27.2.08

βόλτα

Οδηγώντας στην Αθήνα, νιώθω σαν ένας νέος Ροβινσώνας Κρούσος…

Μπορεί να φαίνεται αφελές, μπορεί να φαίνεται βλακεία, μπορεί να φαίνεται σαν να αστειεύομαι, αλλά κυριολεκτικά, ακόμη, μετά από σχεδόν ένα χρόνο, νιώθω πολύ ευτυχισμένη όταν οδηγώ στις γειτονιές της Αθήνας… Είναι μια περίεργη κατάσταση, σαν μια περιπέτεια εκ του ασφαλούς: χωρίς σωματική κούραση, προστατευμένη από την πανοπλία του αυτοκινήτου, οδηγώ και ρουφάω τις γειτονιές που εναλλάσσονται μπροστά στα μάτια μου. Έτσι, ανακαλύπτω έναν εαυτό μου που δεν τον ήξερα, που δε βιάζεται, θέλει να περιπλανιέται, να βλέπει, να βλέπει και να σκέφτεται. Δεν με κουράζει η οδήγηση, αντίθετα, με ξεκουράζει. Δεν προφταίνω να βλέπω, να μαζεύω. Όλα μου φαίνονται καινούργια και πολύ ενδιαφέροντα. (Αυτό βέβαια πολύ με παραξενεύει: σαν να ήμουν στο βουνό και βρέθηκα στην Νέα Υόρκη…)

Σαν να διασχίζω ζούγκλα, σκέφτομαι: μήπως να έστριβα από δω; Ας στρίψω, απ' αυτό το δρόμο δεν έχω ξαναπεράσει, ας τον πάρω να δούμε που θα με βγάλει. Κι ωωω, τι όμορφα σπίτια, τι περίεργες, τι διαφορετικές γειτονιές.

Πατησίων, πλατεία Αμερικής, Μηθύμνης (Μηθύμνης;), πολυκατοικίες παλιές, βρώμικες, σκοτεινά μπαρ και ψιλικατζίδικα, Αγαθουπόλεως, μετανάστες, νεραντζιές στριμωγμένες στο πεζοδρόμιο, μονοκατοικίες ακατοίκητες, μισογκρεμισμένες, ισόγεια κι ημιυπόγεια. Άγιος Αντώνιος, σπίτια με κήπο παλιά, εγκαταλειμμένα, κι άλλα κατοικημένα, φτωχικά, καλοβαλμένα. Ροζ, με ακροκέραμα, με όμορφα κάγκελα, με κήπους. Λένορμαν, πολυκατοικίες παλιές, καινούργιες, φρεσκοβαμμένες, με πυλωτές γεμάτες αυτοκίνητα, με μπουγάδες. Δρόμοι γεμάτοι αυτοκίνητα παρκαρισμένα, να μην μπορείς να στρίψεις, κάδοι, πασαλάκια, και πάλι νεραντζιές. Λεωφορεία σε στενούς δρόμους, Γκύζη, αδιέξοδα, δρόμοι με παρκάκια στη μέση τους, με τοιχάκια, με φυτά. Ανηφόρες απότομες, κατηφόρες. Ομόνοια, Πειραιώς, Κολοκυνθούς έρημη και όμορφη, σαν να διασχίζεις παλιά ελληνική ταινία. Δέντρα, φανάρια, πινακίδες παντού (από παντού πάει στο Ελευθέριος Βενιζέλος-όπου και να βρεθείς σ' αυτή την πόλη…). Μονοκατοικίες κολλημένες η μία δίπλα στην άλλη, με εσωτερικές αυλές και πολλές πόρτες, με γλάστρες, με πλαστικές καρέκλες, μηχανές παρκαρισμένες σε εσοχές. Παντού μαγαζιά, στεγνοκαθαριστήρια, σούπερμάρκετ, σιδηρικά. Πανόρμου, σουβλάκια, εκκλησίες, ησυχία, ζαχαροπλαστεία. Μετανάστες, γιαγιάδες, κουρασμένοι με ψώνια που γυρίζουν από τη δουλειά τους.

