουν, χωρίς φτιασίδια και μακιγιάζ, τότε αυτός ο συγκλονισμός δεν έχει λόγια να περιγραφεί.

Ναι, τις καλύτερες "ταινίες", τις έχω δει στα φεστιβάλ ντοκιμαντέρ του Μαρτίου.





* * * * * * *

23.2.07

τρυφερή είναι η νύχτα

Πάντα, όταν είναι αργά το βράδυ και περιδιαβαίνω στα βλογς, θέλω να στείλω μειλ για να συναντηθούμε, να πιούμε καφέ, να τα πούμε από κοντά. Σε εσάς.
Κι αν αυτό φαίνεται φυσιολογικό, εμένα με εκπλήσσει απόλυτα.

Όταν πρόκειται να συναντηθώ με κάποιον, νιώθω τόσο φόβο και ανασφάλεια, που παύω τελικά να έχω την επιθυμία να βρίσκομαι με ανθρώπους, μέσα μου γυρίζει ανάποδα και γίνεται επιθυμία για ηρεμία και μοναξιά.
Ένα παραπάνω όταν πρόκειται για αγνώστους. Αποφασίζω πως φτάνει, αρκετούς ανθρώπους έχω γνωρίσει ως τα σήμερα, άλλους δεν θέλω, δεν μπορώ, δεν χρειάζομαι, αρνούμαι.

Όταν βρήκα τα βλογς, δεν το πολυσκέφτηκα-το να φτιάξω το δικό μου. Λίγο πάνω από μήνας ήτανε. Ήμουν όμως σίγουρη πως δε θα βάλω μειλ στο προφίλ. Γιατί δεν ήθελα επικοινωνία με κανέναν. Δεν ήθελα, πώς να το πω αλλιώς? Δεν ήθελα ούτε να γνωρίσω ανθρώπους-κανονικούς, ούτε να με γνωρίσουν, ούτε να μάθω για τις ζωές τους, ούτε να μάθουν για τη δική μου. Ήθελα μόνο να έχω αυτό το παράθυρο μέσα στο σπίτι μου-την οθόνη, και μαζί με όλους αυτούς του πλανήτη βλόγερ, να κοιταζόμαστε από τα παράθυρα, να βλεπόμαστε, να χαμογελάμε, να νεύουμε από μακριά, να αλλάζουμε και καμιά κουβέντα, μα όχι να μπαίνει ο ένας στο σπίτι του άλλου και στην κανονική του ζωή.
Δεν ήταν από μυστικοπάθεια, παρά από κούραση (και φόβο) περισσότερο.

Και μετά, φτάσαμε εδώ.
Δε θα πω ποιο ποστ έγινε αιτία και έβαλα το μειλ μου στο προφίλ. Δε θα πω πόσους ανθρώπους γνώρισα από κοντά, ούτε πως ήταν άνθρωποι κανονικοί, κι ευγενικοί, απαράλλαχτοι με τα γραπτά τους... Ούτε πως αισθάνομαι προνόμιο το που τους γνώρισα.
Ούτε πόσο έχει αλλάξει η ζωή μου μέσα στο χρόνο που πέρασε.

Κι έρχομαι τώρα ν απαντήσω στην αλκυόνη, που με ρώτησε γιατί δεν απαντώ στα σχόλια των πόστ μου.
Άραγε, απάντησα καθόλου ως τώρα?
Ας προσπαθήσω ξανά: Απαντώ, όταν έχω κάτι να πω. Αυτό.

Κάθε νέο σχόλιο το χαίρομαι πολύ, κι επίσης χαίρομαι το ότι ξέρω ότι είναι πολλοί που διαβάζουν χωρίς να σχολιάζουν, όπως εγώ περνώ καθημερινά από πολλούς μα σχολιάζω μόνο όταν μου έρχεται κάτι να πω αυθόρμητα (ακόμη κι άσχετο να είναι με το ποστ..).

Κι έφτασα πάλι εκεί που ξεκίνησα. Σήμερα ήθελα να γράψω στη raffinata να πάμε για καφέ. Μα το θεώρησα της νύχτας, και το άφησα να περάσει.

Έχω κι άλλα να πω πάνω σ αυτό. Που το σπίτι είναι άδειο αλλά δεν είμαι μόνη μου. Και την ημέρα-που λείπω στη δουλειά, είναι σαν να έχω αφήσει κόσμο στο σπίτι, ή σαν να πήγαμε όλοι στη δουλειά και θα τα πούμε το βράδυ, στο μέρος το γνωστό.
Κοινοτυπίες? Γλυκανάλατα? Δεν ξέρω.
Ξέρω ότι έτσι νιώθω.





* * * * * * *

21.2.07

μόνο 5?

