17.3.16

σε vermillon και σε emerald













Το σχέδιο λέγεται Gallatin scarf (από το raverly), το νήμα είναι το Malabrigo worsted (100% merino) από την Ουρουγουάη (μέσω του Plectorium στη Λάρισα), η ποσότητα (για το καθένα) είναι 192 μέτρα και οι βελόνες νούμερο 6.
Στάθηκε αδύνατον να φωτογραφήσω με ακρίβεια το εξαιρετικό χρώμα (και την απαλότητα!).

16.3.16

οι κονδυλοφόροι



Οι ήρωες αυτού του βιβλίου  είναι όλοι τους κονδυλοφόροι - γράφουν.
Καταρχάς βέβαια διαβάζουν, αγαπούν πολύ το διάβασμα, αγοράζουν βιβλία και περιοδικά, θέλουν να είναι ενήμεροι για τις νέες εκδόσεις και τις κριτικές τους.
Κι όπως σχεδόν κάθε άνθρωπος που διαβάζει πολύ και αγαπάει τα βιβλία, έχουν την ικανότητα, άλλος λίγο κι άλλος πολύ, να γράψουν. Έχουν και την επιθυμία επίσης, άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο, να γράψουν.
Κι εδώ είναι που ξεκινάει το θέμα του βιβλίου.
Για να γράψεις, λέει, δεν αρκεί μόνο η ικανότητα και η επιθυμία. Θέλει να αποφασίσεις και για τον δρόμο που θα επιλέξεις: θα γράφεις όπως θέλεις, όπως σου  βγαίνει ή όπως ζητάει η αγορά; Θα γράφεις όποτε έχεις έμπνευση ή όποτε χρειάζεσαι λεφτά; Θα γράφεις ότι θέλεις να γράψεις ή ότι σου ζητάνε;

Οι ήρωες.
Ο ένας ελίσσεται, γράφει με τέτοιο τρόπο ώστε να χτίσει δημόσιες σχέσεις, να κερδίσει χρήματα, να μπορέσει να ζήσει καλά. Άλλος γράφει με τον τρόπο που θεωρεί ο ίδιος ότι πρέπει να γράψει, ικανοποιημένος κι ας διαισθάνεται εκ των προτέρων ότι το έργο του δεν θα γίνει αποδεκτό, κι ας ρισκάρει το να πεθάνει από την πείνα.
Κι άλλος προσπαθεί να γράψει αυτό που ζητάει η αγορά, όμως με τόσο κόπο (και γι' αυτό ακριβώς χωρίς καλό αποτέλεσμα) που σχεδόν οδηγείται στην τρέλα.
Άλλος για τη φήμη, άλλος για τα λεφτά, άλλος για τον έρωτα, άλλος για να συντηρήσει την οικογένειά, όλοι πασχίζουν με τα μολύβια και τα χαρτιά.

Δεν μπορώ να χαρακτηρίσω τους Κονδυλοφόρους αριστούργημα γιατί δεν έχει εκείνες τις στιγμές τις μαγικές που νιώθεις ότι κάτι θείο έκανε ο συγγραφέας και σε σήκωσε από το έδαφος. Θα πω όμως την κοινοτοπία ότι είναι ένα βιβλίο που πρέπει να διαβάσει κάθε άνθρωπος που αγαπάει τα βιβλία, το διάβασμα και το γράψιμο.

Βρήκα λίγο από τον εαυτό μου κι από τους φίλους μου μέσα του, την αγάπη για τα βιβλία ως αντικείμενα, την ικανότητα να δοκιμάζουμε τον εαυτό μας στο γράψιμο-παιδιόθεν, την επιθυμία να είμαστε κονδυλοφόροι, κυρίως, πέρα από κάθε τι άλλο που κάνουμε.

Εντυπωσιάστηκα που βρήκα τόσες ομοιότητες ανάμεσα στο 1891 που εκδόθηκε το βιβλίο και στο σήμερα. Μάλλον δεν θα έπρεπε να εκπλαγώ τόσο: η ανθρώπινη ψυχή και οι ανάγκες δεν αλλάζουν με τους αιώνες.