Σήμερα που το μετρό είχε απεργία, πήγα στη δουλειά και γύρισα, με το αυτοκίνητο. Έκανα μία ώρα κι ένα τέταρτο για να πάω το πρωί, κι άλλο τόσο για να επιστρέψω το απόγευμα. Πηγαίνοντας έχασα την Αγίου Μελετίου (πού να είχε πάει πρωί-πρωί;) αλλά ευτυχώς πέτυχα στη θέση της την Χαριλάου Τρικούπη (ούφ…). Γυρίζοντας πειραματίστηκα με τις καθέτους της Πατησίων!


* * * * * * *

26.2.08

το ανθισμένο χέρι

Όποτε έχουμε έξοδο για καφέ & έκθεση, κρατάω σημειώσεις: η φίλη μου είναι ένας χείμαρρος λόγου κι ένας θησαυρός γνώσεων!

Η έκθεση Αφιέρωμα σ' ένα φίλο στο Μουσείο Φρυσίρα τελειώνει στις 9 Μαρτίου.
Ο Βλάσης Φρυσίρας είναι που κάνει το αφιέρωμα, στον ζωγράφο φίλο του Πάνο Φειδάκη (1956-2003) και η έκθεση περιλαμβάνει όλους τους πίνακες του ζωγράφου που έχει στην κατοχή του ο συλλέκτης.

Επίσης στο καφέ του μουσείου προβάλλεται απανωτά ένα ντοκιμαντέρ από το Παρασκήνιο για τον ζωγράφο.

* Το έργο του Πάνου Φειδάκη "Μπαμπουζίνες" κοσμεί τον σταθμό του μετρό Μέγαρο Μουσικής. Είναι εκείνα τα θαυμάσια πουλιά που πετάνε ανάμεσα στον κόσμο που περνάει βιαστικά...


* * * * * * *

23.2.08

χάρτες

Ο Γιάνκος Δανιηλόπουλος γεννήθηκε το 1899 στο Βασιλικό, ένα παραλιακό χωριό της Μαύρης Θάλασσας πού τότε ήταν ελληνικό, αργότερα έγινε Τουρκικό, σήμερα είναι Βουλγαρία (*).

Πέρασε τα πενήντα πρώτα χρόνια της ζωής του ένα γύρω από τη Θάλασσα: στο Φανάρι της Πόλης για σπουδές, στη Μπερντιάνσκα της Αζοφικής καφετζής, στην Οδησσό της Ουκρανίας, στο Βουκουρέστι και την Κωνστάντζα της Ρουμανίας έμπορος.

Δώδεκα αδέλφια, τα εφτά αγόρια, αυτός ο μικρότερος. Πάντα μαζί, στις μετακινήσεις και στις δουλειές, σα γροθιά. Δούλεψαν αργυραμοιβοί (σαράφηδες), καφετζήδες στο Καφέ του ξενοδοχείου Μετροπόλ, μα κυρίως ασχολήθηκαν με το εμπόριο. Ελιές, τυριά, ξηροί καρποί, τυροκομικά, υφάσματα.

Σε μια εποχή μεγάλων ιδεολογικών αναταράξεων και μετακινήσεων πληθυσμών και συνόρων, δεν είμαι σίγουρη πως η ενασχόλησή του με το εμπόριο για λόγους βιοπορισμού τον απαλλάσσει ευθυνών.
Ο ίδιος λέει πως οι έλληνες πάντα ασχολούνταν με το εμπόριο και τη ναυσιπλοΐα, φρόντιζαν τις οικογένειές τους, έβαζαν το κεφάλι κάτω και δούλευαν σκληρά χωρίς να λοξοδρομούν, γι’ αυτό και κατάφερναν να επιβιώσουν.

Ξεκίνησαν από μια σχετικά εύπορη ψαράδικη οικογένεια, έχασαν τα πάντα όχι μόνο μια μα περισσότερες φορές, κάθε φορά ξεκινούσαν από το τίποτα (σχεδόν) και κατάφερναν να ορθοποδήσουν. Με τη σκληρή δουλειά και με τα χρήματα που είχαν πάντα στην άκρη. Είχαν και τον τρόπο τους, με τις δημόσιες σχέσεις, με τους κατέχοντες. Με πολιτική και ιδεολογίες ποτέ δεν ασχολήθηκαν. Μόνο με την επιβίωση. Και την καλή ζωή.