Έλαβα προ(σ)κλήσεις από τη μαύρη ντάλια, τη γιουτζίν, τον μπερεκέτη και τη herinna,για να γράψω 5 «κάτι που δεν γνωρίζουν οι άλλοι μέσω του βλογ μου, για μένα».
Λοιπόν, αυτά:

  • Μπήκα (κάποτε) στο Μαθηματικό του ΑΠΘ αλλά δεν έχω πάρει το πτυχίο μου.
  • Νομίζω ότι πέρασα όλη μου τη ζω κάνοντας λάθος δουλειά. Και προσπαθώντας να τη συνηθίσω πέρασαν πολλά χρόνια, τόσα που σχεδόν κοντεύω στη σύνταξη.
  • Δε μ αρέσει η θάλασσα, ούτε το βουνό, ούτε η εξοχή-μ αρέσουν οι άδειες πόλεις το καλοκαίρι (και το χειμώνα).
  • Θα μπορούσα να ζω μόνο με μακαρονάδες και με σούπες.
  • Ευτυχώ μόνο τις στιγμές που σταματάει το μυαλό μου, δηλαδή όταν κοιμάμαι κι όταν με κρατούν αγκαλιά.

Θα ήθελα να προ(σ)καλέσω με τη σειρά μου τρείς πεταλούδες, την butterfly, την mckat και την dora in (e)space και, θα ήθελα επίσης να μπορούσα να καλέσω τη roxanne, και το Λαμπρούκο.





* * * * * * *

20.2.07

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ

(Συνεχίζω, με αντιγραφή ολόκληρου του newsletter που μου έστειλαν από το φεστιβάλ)

Στα χνάρια των σπουδαίων Ολλανδών σκηνοθετών ντοκιμαντέρ της μεταπολεμικής περιόδου και της σχολής που δημιούργησαν, οι σύγχρονοι ντοκιμαντερίστες από την Ολλανδία διαπρέπουν σε όλο τον κόσμο, δίνοντας νέο νόημα σε έναν από τους πρώτους ορισμούς για το είδος που διατυπώθηκε την δεκαετία του '30 και υποδείκνυε ότι «ντοκιμαντέρ είναι η δημιουργική ανασύσταση της πραγματικότητας». Δεν είναι τυχαία άλλωστε η μεγάλη επιτυχία του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ του Άμστερνταμ, το οποίο προωθεί δυναμικά το δημιουργικό ντοκιμαντέρ και θεωρείται, αν όχι το καλύτερο, από τα σημαντικότερα φεστιβάλ ντοκιμαντέρ παγκοσμίως.

Το 9ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης - Εικόνες του 21ου αιώνα, πραγματοποιεί μεγάλο αφιέρωμα στα σύγχρονα Ολλανδικά Ντοκιμαντέρ, που έχουν ως κοινό παρονομαστή την κριτική και ταυτόχρονα ευαίσθητη ματιά των σκηνοθετών τους. Εφτά από τα ντοκιμαντέρ που θα προβληθούν στο πλαίσιο του αφιερώματος πραγματοποιούν διεθνή πρεμιέρα στη Θεσσαλονίκη, δίνοντας την ευκαιρία στους φίλους του φεστιβάλ, να σχηματίσουν πρώτοι μια συνολική εικόνα της σύγχρονης ολλανδικής παραγωγής ντοκιμαντέρ.

Το πολυθεματικό πανόραμα των ολλανδικών ντοκιμαντέρ, μας ταξιδεύει από τις σιωπές του νεκροταφείου του Περ Λασέζ στο Παρίσι και τα όνειρα ενός Ολλανδού τραπεζίτη που παίρνουν σάρκα και οστά στη Βενεζουέλα, μέχρι τα ερείπια στο Μπαμ του Ιράν μετά τον σεισμό και το Χρυσό Τρίγωνο στην Ταϋλάνδη, όπου ένας πρώην μποξέρ, νυν βουδιστής μοναχός εμπνέει και φροντίζει τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού. Οι ντοκιμαντερίστες κινηματογραφούν τον ανθρώπινο πόνο, την ιστορία τόπων μέσα από φωτογραφικά ντοκουμέντα, τις ελπίδες ανθρώπων οι οποίοι σε δύσκολες συνθήκες, διατηρούν την αισιοδοξία τους για ένα καλύτερο μέλλον, αλλά και τυραννισμένες εξόριστες ψυχές που ονειρεύονται την επιστροφή στην πατρίδα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Για πάντα / Forever της Heddy Honigmann το οποίο αποκαλύπτει την μυστήρια ομορφιά του διάσημου νεκροταφείου Περ Λασέζ στο Παρίσι, στο οποίο συναντώνται τα πνεύματα του Σοπέν, του Ζορζ Μελιές, του Όσκαρ Ουάιλντ, του Μαρσέλ Προυστ, της Μαρίας Κάλλας, της Εντίθ Πιάφ, του Τζιμ Μόρισον. Επιστολές αφημένες σε τάφους, λουλούδια και συνομιλίες με τον άλλο κόσμο, σιωπηλές περιπλανήσεις, θρήνος και αγαλλίαση. Το Περ Λασέζ, είναι τόπος ανάπαυσης για όσους έχουν φύγει και αγαλλίασης και έμπνευσης για αυτούς που μένουν πίσω.

