20.12.10

θέλεις να πάμε στην Ελβετία;


Διασχίζοντας την Αλεξάνδρας, σήμερα:
Ο Julian Barnes διαβάζει το Homage To Switzerland, του Ernest Hemingway, σε ένα από τα podcast που κατέβασα από το site της Guardian.
Η σειρά λέγεται Δώδεκα Ιστορίες για τα Χριστούγεννα και ξεκίνησε στις 10 Δεκεμβρίου: καθημερινά, μέχρι τις 22 του μήνα, κάθε απόγευμα, ένα σύγχρονος συγραφέας θα διαβάζει το αγαπημένο του διήγημα ενός παλαιότερου συγγραφέα.

1. Ανακάλυψα τα audio books-μα τι θαύμα!
2. Είναι φρικτό να οδηγείς τ ό σ η ώρα καθημερινά...
3. Βεβαια, μπροστά στο να παίρνω βαθμούς σήμερα, προτιμότερο το μποτιλιάρισμα...

* Ας μην πάμε στην Ελβετία, γιατί έτσι κι αλλιώς ο Χέμινιγκγουει τίναξε τα μυαλά του στον αέρα, όπως και ο πατέρας του, ας πάμε στη Λισσαβώνα, που έχει και θάλασσα.
Θα έχει ζέστη, θα είναι κίτρινα και θα μυρίζει λεμόνια, θα μιλάω όσο γίνεται λιγότερο, μα θα γελάω όσο μπορώ περισσότερο, θέλεις;

18.12.10

κουβέρτες αγάπης

Το project έχει ως εξής: στέλνεις "τετράγωνα" μεγέθους 15Χ15 εκατοστά, σε όποιο σχέδιο μπορείς να πλέξεις, σε ότι χρώμα μαλί έχεις.
Εκείνη συνδυάζει τα χρώματα μεταξύ τους, ενώνει τα μοτίφ, και φτιάχνει το τελείωμα της κουβέρτας.

Η κυρία Sue ξεκίνησε με σκοπό να φτιάξει 6 κουβέρτες με τα τετράγωνα που της έστελναν από όλο τον κόσμο διαβάζοντας το μπλογκ της, και τελικά μέχρι σήμερα έφτασε τις 45.
Όταν μαζεύονται αρκετές, τις πηγαίνει στα γηροκομεία των γύρω περιοχών της, δώρο γιαυτούς κυρίως που έχουν τις λιγότερες επισκέψεις.

Έχει μέρες τώρα που μπαινοβγαίνω σ'αυτό το μπλογκ.
Προσπάθησα να κάνω ένα απλό, περιγραφικό του θέματος κείμενο, χωρίς να παρασυρθώ σε ενθουσιασμούς και συγκινήσεις.
Αλλά είναι ανθρώπινο και συγκινητικό.

11.12.10

περισσότερο κι απ' τον έρωτα


Μην πας πουθενά χωρίς εμένα.
Μην αφήσεις τίποτα να γίνει στον ουρανό χώρια από μένα,
ή στη γη, σ'αυτόν τον κόσμο ή στον άλλον,
χωρίς να είμαι κοντά σ' ότι συμβαίνει.
Όραση, μη βλέπεις τίποτα που δεν βλέπω κι εγώ.
Γλώσσα, μη λες τίποτα.
Όπως η νύχτα ξέρει τον εαυτό της μαζί με το φεγγάρι,
έτσι να είσαι μαζί μου. Γίνε το τριαντάφυλλο
δίπλα στο αγκάθι που είμαι.

Θέλω να με νιώθω μέσα σου όταν γεύεσαι το φαγητό,
στη λαβή του σφυριού σου όταν δουλεύεις,
όταν επισκέπτεσαι φίλους, όταν ανεβαίνεις
μόνος σου στη στέγη τη νύχτα.

Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να περπατώ στο δρόμο
χωρίς εσένα. Δεν ξέρω που πηγαίνω.
Είσαι ο δρόμος και ο γνώστης των δρόμων,
περισσότερο κι απ' τους χάρτες, περισσότερο κι απ' τον έρωτα.

* το κεραμικό της Λασκαρίνας και το ποίημα του Τζελαλαντίν Ρουμί

10.12.10

τρυφερότητες

Τώρα που θα βγεις τυλίξου καλά, γιατί κάνει κρύο, μη σε πιάσει στα ξαφνικά...
* * *
Eντάξει. Θα πάρω και κιμά για να κάνω γιουβαρλάκια. Εσύ, μην ξεχάσεις να κάνεις ανάληψη.

8.12.10

του γέλιου και της λήθης

Tελευταία κουβέντα της ημέρας: έχεις περάσει στη ζωή σου καταστάσεις πολύ πιο δύσκολες από όσες έχει περάσει ο μέσος άνθρωπος - και τα κατάφερες.
Ε, πάλι θα τα καταφέρεις.

6.12.10

Δεν έχει κανείς παρά μόνο αυτό: μια δική του ζωή.

Μάλλον δεν το χρειάζομαι πια αυτό το μπλογκ παρά σαν μπλοκ σημειώσεων: για να καρφιτσώνω τις φωτογραφίες που μου αρέσουν, να κρατάω σημειώσεις με τις προτάσεις που μου φάνηκαν σαν ποιήματα και δε θέλω να τις ξεχάσω, να γράφω τις σκέψεις μου για να τις βλέπω και να ξέρω ότι υπάρχουν.

Λέω στον εαυτό μου: τα πράγματα είναι σοβαρά, μην τα παίρνεις αψήφιστα. Αλλά αυτός είναι σαν τη Σκάρλετ: Επιπόλαιος; Ή απλά επιβιωτικός; Εκπλήσσομαι ακόμα, που στις πιο δύσκολες ώρες, τις ώρες που πρέπει να σκεφτώ, να προβληματιστώ, να α π ο φ α σ ί σ ω, αυτός ο θεομπαίχτης εαυτός, κατεβάζει τα πατζούρια, νυστάζει, σταματάει το μυαλό του, πηγαίνει για ύπνο, θυμάται πως έχει πιάτα να πλύνει, ανακύκλωση να πετάξει, σεντόνια να αλλάξει, κι αφήνει πάντα τα δύσκολα για αύριο.
Αύριο, είναι πάντα πιο εύκολα.

Το πρωί στο αυτοκίνητο, σκέφτηκα, τα πράγματα είναι απλά, τι κάθεσαι και προβληματίζεσαι; Μην κοιτάς μακρυά, κοίτα 5 εκατοστά από τη μύτη σου. Ότι συμβαίνει, το βλέπεις. Ότι αγγίζεις, αυτό έχεις. Τελεία και παύλα. Το να ανοίξεις το μπαούλο και να ψάξεις τα πως και τα γιατί, σε τι θα βοηθήσει; Αφού τίποτα δεν θέλεις να αλλάξει.

Το σούρουπο διέσχισα τη Θηβών φορτωμένη με ψώνια: Ωραία.

1.12.10

άντε, σκούπισε τα ματάκια σου και πήγαινε

Ώρες-ώρες σκέφτομαι πως τα έχω βαρεθεί όλα, τις αισιοδοξίες και τις απαισιοδοξίες, τα μπλόγκς, τα πλεκτά, τα φεστιβάλ, τους καφέδες.

Ορίστε, να ένα υπέροχο αγγλικό, χιονισμένο, χριστουγεννιάτικα στολισμένο καφέ. Το σούρουπο. Πως να αρνηθώ το πόσο χαίρομαι όταν μεγεθύνω την εικόνα ώσπου να γεμίσει όλη την οθόνη, τόσο που νιώθω πως είμαι εκεί έξω;

Μια υπέροχη, κόκκινη καφετιέρα: κάνουν καλύτερο καφέ οι καφετιέρες όταν είναι κόκκινες; Ναι, κάνουν.