Στάθηκε τυχερός με τη γυναίκα του, την Ελένη. Μοναχοκόρη έλληνα μεγαλοβιομήχανου στη Βάρνα της Βουλγαρίας, μεγαλωμένη στα πούπουλα, με φουστάνια και δαντέλες, με προικιά, χαλιά και κοσμήματα που έκαναν πάταγο εκείνη την εποχή, στάθηκε βράχος και λουλούδι δίπλα του, στα καλά και στα άσχημα.

Μετά το '50 ήρθαν στην Ελλάδα, τετραμελής οικογένεια πια, στο Λαύριο. Εδώ ήταν τα πιο δύσκολα. Γιατί ήταν πια μεγάλος. Μα πάλι δούλεψε, χωρίς γκρίνια. Πάλι βρήκε τον τρόπο, σαν αγρότης, ξεπετρίζοντας με τα χέρια το χώμα, έφτασε να έχει δικό του κτήμα στο Κορωπί. Ιδιοκτήτης γης, πέθανε εκεί το 1987. Σχεδόν ένας αιώνας ζωής.

Αυτό που μου έμεινε από το βιβλίο, είναι ότι το Γαλάτσι είναι πόλη της Ρουμανίας (!), παραποτάμια, με δύο λιμάνια, το ένα στον Δούναβη και το άλλο στην λίμνη Μπράτες.
Επίσης πως, τόσα μέρη, τόσα ονόματα που τώρα είναι συνοικίες και χωριά γύρω μας, ήταν πόλεις στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων.

Δεν αναπολώ χαμένες δόξες, όχι. Κάτι περίεργο, μια απορία:

(*) Σαν να είναι ένας ξύλινος φράχτης τα σύνορα, τον πιάνουν δύο από τις άκρες και τον μετακινούν, μια εδώ, μια παραπέρα, κι έτσι αλλάζει ονόματα ένα μέρος, αλλάζει κατοίκους, αλλάζει ταυτότητα. Τα σπίτια των ανθρώπων, οι αναμνήσεις τους, η γη, μένουν στη θέση τους.

-το βιβλίο Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα, της Μαριάννας Κορομηλά, απο τις εκδόσεις ΑΓΡΑ
-η φωτογραφία από ένα παράθυρο στο Τοκάτ, απ' όπου ήρθαν οι παππούδες μου το 1922



* * * * * * *

20.2.08

το ταξίδι


H πρό(σ)κληση της citronella στην οποία ανταποκρίνομαι άμεσα(*), είχε τους εξής όρους:

1. Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα.
2. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο).
3. Βρες την πέμπτη περίοδο (=από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας.
4. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη).
5. Ζήτα από πέντε ανθρώπους να κάνουν το ίδιο.


Επειδή ο υπολογιστής μου έχει…φόντο τη βιβλιοθήκη, διάλεξα το πρώτο βιβλίο όπου έπεσε το μάτι μου (διότι ήταν βαλμένο κάθετα πάνω στα άλλα, αφού μόλις εχθές το τελείωσα): «ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα» της Μαριάννας Κορομηλά. Όμως, η σελίδα 123 ήταν σχεδόν λευκή, μόνο με τον τίτλο του τρίτου κεφαλαίου του βιβλίου γραμμένο στην μέση της…

Έτσι, προχωρώντας στην δεύτερη επιλογή, έφερα μια ματιά τα βιβλία και δ ι ά λ ε ξ α το «Ακριβό Φαρμάκι» της Mary Webb, σε μετάφραση Άννας Σικελιανού.
Κοίτα να δεις λοιπόν τι πετύχαμε:

-Λέω την αλήθεια.
-Μπορεί, μα δεν είναι λόγος για να τους αρέσουνε.
-Απ’ την ώρα που μου 'ριξε την τσαχπίνικη ματιά, την σκέπτομαι διαρκώς. Με θύμωσε και μ’ άρεσε μαζί.