Το ντοκιμαντέρ Τα παιδιά του Στάλιν / Children of Stalin του Harrie Timmermans το οποίο προβάλλεται σε διεθνή πρεμιέρα στο φεστιβάλ, ταξιδεύει ως την ψυχιατρική κλινική στο Σουράμι της Γεωργίας, όπου ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει. Οι ημέρες κυλούν βασανιστικά αργά για τους ασθενείς που περιμένουν τη σούπα τους, ή τον ψυχίατρο για να τους εξετάσει. Κυρίως περιμένουν τα τσιγάρα. Και στο μεταξύ μιλούν. Για τις ζωές τους, τα όνειρά τους, την απόγνωση και το νόημα της ύπαρξής τους. Συγκλονιστικό και ταυτόχρονα συγκινητικό το Τα παιδιά του Στάλιν αποκαλύπτει και υμνεί την πανίσχυρη θέληση του ανθρώπου για επιβίωση.

Το πορτρέτο ενός διαφορετικού ανθρώπου, σκιαγραφεί το ντοκιμαντέρ Ο Rudy της ζούγκλας / Jungle Rudy του Rob Smits. Το φιλμ ακολουθεί τα βήματα του Ρούντολφ Τρουφίνο, γιου πλούσιου τραπεζίτη που γεννήθηκε το 1928 στην Χάγη, απαρνήθηκε το προκαθορισμένο μέλλον για το οποίο τον προετοίμαζε η οικογένειά του, εγκατέλειψε την πατρίδα του και εγκαταστάθηκε στη ζούγκλα της Βενεζουέλα. Ταξίδεψε σε απάτητα μέρη, οργάνωσε επιστημονικά ταξίδια, ανακάλυψε καινούργια φυτά και είδη ζώων. Έγινε γνωστός ως ο Ρούντι της Ζούγκλας. Στο καταφύγιό του δε, το Ουκαΐμα, φιλοξένησε από τον αστροναύτη Νιλ Άρμστρονγκ και τον πρίγκιπα Κάρολο της Αγγλίας, μέχρι τον σκηνοθέτη Βέρνερ Χέρτζοκ και τον πρίγκιπα Μπέρνχαρντ της Ολλανδίας.

Στην τρίτη ηλικία εστιάζει το ντοκιμαντέρ Φαιά ουσία / Grey Matter της Ina van Beek το οποίο θα παρακολουθήσουμε σε διεθνή πρεμιέρα στη Θεσσαλονίκη και το οποίο επισκέπτεται ένα γηροκομείο στο Άμστερνταμ. Η καθημερινότητα των ηλικιωμένων και οι μικρές συνήθειές τους, συνθέτουν το 24ωρο ανθρώπων με ανίσχυρο σώμα, επιλεκτική μνήμη, πλούσιο παρελθόν και ελάχιστο μέλλον.

Το Κουτσουλιές και κοτόπουλα / Shit & chicks του Kees van der Geest το οποίο επίσης πραγματοποιεί διεθνή πρεμιέρα στο φεστιβάλ, ταξιδεύει ως την απομακρυσμένη αφρικανική σαβάνα στην βορειοδυτική Γκάνα, όπου ένας φιλήσυχος αγρότης χρησιμοποιεί μια παραδοσιακή μέθοδο προκειμένου να ταΐσει τα κοτόπουλά του. Μέσα από την διαδικασία και τις λεπτομέρειές της, το φιλμ αποτίνει φόρο τιμής στη σχέση του ανθρώπου με τη φύση.





* * * * * * *

16.2.07

ένα γηροκομείο στο Άμστερνταμ

Πάντα αναρωτιέμαι αν πρέπει να αρχίσω από την αρχή ή από το τέλος, όταν είναι να πω κάτι που θέλω να πω.
Δεν είναι τόσο παράλογο αυτό, όσο φαίνεται.