Ποτέ δεν θα πάψει να με εκπλήσσει το γεγονός ότι ο κόσμος του βιβλίου περιλαμβάνει μέσα του τόσα συμφέροντα και δημόσιες σχέσεις. Για κάποιο λόγο (για τον προφανή) θεωρούσα ότι εξ ορισμού έπρεπε να είναι διαφορετικός. Κι όμως.

* Όταν μια φορά έβγαλα την κάρτα μου να πληρώσω σε ένα βιβλιοπωλείο και ρώτησα γατί δεν μου ζήτησαν ταυτότητα, έλαβα την απάντηση Μα ποιος θα έκλεβε μια πιστωτική κάρτα για να πάει να αγοράσει βιβλία; Ε, αυτό.

13.3.16

Και τώρα ας μιλήσουμε σοβαρά.

Μ΄αρέσει να φωτογραφίζω τα νήματα απ΄όταν είναι πλεξούδες και κουβάρια, και κατά τη διάρκεια του πλεξίματος-όταν βλέπω λίγο λίγο από το τίποτα να δημιουργείται κάτι, ε και φυσικά στο τέλος, το αποτέλεσμα, να το στριφογυρίζω από δω κι από εκεί, να το στήνω σαν να είναι μανεκέν και σκηνικό θεάτρου. Λίγο ντρέπομαι για όλα αυτά, γιατί δεν καταλαβαίνω ακριβώς από πού προέρχεται η επιθυμία και η απόλαυση, ξέρω μόνο το μέγεθός της και ότι θέλω να τη μοιράζομαι. Όχι για να ακούσω ω τι ωραίο πλεκτό ή ω τι ωραία φωτογραφία, αλλά για να τη δει όποιος τη δει και να πει μέσα του ω! Και πάλι, ω, τι ωραία, τι ωραία που είναι η ζωή.
Μάλιστα. Αυτά ήθελα να πω.

ερωτήσεις


Ποια φωτογραφία να βάλω, αυτή που γέρνει ή την ίσια, τι νήμα είναι αυτό, (τι όμορφο χρώμα! πώς το λένε;), και, τι φτιάχνεις, για ποιον το φτιάχνεις, Τι κοιτάζει αλήθεια ο ποιητής, γιατί όχι προς το όμορφο νήμα που λέγεται sunset αλλά προς τα τηλεχειρηστήρια-που-δεν-φαίνονται.

11.2.16

αξίζει κανένας να ζει

Αυτό που με συγκίνησε όταν πρωτοδιάβασα για τον Μπρους Τσάτουιν σε μια εφημερίδα (κι έτσι έμαθα για την ύπαρξή του με αφορμή τον τότε πρόσφατο θάνατό του) ήταν το ότι η σύζυγός του ήταν πάντα δίπλα του παρόλο που είχαν χωρίσει, παρόλο που ήταν αμφίφυλος και πέθανε απο aids. Αυτό, το η σχέση δύο ανθρώπων να μένει αγάπη μέσα στην εξέλιξη της ζωής τους (χωρισμό, διαζύγιο, απομάκρυνση) είναι που επιβεβαιώνει στα μάτια μου ότι η αγάπη υπήρξε πραγματικά. Αυτή την αγάπη αναγνωρίζω και αυτή χρειάζομαι να υπάρχει για να αξίζει η ζωή.
Μετά έμαθα κι άλλες ιστορίες, είδα ότι δεν είναι σπάνιο πουλί αυτή η εντελώς αγάπη.
H Σιμόν ντε Μπωβουάρ και ο Σαρτρ-οι πιο διάσημοι (με όσο νερό είχε το κρασί της σχέσης τους, αλλά πάλι).
Η ηρωίδα του The Μaytrees, της Annie Dillard.
Το κορίτσι από τη Δανία, η ζωγράφος Gerda Wegener και ο σύζυγός της Einar/Lili Elbe.
Η Πάττι Σμιθ και ο Ρόμπερτ Μέιπλθορπ-το βιβλίο που διαβάζω αυτές τις μέρες: Είχαμε μάθει, ότι κι αν γινόταν, να κοιμόμαστε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.