Πήρα την πρωτοβουλία (!) να αναρτήσω κ α ι την ένατη περίοδο, διότι θεώρησα πως είναι πολύ πιο ολοκληρωμένο το νόημα του αποσπάσματος έτσι!

Παρακαλώ να φυλλομετρήσουν επίσης ότι βρουν γύρω τους: η renata, η αλκιμήδη, η RedHat, η youtzin και ο mad!


*μπορεί να μη μ’ αρέσουν καθόλου αυτά τα παιχνίδια-πυραμίδες, μα αυτό μου φάνηκε σαν κάτι παραπάνω από παιχνίδι, σαν ένας τρόπος αποκάλυψης του αγαπημένου μας βιβλίου, σαν ένας τρόπος μοιράσματος αυτής της απόλαυσης που δίνει το ξεφύλλισμα ενός βιβλίου της βιβλιοθήκης μας!

*η φωτογραφία είναι από κεντρικό δρόμο της Οδησσού: δεν είναι σαν να βγαίνεις από το σήμερα και να μπαίνεις σε μια ιστορία;




* * * * * * *

17.2.08

κυριακάτικα

Μυθιστόρημα που μόλις κυκλοφόρησε, το «Ένα βιβλίο για πέταμα» (Le Pilon) του Πολ Ντεζαλμάν (μετάφραση Μαρία Γαβαλά, εκδόσεις Πόλις), στο οποίο ο εβδομηντάχρονος γάλλος συγγραφέας, που εργάζεται στον εκδοτικό χώρο, γράφει ένα μυθιστόρημα κυριολεκτικά από τα μέσα.

Ήρωας είναι ένα βιβλίο, βάρους 230 γραμμαρίων, με 224 σελίδες, που βλέπει το φως ενός τυπογραφείου κάποια μέρα του Ιουνίου του 1983. Το βιβλίο αρχίζει να διηγείται την ιστορία του έτσι ώστε το μυθιστόρημα αυτό να μοιάζει αυτοβιογραφικό. Η αναμονή στην κούτα της συσκευασίας, μέσα στην αποθήκη, προτού αρχίσει η διανομή στα βιβλιοπωλεία, και ο φόβος του φριχτού θανάτου από το ροκάνισμα ενός αρουραίου. Ο φόβος επίσης ενός ακόμη πιο φριχτού θανάτου, μάλλον επονείδιστου, μέσα από την πολτοποίηση, που είναι η τύχη περισσότερο από το 1/5 της βιβλιοπαραγωγής. Και ύστερα η άνοιξη, η έκθεση στα ράφια ενός υπέροχου βιβλιοπωλείου μιας επαρχιακής πόλης, δίπλα σε συναδέλφους του που υπογράφονται από πολύ καλό κόσμο, από τον Μπόρχες, τον Τολστόι, τον Κόρμακ Μακάρθι, τον Οκτάβιο Πας, τον Λεοπάρντι, τον Πιερ Μισόν. Και μετά, οι ερωτικές σχέσεις, κρατημένο στα χέρια των αναγνωστών του, το πέρασμα από τόσους διαφορετικούς ανθρώπους, τόσο διαφορετικές αναγνωστικές συμπεριφορές, τόσο διαφορετικές σωματικές στάσεις. Ακόμη και στην Ελλάδα ήρθε το βιβλίο, για να χρησιμεύσει περισσότερο ως αντικείμενο αντηλιακής προστασίας της αναγνώστριάς του, που ξάπλωνε γυμνή στην άμμο κάποιου νησιού. Και ο συγγραφέας του; Υπάρχει κι αυτός. Ή, καλύτερα, υπάρχει μέσα από το βιβλίο, αφού ο συγγραφέας που κυνηγούσε μάταια το αληθινό εγώ εξαερώθηκε, μακριά από τους ανθρώπους και την κοινωνία. Αφήνοντας πίσω του μόνο όσα βιβλία είχε σπείρει. Το τέλος βέβαια θα ‘ρθει για τον ήρωα-βιβλίο. «Πνιγμός» , μέσα στα νερά ενός αφρικανικού ποταμού, όπου το πέταξε ο τελευταίος αναγνώστης. Ένας Αφρικανός , που απελάθηκε από την Ευρώπη, θέλοντας με αυτή τη χειρονομία να αποκοπεί από τα δεσμά ενός πολιτισμού του οποίου προσπάθησε να γίνει μέλος.