Το ερώτημά μου είναι: να αρχίσω από το αρχικό ερέθισμα-που οδήγησε στο τελικό αποτέλεσμα, ή να ξεκινήσω από το συμπέρασμα και, γυρίζοντας σιγά-σιγά προς τα πίσω, να εξηγήσω το πώς αυτό προέκυψε?
Ή σε τελική ανάλυση, δεν έχει καμία σημασία ο δρόμος και ο τρόπος, αλλά μόνο το αποτέλεσμα? (Απαντώ στην ερώτησή μου: για μένα έ χ ε ι σημασία ο δρόμος και ο τρόπος που φτάνεις σε μια σκέψη, στο να γράψεις ένα κείμενο, στο να πάρεις μια απόφαση).
Τέλος πάντων.
Επιλέγοντας στην τύχη, ξεκινώ από την αρχή, και αντιγράφω την παρακάτω παράγραφο από το newsletter του 9ου φεστιβάλ ντοκιμαντέρ, που θα γίνει στην Θεσσαλονίκη από τις 16 έως τις 25 Μαρτίου 2007, παράγραφο η οποία με εντυπωσίασε πολύ, μου προκάλεσε σκέψεις, και επίσης με έβαλε από τώρα στο πνεύμα του φεστιβάλ!

...ένα γηροκομείο στο Άμστερνταμ: η καθημερινότητα των ηλικιωμένων και οι μικρές συνήθειές τους, συνθέτουν το 24ωρο ανθρώπων με ανίσχυρο σώμα, επιλεκτική μνήμη, πλούσιο παρελθόν και ελάχιστο μέλλον...





* * * * * * *

13.2.07

λικέρ, ξανά.


Μα, ποια φρούτα είναι επιτέλους αυτής της εποχής τα κατάλληλα, να βάλω στα βάζα να κάνω λικέρ?
Να στολίστούν τα παράθυρα με τα χρώματα των φρούτων, με τους λόφους της ζάχαρης που θα μουλιάζουν σιγά-σιγά ώσπου να λιώσουν, με αρωματικά ξύλα κανέλας και γαρύφαλου...
Να τ΄αναποδογυρίζω καθημερινά, και να τ΄αφήσω να βράσουν παίζοντας με τον χειμωνιάτικο ήλιο, ώσπου να γίνουν ένα όλα τους τ΄αρώματα...
Να ζωντανέψουν επιτέλους τα παράθυρα. Κι εμείς, μαζί.

(ο πίνακας του Vilhelm Hammershoi)




* * * * * * *

12.2.07

η, των λιστών...

Όταν θα μάθεις -όταν θα καταφέρεις, ας πω καλύτερα- να ευχαριστιέσαι τις ημέρες της άδειάς σου χωρίς ενοχές, τότε θα έχεις κερδίσει μια πολύ μεγάλη μάχη.

Δεν ξέρω τι φταίει, δηλαδή για μένα, ξέρω: μεγάλωσα σ΄ ένα σπίτι όπου κάθε στιγμή αργίας θεωρούνταν σπατάλη χρόνου… Ενώ εμένα, οτι μου άρεζε πιο πολύ απ όλα, ήταν να κοιτάζω το υπερπέραν και να χάνομαι στις σκέψεις μου…
Φαντάσου τώρα τι ξυπνήματα έχω φάει!

Ακόμη το προσπαθώ, το να μην έχω πρόγραμμα για κ ά θ ε ημέρα της άδειάς μου.
(Μη γελιέσαι. Έχω, πάντα, για όλες τις μέρες… Αλλιώς παθαίνω πανικό!).



* * * * * * *

8.2.07

είναι κάτι μέρες...

Αν ήσουν εδώ, θα πηγαίναμε στης Μαρίας σήμερα το βράδυ, που μας κάλεσε για Τσικνοπέμπτη, τα τέσσερα κορίτσια, με τους άντρες τους.

Τα χέρια μου-και το μυαλό μου, είναι παράλυτα.

Θέλω, να δω τις φίλες μου, δεν είναι αυτό. Περνάμε ωραία μαζί.

Πριν μια ώρα, ψάχνοντας μια φωτογραφία με τις δύο μικρούλες μου μαζί, για να φέρω να τη βάλω στο καδράκι στην κουζίνα μας, μου φάνηκαν τόσο πολλές οι φωτογραφίες με τις φίλες μου-αυτές που βγάζουμε κάθε φορά που βγαίνουμε οι τέσσερις για να βλέπουμε πως εξελισσόμαστε (!) μέσα στο χρόνο, που αποφάσισα (επιτέλους) να τις απομονώσω από τις υπόλοιπες και να τις βάλω στο άλμπουμ που έχει χαρίσει σε όλες μας-ακριβώς γιαυτό το σκοπό, η Ανατολή. Τις ξεχώρισα και τις έβαλα. Σταματούσα σε όλες. Αλλού ήμουν κλαμένη, αλλού έλαμπα, αλλού ήμασταν μετά από λογομαχίες, αλλού ήταν συγκινητικά (όπως τότε που κόψαμε τη δική μας-βασιλόπιτα της παρέας, στα τέσσερα, μέσα στον Ανατολικό)…

Πονάει το κεφάλι μου, κι απ΄ έξω ακούγονται δυνατά ποντιακά εδώ και ώρες. Θέλω ησυχία, να κλείσω τα μάτια και να σταματήσουν όλα.