12.1.16

Ένας καλός γιός


Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο εστιάζει στα παιδικά χρόνια του συγγραφέα (πατέρας φασίστας στην θεωρία και στην πράξη, στην κοινωνία και μέσα στην οικογένεια), το δεύτερο στις φιλοσοφικές ασχολίες της ενήλικης ζωής του (στις σχέσεις του με τα βιβλία και με τους δασκάλους του), και το τρίτο στα γηρατειά του πατέρα του (εντελώς χονδρικά αυτός ο διαχωρισμός). Και τα τρία μέρη είναι εξαιρετικά, στο πρώτο δεν μπορείς να αφήσεις το βιβλίο από τα χέρια σου, το δεύτερο με φρέναρε λίγο-δεν διαβάζεται με την ίδια ταχύτητα, φυσικά, αλλά είναι απολύτως κατατοπιστικό. Το τρίτο μέρος με τάραξε, γελούσα νευριασμένη, ήταν σαν να διαβάζω για τη μαμά μου-όλοι οι γέροι του κόσμου ίδιοι, σ΄όλες τις χώρες, όλες οι σχέσεις, όλα ίδια.

Πώς εξέρχεται κανείς από την παιδική του ηλικία; με την επανάσταση και τη φυγή, αλλά κυρίως μέσα απ΄ότι τον έλκει, δηλαδή αγαπώντας με πάθος όλο και περισσότερα πράγματα που τον ωθούν να βγει στον κόσμο.

Μετά Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα είχα διαγράψει τον Πασκάλ Μπρυκνέρ από το αναγνωστικό μου μέλλον και χρειάστηκαν εικοσιπέντε χρόνια και (κυρίως) μια πρόταση από φίλη της λέσχης Ανάγνωσης (και ένα όμορφο εξώφυλλο, ας το πούμε κι αυτό) για να τον ξαναδιαβάσω.
Μέσα σ΄αυτά τα εικοσιπέντε χρόνια, ή εγώ άλλαξα ή αυτός ωρίμασε, ή (το πιθανότερο) και τα δύο μαζί. Ωραία να το ανακαλύπτει κανείς αυτό. Και πιο ωραίο το να μην χάνει την ανάγνωση καλών βιβλίων.

14.12.15

Il Visconte dimezzato

...θα μάθεις να πονάς για τα βάσανα όλου του κόσμου και να γιατρεύεις το δικό σου πόνο ανακουφίζοντας το δικό τους. 

Μα τι ωραίο βιβλίο, τι ωραία εισαγωγή στον κόσμο του Καλβίνο-είναι το πρώτο του βιβλίο που διαβάζω.
Η υπόθεση είναι ένας συμβολισμός, ένα παραμύθι για το καλό και το κακό που έχουμε όλοι μέσα μας.

Μια παρατήρηση (*) για την μετάφραση του τίτλου: το Ο διχασμένος υποκομης, των εκδόσεων Οδυσσέας (μετάφραση Ρούλας Στράτου) δεν αποδίδει την υπόθεση του βιβλίου με τόση ακρίβεια όσο το Ο διχοτομημένος υποκόμης, των εκδόσεων Καστανιώτη (μετάφραση Θεόδωρου Ιωαννίδη).

(*) η οποία ίσως είναι άνευ ουσίας, αφού το βιβλίο κυκλοφορεί μόνο στις εκδόσεις Καστανιώτη

9.12.15

η γραφή του κόσμου

Η ιστορία (ή μήπως να πούμε Οι τρεις ιστορίες; ή, η Ιστορία;)
Το βιβλίο αποτελείται από τρεις ιστορίες που, ενώ αρχικά φαίνονται άσχετες μεταξύ τους, μετά το τέλος της ανάγνωσης (κι αν μπεις στον κόπο να συνδυάσεις ημερομηνίες) αποκαλύπτεται η σύνδεσή τους.
Οι χρονικές περίοδοι κατά τις οποίες έζησαν οι τρεις ήρωες, υπερκαλύπτουν κατά μερικές δεκαετίες η μία την άλλη: ο Λέανδρος (534-600μχ) (της δεύτερης αφήγησης) γεννήθηκε περίπου πενήντα χρόνια πριν πεθάνει ο Μάρκος Αυρήλιος Κασσιόδωρος (485-580μχ) (της πρώτης αφήγησης), ενώ η Θεολίνδα (573-627μχ) (της τρίτης αφήγησης) γεννιέται στην μέση της ζωής του Λέανδρου.

Τοπικά: και οι τρεις αφηγήσεις εξελίσσονται στην Ιταλία.
Είναι λοιπόν τόσο πιθανο, όσο και απίθανο, οι τρεις ήρωες να είχαν κάπου συναντηθεί.