*Το κείμενο είναι του κυρίου Νίκου Μπακουνάκη, αντιγραφή από τη στήλη του, στα Βιβλία του Βήματος της Κυριακής 3 Φεβρουαρίου 2008.




* * * * * * *

16.2.08

χιονίζει!

Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου.
Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε.
Οι δρόμοι είναι λευκοί.
Τ' άνθη μιλούν.
Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες.
Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.


Σήμερα ξύπνησα βλέποντας στον ύπνο μου πως έκανα ποδήλατο. Δεν ήταν εύκολο αλλά δεν ήταν και δυσάρεστο. Δεν ήταν συνεχόμενο, σταματούσα και άρχιζα ξανά και ξανά. Ζοριζόμουν αλλά μ άρεζε κιόλας, γιατί ήταν λίγο σαν να πετούσα, γιατί μετακινιόμουν γρηγορότερα και ευκολότερα έτσι από ότι με τα πόδια. Απλά, ήμουν (είμαι) λίγο αγύμναστη, αλλά επίσης πρόθυμη να ξαναπροσπαθήσω από την αρχή.
Είναι πολύ περίεργο, έχω χρόνια να κάνω ποδήλατο, δεν είναι καν ανάμεσα στα πράγματα που μου αρέσουν, δεν το είχα σκεφτεί ή επιθυμήσει ποτέ.

Στο ποίημα του Εμπειρίκου έπεσα τυχαία και το κράτησα, γιατί οι δρόμοι είναι λευκοί -όχι ακόμα αλλά το πρωί μάλλον θα είναι και είμαι στην Αθήνα, και μ αρέσει πολύ να χιονίζει, ήταν και ο καφές με ποίηση και παιδίσκες (!) το πρωί, μα κυρίως (φτου-φτου, χτυπάω ξύλο) γιατί η εκδρομή αυτή δεν φαίνεται να έχει τέλος!




* * * * * * *

10.2.08

ω, όμορφα πρωινά του Σαββάτου


Σε άλλο βιβλιοπωλείο πήγαμε για καφέ αυτό το Σάββατο (εχθές), στην οδό Ακαδημίας. Ξεπάγιασα μέχρι να πάω-και καλά να πάθω, γιατί τελευταία στιγμή άφησα τον σκούφο μου πάνω στο πλυντήριο με τον –εντελώς χαρακτηριστικό για μένα τρόπο σκέψης: ε, καλά, δεν τον παίρνω, σιγά, πόση ώρα θα είναι, πόσο κρύο θα έχει, θα τα καταφέρω. Συνέπεια ο τρομερός πονοκέφαλος που ξεκίνησε το μεσημέρι και βροντούσε μέσα στο κεφάλι μου μέχρι το βράδυ, και η εντελώς μπουκωμένη μύτη μου!

Α, τα βιβλιοπωλεία! Η πρόταση που ακολουθεί είναι εντελώς κοινότυπη για όσους αγαπούν τα βιβλία-άρα και τα βιβλιοπωλεία και τις δανειστικές βιβλιοθήκες, αλλά συνεχίζω γιατί το ευχαριστιέμαι(!): ησυχία, οι άνθρωποι περπατούν στις μύτες και ψιθυρίζουν, σαν κάποιος να κοιμάται-οι τόσοι, οι στοιβαγμένοι μέσα στις σελίδες ίσως;
Ζέστη και απαλή κλασική μουσική.
Η φίλη μου καθόταν ήδη στο πατάρι και με περίμενε. Ξεφύλλιζε έντυπα, ανακουφισμένη που η βιβλιοθήκη απέναντι μας είχε βιβλία για μανατζμεντ οπότε μπορούσαμε να πιούμε απερίσπαστες τον καφέ μας, χωρίς το μάτι μας να κολλάει σε τίτλους!
Και σιγά-σιγά, περάσαμε ένα χέρι όλα (όλα; μπάαα) τα βιβλία που έχουμε διαβάσει: κάθε βιβλίο σημάδι μιας εποχής: αυτό μου το πρότεινε η Μαρία, αυτό είναι στην αποθήκη όπου τα καταχώνιασε η μαμά κάποτε όταν έλειπα ταξίδι, αυτό είναι παρέα με τα άλλα στη Θεσσαλονίκη...