Άμα ήσουν εδώ, θα πηγαίναμε. Το ξέρω πως θα σου άρεζε, θα γνώριζες και τους άντρες τους. Θα γνώριζαν κι αυτοί εσένα. Παιδιά δεν θα έχει-μου το λένε πάντα σαν να είναι ένα επιχείρημα για να πάω… Βέβαια, εγώ τα κατάφερα έτσι, ποιόν μπορώ να κατηγορήσω?

Τι γκρίνια, Χριστέ μου, τι γκρίνια. Απ΄ το τίποτα, για το τίποτα…
Νομίζω ότι γεννήθηκα παραπονούμενη και στραβομουτσουνιασμένη, κι έτσι θα πεθάνω. Τόσα χρόνια, τόσες κουβέντες, τόσες σκέψεις, τόσα επιχειρήματα, κι ακόμη δεν μπόρεσα να το τακτοποιήσω αυτό, να βγάλω αυτήν την ξινίλα από τα μούτρα μου…Ποιο μπιζέλι, εδώ έχω ολόκληρη μπιζελόσουπα κάτω από το στρώμα μου… Και το πιο αστείο είναι ότι δεν μπορώ να έχω ξεκάθαρη εικόνα για τον εαυτό μου, συχνά-πυκνά νιώθω πως ότι με σημάδεψε πιο πολύ στη ζωή μου (ή, ήρθε κι έδεσε μ΄ αυτό που είμαι αληθινά-μία που δεν τολμάει να διαφωνήσει και γιαυτό βρίσκει ομορφιά και αξία σε κάθε τι-όσο και το νιώθει λίγο- που έχει), είναι η Πολυάννα που διάβαζα μικρή…

Τελικά θα κάνω αυτό που μπορώ, θα μείνω σπίτι. Και θα στεναχωρήσω (προσβάλλω να πω?) τα κορίτσια για ακόμη μια φορά. Για άλλη μια φορά θα με λυπηθούν, θα νευριάσουν, θα με κουβεντιάσουν, θα μου τηλεφωνήσουν την ώρα του μεγάλου κεφιού και θα προσφερθούν να έρθουν να με ξεκολλήσουν από το σπίτι.

Όμως, αν ήσουν εδώ, θα πηγαίναμε.

Τώρα έχω να αντιμετωπίσω και την δική σου επιτίμηση-εκτός αυτής των άλλων, με τον εαυτού μου που δεν καταλαβαίνω πρώτον απ΄ όλους.

Ήταν μια εφιαλτική μέρα σήμερα-στη δουλειά. Κρυώνω εκεί που κάθομαι, και εκτός από την πρακτική πλευρά του θέματος-όταν κρυώνεις πως μπορείς να δουλέψεις? πώς να κουνήσεις τα χέρια σου, πώς να γράψεις? έχω και την θεωρητική-αυτή που είναι γέννημα του (ξινο)μυαλού μου: να νιώθω το γεγονός ότι κρυώνω σαν προσβολή στην προσωπικότητά μου… Θέλω να δουλεύω ήρεμα, δεν θέλω να με πιέζουν, να με τρέχουν, κουράστηκα, είναι τόσα χρόνια πια. Δεν αντέχω. Θέλω να φύγω, θέλω να σταματήσω, να μην βλέπω κανέναν τους, να μην βγαίνω από τη ζέστη και την ησυχία του σπιτιού μου…

Λοιπόν, άμα ήσουν εδώ, θα πηγαίναμε, στο υπόσχομαι. Και θα το ευχαριστιόμουν τελικά, το ξέρω καλά. Κάθε φορά που με πίεσα να βγω ενώ δεν ήθελα (καθόλου) τελικά πέρασα πολύ ωραία-το παραδέχομαι. Και θα χαιρόντουσαν και τα κορίτσια. Κι αυτό θα μου έδινε μεγάλη χαρά. Και δεν θα πίστευαν ότι είμαι παράξενη, ή αγενής, κι ότι δεν κάνω καμιά προσπάθεια. Και δεν θα είχα αυτό το βάρος ότι τους στεναχωρώ.

Τώρα αυτό να το ποστάρω?




* * * * * * *

5.2.07

απορίες...