Μια υπογραφή με απότομες γραμμές, με μύτες κι όχι με καμπύλες. Mε γραμμές ευθείες, σταθερές, και κυρίως να επαναλαμβάνεται ολόιδια: μα, είναι ποτέ δυνατόν; Είναι δυνατόν εγώ να παραδώσω ένα στιβαρό υπόδειγμα υπογραφής, και μάλιστα να το τηρήσω απαράλλαχτο από δω και πέρα; Mιλάμε για το τι πρέπει ή για το τι μπορώ;

snow ή ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται...


Perhaps what we want for ourselves and what is best for us, are not the same thing...


* ...λέει η Esther στο Bleak House και φωτογραφίζει ο Steffe.

29.11.10

μήπως θα ήταν δυνατόν παρακαλώ να χιονίζει έξω;

Αν δεν είχα κανένα περιορισμό θα ήθελα να περάσω τα χριστούγεννα και όλη μου την υπόλοιπη ζωή χωρίς να αισθάνομαι τίποτα.

Θα ήθελα να είχε συνέχεια ζέστη, και να μύριζε παντού μανταρίνι.

Θα ήθελα να κρατούσα συνέχεια μωρά στην αγκαλιά μου.
Σήμερα το σκέφτηκα αυτό: είδα στο μετρό έναν έφηβο να κρατάει ένα μωράκι και να το πετάει τρυφερά στον αέρα, και σκέφτηκα αχ να τόπαιρνα λίγο στην αγκαλιά μου, πως θα το χάιδευα, θα το ζέσταινα, θα το αγαπούσα.
Και τότε μου ήρθε ότι δεν είναι ένα παιδί δικό μου που θέλω αλλά μωρά για να χαιδέψω, πολύ, πολλά. Θα ήμουν επιτυχημένη σ' ένα τέτοιο επάγγελμα. Επιτυχημένη; Ευτυχισμένη, ήθελα να πω.

Χωρίς κανέναν περιορισμό είπαμε.
Μμμμ, κάτσε να δούμε.
Θα ήθελα να ζω στο Παρίσι-για πάντα; στη Νέα Υόρκη μήπως; στο Λονδίνο; στην Κορνουάλλη; στην Οσάκα;
Ή μήπως καλύτερα να πηγαινοερχόμουν σ'αυτά με μια βαλίτσα στο χέρι;
Ή καλύτερα με μια βαλίτσα με ροδάκια.
Καλύτερα να μην πηγαινοέρχομαι, εγώ είμαι άνθρωπος της ρουτίνας, καλύτερα σ' ένα σπίτι συνέχεια, να ψωνίζω, να μαγειρεύω, να πλέκω...

Βρε, χωρίς περιορισμό είπαμε. Γιατί δε διαλέγεις τον Τζωρτζ και μια βίλα στις όχθες μια ιταλικής λίμνης;
Έναν ποδοσφαιριστή να σε κοιτάζει στα μάτια και να λιώνει;

Στην Ολλανδία, στις θίνες, να βλέπω τον ωκεανό; Στο τρε μαρίε να πίνω καφέ με την αδελφή μου;

Βρε Ιφιμέδεια, σε τι μπελά μας έβαλες...