Όχι, δεν είχε αρχή και τέλος η κουβέντα, ούτε μέση, ούτε κομβικά σημεία. Ήταν περισσότερο σαν ένα κουνέλι που πηδάει εδώ κι εκεί μέσα σε δωμάτια-βιβλία κι εποχές: δυό κοριτσάκια μικρά σαν την Φράνσι στο Μπρούκλιν, φοιτήτριες, σε διαφορετικά μέρη της χώρας, γυναίκες. Σκέψεις αναμνήσεις, εικόνες, αισθήματα, αποφάσεις, όλα ανάκατα, ταυτόχρονα, όμως ευχάριστα.

Πήρα το σαν τη βροχή πριν πέσει του Τζόναθαν Κόου γιατί μου φάνηκε ενδιαφέρον, και ανταλλάξαμε το γράμματα του Καζαντζάκη στη Γαλάτεια και ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα!
Μετά (τραβώντας να την ξεκολλήσω από τα βιβλία) περάσαμε πίσω από την Ζωοδόχο Πηγή (με ξεναγεί στην γειτονιά των βιβλιοπωλείων της Αθήνας !), φτάσαμε στην Ομόνοια (μέσω Χαφτείων: ω, μέρη που είχα ακουστά, μαθαίνω τώρα που βρίσκονται!) και μπήκαμε στο μετρό.

Στο Θησείο, στο μουσείο Ηρακλειδών, στην έκθεση για τον Τουλουζ Λωτρέκ και την εποχή του. Την οποία οι κυρίες από μέσα άνοιξαν πέντε λεπτά νωρίτερα όταν μας είδαν να περιμένουμε έξω στο κρύο!
* * * * * * *
Αυτήν την αίσθηση, όταν γυρνάς στους δρόμους και κρατάς βιβλία, κάνει παγωνιά και είσαι κουκουλωμένος μέχρι τα μπούνια, είναι Σαββατοκύριακο άρα αργία, προηγήθηκε κουβέντα και καφές κι ακολουθεί σπίτι, σπίτι, ησυχία, νόμιζα πως την είχα χάσει για πάντα.
Δεν μπορώ να το πω ακριβώς ευτυχία, είναι περισσότερο κάτι σαν αίσθηση θάλασσας, σαν να είσαι φοιτητής και γυρνάς στους δρόμους και δεν έχεις πιάσει ακόμη δουλειά, το μέλλον είναι μπροστά σου, και μπορείς να σχεδιάσεις και να ελπίζεις ότι θέλεις.
Σαν να γυρίζω για μερικές στιγμές 20 χρόνια πίσω κι ένα βουνό έχει φύγει από την πλάτη μου, κι όσα έζησα δεν τα έζησα, έχω την αφέλεια, τον ενθουσιασμό και την αισιοδοξία. Αλαφράδα, άλλη λέξη δεν βρίσκω.
Καλά, η αλήθεια είναι πως με τίποτα δεν θα γύριζα πίσω, αλλά να, στιγμές-στιγμές, είναι ωραίο κι ανακουφιστικό να νιώθω έτσι ξανά, με ξεκουράζει.




* * * * * * *

9.2.08

έκθεση

Τρίτη, 19 Γενάρη 1954
6.30΄το πρωί. Σηκώθηκα ξεκούραστος, έξω νύχτα ακόμη. Πολλά καράβια στη θάλασσα, φωτισμένα. Περιμένουν να ’μπουν στο λιμάνι. Είμαι ξεκούραστος, κάθομαι στο τραπέζι της δουλειάς.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Εδώ και δέκα μέρες οργασμός γραφής-ονειροπαρμένος, οραματιζόμενος, δε μ’ αγγίζει τίποτε, δε μπορώ να στρέψω στο μεροκάματα. Συλλογιζόμουν ότι έτσι θα φύγω από το χαμαλίκι, όχι ύστερα από μια απόφαση αλλ’ ανεπαίσθητα έτσι ρουφημένος από την αληθινή ζωή.