Η δασκάλα προτείνει στα παιδιά να γράψουν ένα ποίημα, βασισμένο σε έναν πίνακα της αρεσκείας τους... (Τι ωραία! Αλήθεια, συνηθίζονται τέτοια θαυμάσια στα σχολεία σήμερα, ή πέσαμε στην εξαίρεση?).
Η Χρύσα λοιπόν, που ξέρει να ξεχωρίζει τον Βαγκόγκ, τον Ντεγκά, τον Μονέ και τον Σαγκάλ-όχι απαραίτητα μεταξύ τους, αλλά από όλους τους υπόλοιπους, διάλεξε πίνακα, έγραψε και ποίημα:


Μια κυρία με ομπρέλα

με παιδιά και με αέρα

κίνησε να πάει στο λιβάδι

με αέρα και χαλάζι.



Όμως η κυρία αφήνει τα

παιδιά και φεύγει μακριά,

πάει μια βόλτα στην εξοχή

με την άνοιξη μαζί.



-Καλά βρε Χρύσα (ειλικρινά έκπληκτη η θεία, μετά την απο μνήμης και ως νεράκι τρέχουσα απαγγελία), πως μπορείς να το θυμάσαι απ΄έξω, και μάλιστα να το λές έτσι γρήγορα?
-Αφού είμαι ποιητής, εγώ το έγραψα. Λές να μην ξέρω απ΄έξω τα ποιήματά μου?



* * * * * * *

29.1.07

καθημερινά

Δεν μπόρεσα να μην την μοιραστώ αυτή τη φωτογραφία από το βλογ "καθημερινές φωτογραφίες απο το Kitakami, μια μικρή πόλη στην Βόρεια Ιαπωνία, και τα περίχωρα της".
Τόσο φωτεινά, τόσο ζωντανά, ταιριαστά-σαν ζευγάρι!
Κι ευτυχώς, το μπλε μου φαίνεται αρκετό για να κρατήσει μακριά το κακό μάτι...


* * * * * * *

25.1.07

...


Η αγάπη είναι δώρο.
Ούτε να την πάρεις μπορείς, ούτε να την δώσεις, με το ζόρι.
Μόνο να τη νιώσεις γίνεται.
Αν αφεθείς.

* * * * * * *

Μερικές φορές παθαίνω πανικό. Και πολύ καλά παθαίνω, μπας και μάθω, γιατί χρόνια τώρα διατείνομαι ότι δεν καταλαβαίνω τι είναι αυτές οι κρίσεις πανικού που παθαίνουν οι άνθρωποι, που τους λούζει κρύος ιδρώτας, πετάει η καρδιά τους και χάνουν τον κόσμο κάτω από τα πόδια τους.
Ενώ για τον εαυτό μου-κοίτα χάιδεμα, κοίτα ευφημισμό, κοίτα εγωισμό-δεν το λέω ιατρικά: κρίσεις πανικού, το λέω παθαίνω πανικό.
Ζαλίζομαι από το φόβο, και η γη φεύγει κάτω από τα πόδια μου.
Μερικές άλλες φορές πάλι, νιώθω τόσο ήρεμη, σαν να μην μπορεί τίποτα να με πονέσει. Αυτό βέβαια δεν είναι και καλό, διότι πόση ευτυχία μπορεί να έχει μια παγοκολόνα, πόση ευτυχία και πόσο μέλλον ζωγραφισμένο μπροστά της?
Γενικά, η τραμπάλα που λέγαμε, είναι ακόμη μέσα μου. Τρελαίνει εμένα κυρίως, γιατί στην ηλικία μου, όλοι οι γύρω έχουν πια πάρει το δρόμο τους, και έχουν απηυδείσει επίσης, και δεν ασχολούνται με το δικό μου κουβάρι-έχουν τα δικά τους.
Μόνο οι συνάδελφοι τρώνε στη μάπα τα μούτρα μου καθημερινά, και ο αγαπημένος μου, που δεν ξέρω πόσο ακόμα θα αντέξει.
Εγώ πάντως αντέχω ακόμα.

(Αυτό το απηυδείσει άθλιο μου φαίνεται, μέχρι και το word αρνήθηκε να το αναγνωρίσει, αλλά δεν βρήκα άλλο τρόπο-γραφής, ούτε άλλη λέξη-ταιριαστή, απήυδησα-το κράτησα!).




* * * * * * *

23.1.07

ενας χρόνος λεμόνια

Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθήση
ο ήλιος και το σούρουπο ακολουθήσει,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να 'ναι.

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση•
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει,
αν στάξει γι' αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

Κι αν πιούν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδίλι,
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται...