Ο χρόνος (ή, η ανθρώπινη ζωή, ω έχει όρια)
Το να βλέπεις με τα μάτια σου τα δέντρα να μεγαλώνουν, σημαίνει ότι ανακαλύπτεις το εύρος του χρόνου και τη δική σου διάρκεια.

Το βιβλίο ξεκινάει βρίσκοντας τον Μάρκο Αυρήλιο Κασσιόδωρο πενηντατεσσάρων χρονών, στη μέση της ζωής του, να αναρωτιέται για το νόημα της ζωής του, καθώς ήταν ένας άνθρωπος σκεπτόμενος και μορφωμένος αλλά τον πήρε μπάλλα η ζωή (και η πολιτική) κι έτσι τα χρόνια πέρασαν χωρίς να έχει αφήσει κάποιο σημάδι πίσω του.
Ο Λέανδρος, εμφανίζεται μόνο κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στην Ιταλία στο οποίο όμως κι αυτός κάνει παρόμοιες σκέψεις και αμφισβητεί τον δρόμο που έχει πάρει στη ζωή του.
Την Θεολίνδα (Θεοδολίνδα, όπως είναι το κανονικό της όνομα) την ακολουθούμε για όλη της τη ζωή και είμαστε παρόντες στις τελευταίες σκέψεις της:  Ποιά ήταν η πηγή τόσης ξοδεμένης ενέργειας, ποιός ο σκοπός; Η μοίρα του ανθρώπου σήμαινε κάτι περισσότερο από τη μοίρα ενός ζώου των αγρών;

Και οι τρεις, λοιπόν, νιώθουν επάνω τους το βάρος του χρόνου-που είναι λίγος. Και τους απασχολεί, όπως τον κάθε Άνθρωπο, σε κάθε Εποχή, για το σημάδι που θα αφήσουν, αν αφήσουν, που θέλουν να αφήσουν, στο (σύντομο, κατ΄αυτούς) πέρασμά τους από τη γη.

Τα βιβλία (α, πάντα τα βιβλία)
είναι ένα άλλο σημείο όπου συνδέονται οι τρεις ιστορίες του βιβλίου.

Σε μια εποχή που σχεδόν επικράτησε η άποψη (του Βενέδικτου της Νουρσίας) ότι αρκούν μόνο τα ιερά κείμενα κι όλα τα υπόλοιπα γραπτά κείμενα που υπήρχαν ως τότε πρέπει να παραμεριστούν, ο Κασσιόδωρος δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η πανανθρώπινη βιβλιοθήκη ήταν καταδικασμένη στη λησμονιά. Διαμορφώσε λοιπόν τα πατρογονικά του κτήματα στο Σκυλάκιο της Νότιας Ιταλίας σε ένα μοναστήρι-αντιγραφείο-βιβλιοθήκη, το επονομαζόμενο Βιβάριο, όπου διέσωσε όλη την μέχρι τότε καταγεγραμμένη γνώση, ενώ ταυτόχρονα έγραφε σε μακρινούς αλληλογράφους, στη Γαλατία ή στη Βόρεια Αφρική για έργα που του έλειπαν και ζητούσε να τα αναζητήσουν για λογαριασμό του.
Ο Λέανδρος εξ Ισπαλίδας, επίσκοπος Σεβίλλης γεννημένος στην Καρθαγένη, επισκεύθηκε λίγα χρόνια αργότερα το παραπάνω μοναστήρι, γεμάτος δέος, καθότι είχε έναν αδελφό, τον Ισίδωρο (μετέπειτα Άγιο Ισίδωρο, επίσης επίσκοπο Σεβίλλης) που από μικρός διάβαζε τα πάντα, ότι έβρισκε, και αργότερα αφιέρωσε χρόνια για να συντάξει τις Ετυμολογίες-την πρώτη εγκυκλοπαίδεια που επινοήθηκε ποτέ. 
Μικρέ αδελφέ, πώς να μη σου δώσει κανείς τα πάντα;
Η Θεολίνδα πάλι, πριγκίπισσα ενός λαού άγριου, των Λογγοβάρδων, μεγάλωσε νομίζοντας πως ένα βιβλίο μόνο υπάρχει, που έχει όλες τις απαντήσεις, "Το βιβλίο" (η Βίβλος). Όμως σιγά σιγά και μόνη, οδηγήθηκε σε μια μακρόχρονη αλληλογραφία με τον πάππα Γρηγόριο Αννίκιο ο οποίος την εξύψωνε, την ωθούσε μπροστά, την τροφοδοτούσε με νέες ιδέες, που ο σύζυγός της ούτε καν υποπτευόταν, για να μη μιλήσουμε για τους ermani (τους άρχοντες), εν πάση περιπτώσει για τους περισσότερους από αυτούς, που ήταν πάντα έτοιμοι να σείσουν τις λόγχες τους αλλά πολύ σπάνια να σκεφτούν. 