Τα πράγματα στη δουλειά πάνε από το κακό στο χειρότερο. Πήγαιναν δηλαδή, μέχρι την Πέμπτη. Πέρασα όλη την Πέμπτη το απόγευμα, και τη νύχτα, μέχρι και αργά το πρωί της Παρασκευής, ψάχνοντας να ξετρυπώσω το λιοντάρι που έχω μέσα μου. Μα ήταν πολύ καλά κρυμμένο-ή είχε φύγει, δεν ξέρω. Μόνο το ποντίκι έβρισκα συνεχώς μπροστά μου, κι έτρεμα τόσο πολύ από μέσα μου που έφτανε μέχρι το απέξω μου. Ήταν όσο πιο κοντά στην εγκατάλειψη κάθε είδους προσπάθειας έχω περάσει ποτέ. Τελικά δεν ξέρω ποιος ήταν αυτός που μίλησε, το ποντίκι μάλλον ήταν αλλά με την φωνή του λιονταριού, ή κάτι ανάμεσα, κάτι φτιαγμένο από τα δύο. Αναπάντεχα (αιφνιδίασα άραγε;) πέρασε το δικό μου. Προσωρινά. Δεν μπορώ ακόμη να πιστέψω πως ο απέναντι φοβάται πιο πολύ από μένα. Ακόμη φοβάμαι, θυμώνω, κλωτσάω, ούτε που ξέρω ακριβώς τι παθαίνω. Παθαίνω πάντως, δεν είμαι καλά. Και βλέπω για ακόμη μια φορά, πως άμα περάσεις από το πολύ χάλια, μετά το υποφερτό φτάνει να σου φαίνεται πολύ καλό μάλιστα. Αηδιαστική διαστρέβλωση.

* Η φωτογραφία είναι από την Αίγινα.

*Το κείμενο είναι από τις σημειώσεις του επιμελητή κ.Γ.Π.Σαββίδη στο βιβλίο του Γιώργου Σεφέρη "Έξι νύχτες στην Ακρόπολη", από ημερολογιακή εγγραφή του ποιητή στο ημερολογιακό του σημειωματάριο στην Βηρυτό.




* * * * * * *

απαγορευτικό


Ευτυχία είναι να έχει ζέστη, να μην κρυώνεις. Και να έχεις να φας.

Άμα επιπλέον έχεις και ίντερνετ, και καφέ και βιβλία, τότε είναι πολύ ευτυχία.

Κι αν είναι κάποιος που λέει πως τον λογιάζεις παλιάνθρωπο όταν αναρωτιέσαι αν σ αγαπάει, γιατί μόνο ένας παλιάνθρωπος θα μπορούσε να μένει δίπλα σε άλλον χωρίς να το θέλει, τότε δεν έχει λέξη γι’ αυτό. Μόνο κι άλλη ζέστη, στην καρδιά.



* * * * * * *

4.2.08

κατι καινουργιο!!!!!!!!!!!!!!

Βρε τι θα κάνω μ αυτή την οικογένεια… Πριν 1-2 μήνες προσπαθούσαμε να βρούμε τρόπο να ξεφορτωθούμε τον Ρέξ και τώρα έφεραν άλλα 3 στο σπίτι γιατί τα βρήκαν λέει παρατημένα μέσα σ ένα κασόνι…

εγώ: αχ, τι είναι σκυλάκια; που τα βρήκατε;
Σοφιούλα: ναιιιιιιιιιιιιιι
ποιος σου είπε ότι τα βρήκαμε?
δεν είναι γλύκες?

εγώ: ποιανού είναι; του Ρέξ;!!!!!!!!
μα ναι, έτσι ήταν και ο Ρεξ μωρό...