Αν δε μπορείς παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Το 1984, κάποιο μήνα του Φθινοπώρου, στα (ηλεκτρονικά) Las Vegas, μετέφρασα στα αγγλικά (και στο πόδι) αυτό το ποίημα του Λορέντζου Μαβίλη, με προοπτική να γίνει heavy metal επιτυχία από ένα γκρουπ του σχολείου, από το οποίο μόλις είχαμε όλοι μας αποφοιτήσει.
(Τα λόγια που άκουσα από τον μπαμπά μου για το ποιόν μου, όταν άκουσε ότι πήγα εκεί (στα L.V.)-αν και ήταν η μόνη, πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου, ούτε θα τα επαναλάβω εδώ, ούτε που θέλω να τα θυμάμαι, αν και μου είναι επίσης αδύνατον να τα ξεχάσω, ακόμη και σήμερα-είκοσι τόσα χρόνια μετά).

Ο πρώτος στίχος τριβέλιζε σήμερα το μυαλό μου, κατεβαίνοντας στο κέντρο της πόλης: «καλότυχοι οι νεκροί, καλότυχοι, καλότυχοι, οι νεκροί, που λησμονάνε, που λησμονάνε, που λησμονάνε την πικρία της ζωής»…. Κι άλλα, κι άλλα.
Ήταν οι τελευταίες κουβέντες που άκουσα στη δουλειά, ήταν και ο καιρός, είναι κάπως και εκ του φυσικού μου (η γκρίνια κι η λεμονο-ξινίλα…).

Πήρα ένα ζευγάρι μπότες. Μαύρες. Στρογγυλές από μπροστά, λίγο καουμπόικες και λίγο ιππασίας. Ένα νούμερο μεγαλύτερες (όπως πάντα-γιατί το δικό μου μέγεθος είναι κάτω του μέσου όρου και δεν υπάρχει ποτέ στα καταστήματα), αλλά η πωλήτρια μου έβαλε πατάκια…

Τώρα τις φοράω και περπατάω στο σπίτι σαν παπουτσωμένος γάτος-και χαίρομαι τόσο, που δεν θέλω να τις βγάλω!
Τις φοράω με το παντελόνι της πιτζάμας μου που είναι κρεμ, με γαλάζια και μπλε αρκουδάκια, και διαβάζω τα πόστς του κόσμου.
Και έχει ησυχία, και μπότες, και φίλους γύρω που γράφουν και επικοινωνούν, και χαίρομαι, και δεν λέω πια καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε.




* * * * * * *

21.1.07

βουτήματα...

Είναι κάτι μέρες που τα χέρια μου, πονάνε πολύ. Δηλαδή ολόκληρη σχεδόν πονάω, κι όχι ακριβώς πονάω, περισσότερο θα το έλεγα «τρίζω» (!): οι παλάμες, οι ώμοι, η πλάτη, ο αυχένας, η μέση οι αστράγαλοι…

Τα χέρια όμως, είναι το πιο δύσκολο: από τους καρπούς και κάτω, σαν να έχουν μια ανησυχία, σαν να θέλουν κάποιο άλλο χέρι να τα κρατήσει, να τα μαλάξει, να τα τρίψει. Εκείνες τις μέρες τα τρίβω συνέχεια, τα πατάω, κάθομαι επάνω τους, στρίβω πέρα-δώθε τα δάκτυλα...

Ανακούφιση φέρνει το ζεστό νερό και η ακινησία-μα που αυτά, μ αυτό το ίντερνετ-του διαβόλου (αλλά και των αγγέλων) που έχω μπλέξει...

Μάλλον είναι κάποιο είδος αρθρίτιδας-εκεί έχω καταλήξει, καθώς ο τελευταίος γιατρός που επισκεύθηκα σχεδόν με έδιωξε, κι ούτε καν δεν πτοήθηκε όταν του είπα "δεν είστε καλός γιατρός, γιατί δεν βρίσκετε τι έχω-γιατί κάτι έχω, το νιώθω...", μόνο γέλασε : φύγε και πάνε να γίνεις ευτυχισμένη, ούτε τίποτα έχεις, ούτε φάρμακα χρειάζεσαι.

Λοιπόν τέτοιες μέρες σκέφτομαι και αγαλιάζω το βούτημα στη μεγάλη γούρνα του Λαγκαδά, την παλιά, τη μαρμάρινη, με τον μεγάλο θόλο, τον βαμμένο με γαλάζια λαδομπογιά.

Έχει τύχει, (ναι, τύχη!), μεσημέρια-μετά τη δουλειά, σχεδόν μόνη-ή με κάποια ήσυχη, χοντρή γιαγιά παρέα, να απλώνω τα χέρια πάνω στα ζεστά μάρμαρα και να πετάω, με το φως που μπαίνει χορεύοντας από το παραθυράκι στην κορυφή...

Όχι, δεν έχω πάει σε αντίστοιχο λουτρό της Πόλης. Ναι, έχω πάει σε σπά (σε υπόγειο) ξενοδοχείου-στριμωχτή πολυτέλεια που μυρίζει χλώριο.