24.11.10

αξία ανεκτίμητη

Το στολιδάκι (ακόμα ένα, τι θα τα κάνεις όλα αυτά, τζάμπα λεφτά, και δεν στολίζεις καν δέντρο παρά τα αραδιάζεις παντού μέσα στο σπίτι... Ε, πάψε λοιπόν, ότι θέλω κάνω, σιγά τα λεφτά, δεν θα κάνουμε κουβέντα τώρα για τρεισήμισι ευρώ...) το πήρα πριν λίγο και είναι το πρώτο που αγόρασα φέτος (Οκ, θα προσπαθήσω να συγκρατηθώ, να μην πάρω άλλο, το ξέρω πως είναι άχρηστα, πως μόνο χώρο πιάνουν... Αλλά τι να κάνω, ήμουν λίγο κακοδιάθετη, και το μαγαζί με τα χριστουγεννιάτικα είναι δίπλα στο σούπερμαρκετ, και δεν είχα γάλα για αύριο οπότε έπρεπε οπωσδήποτε να πάω, και είχε νυχτώσει γιατί έφυγα αργά από τη δουλειά και γιατί νυχτώνει νωρίς με την αλλαγή της ώρας, και το μαγαζί -το χριστουγεννιάτικα- ήταν φωτισμένο εντελώς, δηλαδή όχι απλά ανοιχτό αλλά σου έμπαιναν στο μάτι ένα σωρό κόκκινα και πράσινα και χρυσαφιά... Είπα ας μπω μέσα σήμερα, μια ματιούλα να ρίξω, τα ψώνια δεν ήταν βαριά, λόγο να βιαστώ να γυρίσω σπίτι δεν είχα, ας μπώ σήμερα, μια φορά για φέτος, για το καλό...

22.11.10

lyrics of love and life


Καθώς πέρασε δίπλα μου με γρήγορα βήματα, η άκρη της φούστας της με άγγιξε.
Από το άγνωστο νησί μιας καρδιάς ήρθε μια ξαφνική ζεστή ανάσα της άνοιξης.

Ένα φτερούγισμα άγγιγμα με χάιδεψε κι εξαφανίστηκε σ' ένα λεπτό, σαν πέταλο κομμένο από λουλούδι που το πήρε ο άνεμος.

Έπεσε πάνω στην καρδιά μου σαν αναστεναγμός του κορμιού της, σαν ψίθυρος της καρδιάς της.


* Rabindranath Tagore: Τhe Gardener (στίχος 22)

17.11.10

αν νομίζεις πως ήρθε η άνοιξη, αυταπατάσαι

Υπάρχουν δυο πιθανές στάσεις αντίκρυ στο θάνατο. Είναι οι ίδιες που κρατάμε αντίκρυ στη ζωή. Μπορείς να το βάλεις στα πόδια βρίσκοντας καταφύγιο σε μια καριέρα, μια σκέψη, κάποιο σχέδιο. Και μπορείς ν'αφεθείς να σε παρασύρουν-να ευοδώσεις την έλευσή τους, να γιορτάσεις το διάβα τους.
Ο θάνατος για τον οποίο τίποτα δεν γνωρίζουμε θ'ακουμπήσει το χέρι του πάνω στον ώμο μας κρυφά σε κάποια κάμαρα ή θα μας χαστουκίσει ολοφάνερα μπροστά σ' όλον τον κόσμο-ανάλογα. Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε περιμένοντας εκείνη την ημέρα είναι να του ελαφρύνουμε τη δουλειά: να μην έχει σχεδόν τίποτε να πάρει γιατί θα τα 'χουμε σχεδόν όλα ήδη δώσει. Να μην έχει να βαστάξει στα χέρια του παρά λίγα άνθη αμυγδαλιάς.

* Κριστιάν Μπομπέν: Η Ανέλπιστη= αυτή που δεν την περίμενε κανείς

Η ζωή μας-ο θάνατος, πάρε-δώσε, όλα-τίποτε, γιορτή, έλευση, το διάβα μας, άνθη, αμυγδαλιά. Ποιά λέξη εκφράζει αυτό που νιώθω τώρα, αυτό που ένιωσα χθες βράδυ διαβάζοντας αυτή την παράγραφο;

Σήμερα περάσαμε κάτω από μια ολάνθιστη γαζία.

13.11.10

cafe creme (*)

ο καφές είναι μαύρος σαν τη νύχτα,
καυτός σαν την κόλαση, γλυκός σαν
το φιλί και δυνατός σαν τον έρωτα



(*) στην Καρδία.