Τι είναι τελικά αυτό το βιβλίο;
Ιστορικό; Ναι. Θέλει προσεκτική ανάγνωση, με σημειώσεις και σχεδιαγράμματα, η οποία στο τέλος ανταμοίβει με την αποκάλυψη μιας εποχής για την οποία, μέσα στο μυαλό μας, από τον καιρό της ιστορίας στο σχολείο, υπήρχε ένα χάος βαρβαρικών φυλών με περίεργα ονόματα: Γότθοι, Οστρογότθοι, Βησηγότθοι, Ούνοι, Λογγοβάρδοι και Γαλάτες.
Φιλοσοφικό; Ναι, ναι. Οι ήρωες αναλογίζονται συνεχώς για τη ζωή και για το θάνατο, και για Το νόημα.
Λογοτεχνία; Ναι, ναι. Καθώς διαβάζεις νιώθεις το ρυθμό της αφήγησης στ΄αυτιά σου σαν να απαγγέλεται ένα ποίημα.
Μυθοπλασία; Ναι. Το εξηγεί στο τέλος ο συγγραφέας:
Οι άνδρες και οι γυναίκες εκείνης της εποχής δεν άφηναν καθόλου ή άφηναν ελάχιστες γραπτές εξομολογήσεις. Όμως ήταν άνδρες και γυναίκες σαν εμάς, που είχαν μια παιδική ηλικία, μια ζωή, έναν θάνατο, ιδέες και συναισθήματα.

Ο τίτλος
η γραφή του κόσμου. Ακριβώς!
Ο τίτλος δίνει απολύτως το θέμα του βιβλίου. Η γραφή των αρχαίων ελλήνων, η Γραφή του χριστιανισμού, η αλληλογραφία, οι άνθρωποι που, να ορίστε, υπήρξαν (κι εδώ βλέπουμε τρεις τυχαία επελεγμένους από τον συγγραφέα αντιπροσώπους τους) και βγήκαν πέρα από την καθημερινότητά τους, αναγνώρισαν την ανάγκη να υπάρξει γραπτή παρακαταθήκη, επικοινωνία και μόρφωση, κι έβαλαν ένα λιθαράκι σ΄αυτό, έβαλαν, όμως. 
Αντιγράφω
...οι λέξεις, οι ιδέες, τα κείμενα, δεν ανήκουν σε κανέναν. Ο άνθρωπος είναι μόνο ένα όργανο γραφής....Έπρεπε να πετάξει σαν σκουπίδι την ιδιότητα του “συγγραφέα”... Καμία δημιουργία δεν είναι έργο ενός μόνο ανθρώπου, αλλά όλων... Κανείς δεν δημιουργεί: “δημιουργείται”, όπως λέμε “βρέχει”. Κανείς δεν χρειάζεται έναν συγγραφέα: χρειαζόμαστε σκέψεις και γραπτά κείμενα που να τις διαιωνίζουν...Αυτός που αποκαλούμε συγγραφέα δεν είναι παρά ένας εξυπηρετικός περαστικός. 
Χρειάζεται άραγε να ειπωθεί τίποτε άλλο;

Θαύμασα απεριόριστα τον Francois Tallandier όταν έφτασα στο τέλος του βιβλίου. Θαύμασα το εύρος της γνώσης του πάνω στην Ιστορία αλλά κυρίως τον τρόπο που βρήκε να μιλήσει γιαυτήν, μέσω τριών άσημων αλλά υπαρκτών προσώπων-θα μπορούσε να είναι έτσι ο καθένας από εμάς για κάποιον ιστορικό του μέλλοντος.