Ααα, εκεί στο Λαγκαδά, εκείνη είναι η πραγματική πολυτέλεια-εκεί νιώθεις τουλάχιστον…χανούμισσα...

(Στην Αθήνα άραγε, έχει Λαγκαδά??)




* * * * * * *

17.1.07

να μη στεναχωριέσαι για τίποτα


Σήμερα το μεσημέρι-με τον ήλιο, με έπιασα-πάλι,
να κάνω σχέδια.
Με έπιασα, λέω, σαν παιδί που το έπιασαν
με το δάχτυλο στο μέλι.
Είχα ξεχάσει πως μπορείς να έχεις μέλλον μπροστά σου,
πάει τόσος καιρός,
το είχα ξεγράψει-για μένα-σ΄αυτή τουλάχιστον
τη ζωή.
Είναι τόσο όμορφο, τόσο απλό, τόσο προφανές,
μα εγώ ξέρω
πως είναι δώρο.




* * * * * * *

13.1.07

ποτέ πια


How rich art is.
If one can only remember what one has seen,
one is never without food for thought or truly lonely,
never alone.

(Vincent Van Gogh to Theo, Laeken, 15 November 1878)



* * * * * * *

10.1.07

σύμπτωση?



Σήμερα άκουσα (για) τρείς ανθρώπους που αγαπούν τη ζωή.

Ο ένας έφυγε.
Άνοιξε τα μάτια, κι ενώ όλοι πίστευαν οτι είναι σε κώμα και δεν καταλαβαίνει, αυτός έσφιξε το χερι του γιού του και ψιθύρισε "φεύγω"...
Τους αποχαιρέτησε, και τώρα είναι στο ψυγείο, περιμένει την αδελφή του απο τη Γερμανία να τον χαιρετήσει κι αυτή.
"Ήθελε να ζήσει, δεν έπρεπε να φύγει", μου είπε ο γιός του.
Τι περίεργο, ε? Κι ας μπορούσαν να πιάσουν τόμους αυτά που έζησε, αν τα έγραφε κανείς. Αυτός ήθελε να ζήσει κι άλλο. Για να πίνει (κι άλλες) μπύρες και να καπνίζει, να χορτάσει τις βόλτες και τα πειράγματα, να χορτάσει και τις επτά εγγονές του, και τον έναν-τον τελευταίο, που πήρε δυό μήνες πρίν το όνομα του.

Ο άλλος ήρθε πιο κοντά στη γυναίκα του.
Να ΄ναι άραγε η κρίση των σαράντα? Έκπληκτη, ενώ για χρόνια τον έβλεπε μια να την πλησιάζει και μια να απομακρύνεται, τώρα τον ακούει να λέει "σ΄αγαπώ (αυτό το περιβόητο...), θέλω να είμαι μαζί σου, δεν θέλω να πεθάνω"...

Ο τρίτος τώρα που μιλάμε, δουλεύει.
Έχει χρόνια που, τον φόβο τον κοίταξε στα μάτια και τον τρόμαξε. Δεν τον έδιωξε, τον κράτησε συγκάτοικο, παρέα, να του θυμίζει πως ζεί.
Ξέρει καλά πως "δεύτερη ζωή δεν έχει", και γι΄αυτό είναι έτοιμος να κάνει οτι χρειαστεί για να ζήσει σαν 'Ανθρωπος αυτήν που έχει μπροστά του.
Είπε σήμερα πως, αν καταλάβει πως κάνοντας ότι κάνει δεν ζεί τη -μοναδική- ζωή του, θα σηκωθεί να φύγει, να αλλάξει δουλειά, να αλλάξει πόλη, να αλλάξει... οτιδήποτε χρειαστεί, αρκεί να ζεί.

* Υπάρχει και τέταρτο θέμα - το οποίο ήταν ο καταλύτης που συγκέντρωσε μαζί (στο μυαλό μου) όλα τα παραπάνω, σημερινά: η κουβέντα για το παιχνδί (παιχνίδι?) "δεύτερη ζωή"...

** Ο πίνακας είναι του Camille Corot.





* * * * * * *

6.1.07

προσευχή

...απόδιωξε από μέσα μου το πνεύμα της οκνηρίας,
της δειλίας,
της δίψας για εξουσία,
της άσκοπης φλυαρίας

και χάρισε μου το πνεύμα της αγνότητας,
της μετριοφροσύνης, της ταπεινοφροσύνης
και της αγάπης...

Πάλι από το Μαρτυρολόγιο του Αντρέι Ταρκόφκι. Για να ξεκινήσει το 2007 όπως τελείωσε το 2006, (κι έτσι να συνεχίσει...).
Ο "μικρός άγγελος που παίζει μουσική" του Rosso Fiorentino, από την Πινακοθήκη Ουφίτσι της Φλωρεντίας.


* * * * * * *