5.11.10

Lyaylya

Το όνομά σου είναι σα λουλούδια. Σαν πουλιά που κελαηδάνε όλα μαζί ένα ανοιξιάτικο πρωί.
Έτσι της έλεγε και τη χάιδευε με τα μάτια του, ξαπλωμένος στο κρεβάτι της ντάτσας τους στα περίχωρα της Μόσχας, καθώς εκείνη χτένιζε τα κατάξανθα μαλιά της, όρθια δίπλα στο παράθυρο που έβλεπε στον κήπο.

Αυτό το ηλιόλουστο όνομα ήταν που τον έφερε κοντά της.
Βαστώντας με το γερό χέρι τον αγκώνα του άλλου, του χτυπημένου, κοίταξε τις διπλανές πόρτες των γιατρών στο διάδρομο του ήσυχου νοσοκομείου. Τώρα πια ούτε που θυμάται τι όνομα έγραφε η άλλη. Στην δική της πόρτα, το όνομά (της) του φάνηκε έξαφνα σαν μια αγκαλιά λουλούδια που μοσχομύρισε και τύλιξε τον πόνο του. Υπνωτισμένος, χτύπησε την πόρτα και μπήκε.
Έτσι, αυτή μπήκε στη ζωή του. Έτσι μπήκε ο ένας στη ζωή του άλλου. Από ένα χτυπημένο χέρι κι ένα τραγουδιστό όνομα.

Μηχανοδηγός σε ένα από τα έργα ανέγερσης γύρω από τον περιφερειακό δρόμο της Mόσχας ήταν. Αλλά τα μάτια του ήταν πιο γαλάζια απ'τον ουρανό κι εκείνη χάρηκε που φωτίστηκε το βαμμένο με λαδομπογιά δωμάτιο από την παρουσία του. Κι αυτός, μόλις την είδε-μόλις την άκουσε να μιλάει, δεν ήξερε πια να πεί αν ήταν η φωνή της που κελαηδούσε ή το όνομά της.

Έ, ποιός μπορεί να πει πόσο να κράτησαν αυτά τα λουλούδια; τα ζεστά δέρματα στα λευκά σεντόνια, τα κρυστάλλινα γέλια τους; (Πόσο βαστάει η ευτυχία;)

Τώρα, η ευτυχία τους έχει άλλη βαρύτητα. Μετριέται (μετριέται άραγε;) σε λευκόχρυσο, σε ακίνητα, σε μετοχές. Εκείνη ακόμα είναι -φυσικά- γιατρός, ακόμα είναι (φυσικά;) ξανθιά, μα ότι έχει επάνω της έχει βάρος. Eίναι ολόκληρη ένα βάρος-απέξω κι από μέσα της.
Κι εκείνος; τον βλέπεις και νομίζεις πως ποτέ, ποτέ δεν ήξερε τι θα πει χαμόγελο, ανοιξιάτικο πρωινό, τραγούδι.

3.11.10

πράσινο και υγρασία


Πάει πολύς καιρός που δε βγαίνω ποτέ χωρίς εσένα. Σε κουβαλώ μαζί μου μέσα στην πιο απλή κρυψώνα: σε κρύβω μέσα στη χαρά μου σα γράμμα ανοιχτό σε κάθε βλέμμα.

(Ωωωωω, ο κύριος Κριστιάν Μπομπέν, πού είναι να τον αγκαλιάσω; Και τι να σχολιάσω, δε θέλω, δεν ταιριάζει.

Σήμερα, σχολώντας, βρήκα ακόμη δύο βιβλία του: την Ανέλπιστη-από όπου το παραπάνω, και την Ξέφρενη Πορεία. Έτσι, μετά τον Αιχμάλωτο του Λίκνου-το πρώτο και καλύτερο, την Κίσσα και την Γυναίκα Που Έρχεται, νομίζω πως μου λείπουν άλλα δύο μόνο για να έχω όλα του όσα μεταφράστηκαν στα ελληνικά. Γιατί δυστυχώς, γαλλικά δεν ξέρω.)