5.12.15

μια εικόνα


Μια τοσοδούλα το πρωί, το κεφαλάκι της ακόμα δεν μπορούσε να το κρατήσει όρθιο, με καλτσόν και με φουστίτσα, ήσυχη σαν κούκλα στην αγκαλιά της μαμάς της.

4.12.15

τα βάσανα


Κάθε πρωί στη γιόγκα, κοιτάζω τα ξυπόλητα ποδαράκια μου, τεντώνω τα ξερά σαν κούτσουρα και πονεμένα μονίμως από τη γυμναστική εδώ και τρεις μήνες χέρια μου, και σκέφτομαι ότι πέρασα παραπάνω από τη μισή μου ζωή υποτιμώντας αυτό το σώμα και υπερτιμώντας το μυαλό μου, αφήνοντας στην άκρη αυτό το σώμα και χρησιμοποιώντας συνέχεια και πολύ το μυαλό μου, με περηφάνια μάλιστα, με αναίδεια. Τώρα (αργά πια, αλλά έστω) παρατηρώ -και είναι για γέλια και για κλάματα-, πως το σώμα δεν είναι μόνο ένα πράγμα που σε κουβαλάει και που του ρίχνεις φαγητό, αλλά είναι ένα σωρό διαφορετικά εξαρτήματα, και το καθένα απ΄αυτά μπορείς να το παρατηρήσεις, να το ακουμπήσεις, να το μετακινήσεις, να στηριχτείς επάνω του, και κυρίως να δοκιμάσεις τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει, και πώς μπορείς να το αλλάξεις αυτό.

* O πίνακας της Maki Horanai.

29.11.15

ο αγκυροβολημένος άγγελος


To βρήκα σε προσφορά, μου άρεσε (πολύ) το εξώφυλλο, ο τίτλος, το (υπέροχα Πορτογαλικό) όνομα του συγγραφέα, τίποτα του οποίου δεν είχα διαβάσει.
Το βιβλίο είναι μικρό αλλά -φταίει η μετάφραση; εγώ; δεν ξέρω τι-, πάντως δεν μπόρεσα να (το) καταλάβω.
Δεν τον εγκαταλείπω όμως: πώς να μη διαβάσω κι ένα βιβλίο του με τίτλο Λισαβόνα-Ημερολόγιο Καταστρώματος, γίνεται;

~ Jose Cardoso Pires-Ο Αγκυροβολημένος Άγγελος, εκδ.Στοχαστής

27.11.15

η γραφή του κόσμου


Όταν θα έρθει η ώρα να ψηφίσουμε για Το Βιβλίο Της Χρονιάς -μιλώντας σε πληθυντικό ευγενείας, διότι (να μην τα ξαναλέμε) τα γούστα, οι λίστες και οι αγάπες στα βιβλία είναι (όπως όλες οι αγάπες) θέματα εντελώς προσωπικά κι επομένως υποκειμενικά-,
όταν θα έρθει λοιπόν η ώρα να ψηφίσουμε, το έχουμε ήδη βρει, εδώ, το βιβλίο της φετεινής χρονιάς: H γραφή του κόσμου.

22.11.15

ημερολόγιο του χειμώνα


What are heavy? Sea-sand and sorrow:
What are brief? To-day and to-morrow:
What are frail? Spring blossoms and youth:
What are deep? The ocean and truth. 

Tα αντί-για-παντοφλάκια τα έφτιαξα προχθές στα γρήγορα, με ένα χρωματιστό απομεινάρι νήματος, κι έτσι προέκυψαν εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους. Δεν πειράζει, μ΄αρέσει πολύ να τα φοράω πάνω από τις κάλτσες και χωρίς παντόφλες-κι είναι σαν να περπατάω ξυπόλητη και το χειμώνα.

Το ποίημα είναι της Christina Rosseti. Δεν την ήξερα-μας το/την γνώρισε χθες το απόγευμα η κυρία Έλλη στην συνάντηση της λέσχης ανάγνωσης, όπου μιλήσαμε για τον Πεσσόα και τον Ταμπούκι. Τόσο πολύ (θαυμάσια!) ανακατέψαμε τα γραπτά τους, τις ζωές τους, τους χαρακτήρες τους, την συμπάθειά μας, που στο τέλος δεν ξέραμε αν αναφερόμαστε στον έναν ή στον άλλον.