1.11.10

Ποιά είναι η πιό μεγάλη σου επιθυμία;

Ποιά είναι η πιό μεγάλη σου επιθυμία;

Να πάω στη Βενετία. Να πάω στο Παρίσι. Να περπατήσω στη Λισσαβώνα. Να πάω παντού. Να μην πάω πουθενά-να γίνω σαν τον Κριστιάν Μπομπεν, να είμαι ικανοποιημένη μέσα στο σπίτι μου. Τουλάχιστον εδώ έχουμε τον υπολογιστή και μπορούμε να ταξιδεύουμε νοερώς. Γιατί όμως λέω "τουλάχιστον"; άρα πάλι υποκατάστατο, άρα ακόμη θέλω να πάω. (Παντού.)

Να είσαι καλά. Να μην πάθεις ποτέ τίποτα. (Όχι, όχι, αυτή δεν είναι σκέψη για παιχνίδι, δεν είναι σκέψη για ποστ, είναι αμαρτία. Βγάλτην, βγάλτην αυτή τη σκέψη, μην την ακουμπάς.)

Να έχω πάντα φαγητό. Και παντεσπάνι. Και σοκολατένια γλυκάκια. Και μπαρς σοκολάτα-πορτοκάλι.

Να έχω πάντα τη δουλειά μου. Για να έχω φαγητό, και ελπίδες για ταξίδια.
Όμως ο Βέρνερ Χέρτζογκ πώς πήγε με τα πόδια από τη Γερμανία στο Παρίσι; Κι ο Πάτρικ Λη Φέρμορ πώς πήγε από την Αγγλία στην Κωνσταντινούπολη, επίσης με τα πόδια. Τι, χρειάστηκε να έχουν δουλειά για να μπορέσουν να ταξιδέψουν;
(Ζηλεύω αυτούς που πάνε -μακριά- με τα πόδια.)
Κι ο Λάρυ Ντάρελ πώς πήγε με τα πόδια από το Βέλγιο στη Γερμανία; Τώρα θα μου πεις ότι αυτός ήταν ήρωας βιβλίου, ότι ήθελε έκανε. Οι άλλοι όμως, οι δύο παραπάνω (και όλοι οι άλλοι, που πιθανότατα υπάρχουν αλλά δεν τους ξέρω γιατί δεν έγραψαν βιβλία) είναι αληθινοί και πήγαν όπου ήθελαν.

Εεε, μας έπρηξες. Ξεκίνα λοιπόν και πήγαινε μόνη σου, της λέω κάθε μέρα (στον καθρέφτη).
Μήπως (δεν ξεκινάς γιατί) το ταξίδι δεν έχει σημασία αν δεν είσαι με την Συντροφιά σου; Μήπως είχε δίκιο εκείνος που έλεγε κοριτσάκι μου, έτσι κι αλλιώς όλη μέρα ξαπλωμένοι στο κρεββάτι θα είμαστε, τι σημασία έχει αν θα είναι εδώ ή στο Παρίσι;
Τι έχει σημασία, τελικά; Να γελάς; να είσαι ξαπλωμένος σ'ένα κρεββάτι και να γελάς; Να περπατάς και να γελάς; Να μην έχει σημασία πού είσαι και να γελάς;
Η μεγαλύτερη επιθυμία σου είναι να γελάς;
Να γελάω ευτυχισμένη. Καλύτερα: να γελάω, γιατί όταν γελάω είμαι ευτυχισμένη.
Ή μήπως να είμαι ευτυχισμένη, γιατί τότε μόνο θα γελάω;

Λοιπόν, πώς θα γινόσουν ευτυχισμένη, ποιά είναι η πιο μεγάλη σου επιθυμία;