Σοφιούλα: όχι τα βρήκαν η μαμά όταν γύριζαν
από την Καλικράτεια

εγώ: και τα φέρατε σπίτι;
Σοφιούλα: ήταν παρατημένα μέσα σε ένα κασόνι
το μαύρο ήταν έξω
αυτό είδαν και σταμάτησαν
αρχικά ήταν 4
αλλά καθώς είχαν μείνει όλο
το βράδυ έξω
1 ήταν σκοτωμένο
και το μαύρο ήταν παγωμένο
ευτυχώς μπορέσαμε να τα ταίσουμε
με τη σύριγγα!!!
ξυπνούσαν κάθε 10-20 λεπτά για να φάνε
σαν τα μωρά

εγώ: χαχαχαχα
και τώρα, τι θα τα κάνετε;

Σοφιούλα: και τώρα κοιμούνται
εγώ: χαχαχαχα
Σοφιούλα: αλλά όπως ρωτάς δεν ξέρουμε τι θα τα κάνουμε
θέλετε κανένα?????

εγώ: χοχοχοχο
Σοφιούλα: αχ είναι τόσο γλυκά και απροστάτευτα
εγώ: χαχαχαχα, βρε καλό μου, έτσι ήταν και ο Ρεξ...
είναι ευθύνη, μετά άμα μεγαλώσουν , δεν μπορείς να τα παρατήσεις γιατί δεν σ αρέσει ο χαρακτήρας τους. Είναι σαν τα παιδιά.

Σοφιούλα: το ξέρω...
εγώ: :(
πρέπει να βρείτε κάπου να τα δώσετε...

Σοφιούλα: ναι..
εγώ: που τα έχετε, σπίτι;
ο Ρέξ τι λέει;[smile]

Σοφιούλα: δεν λέει τίποτα
τα μύρισε λίγο μόνο
ε και ζήλεψε που ασχολούμασταν μ αυτά

εγώ: χαχαχα
Σοφιούλα: τώρα τα έχουμε στην αποθήκη




* * * * * * *

2.2.08

πιτσιμπούργκο

Την Τρίτη που μας πέρασε πήγαμε στο θέατρο με τις φίλες μου του θεάτρου.
Είδαμε μια πολύ ωραία παράσταση, η οποία παίζεται μόνο κάθε Δευτέρα και Τρίτη, στις 21:30 στο θέατρο Άλεκτον στο Μεταξουργείο: το "Πιτσιμπούργκο" από το ομώνυμο βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου: μια σειρά επιστολών του Δημοσθένη (Ζαχαρία Ρόχα) και της Ελέγκως του (Νάντια Μουρούζη) που ανταλλάχτηκαν ανάμεσα στα 1912-13, στη ντοπιολαλιά της Χίου.
Πολύ, πολύ ωραία παράσταση. Κείμενο, ηθοποιοί, σκηνοθεσία, όλα.
(Περισσότερα για την παράσταση στο με αφορμή το θέατρο, προσεχώς, ελπίζω!).

* * * * * * *

Περίμενα στην Ομόνοια, έξω από τον πρώην Μπακάκο (!) και προσπαθούσα να πείσω την μαμά μου στο τηλέφωνο πως ΔΕΝ έχει ερημιά εδώ στις οκτώ το βράδυ, ΟΥΤΕ στις 11 που θα γύριζα σπίτι θα είχε ερημιά, και να μη φοβάται για μένα...

Η φίλη μου βγήκε από το μετρό άσπρη σαν το φάντασμα-ήταν η μέρα που έγινε ο δεύτερος σεισμός βλέπετε, τον είχαμε καταλάβει παρέα στο gmail πριν μερικές ώρες(!), κι έτρεμε η ψυχή της που έπρεπε να μείνει για ώρα κάτω από τη γη...

Πήραμε το δρόμο για την οδό Σφακτηρίας, εφοδιασμένες με εκτύπωση από το googlemaps και με χειρόγραφο σχεδιάγραμμα, αγκαζέ, κάνοντας κύκλους και στροφές για να αποφύγουμε τις σκοτεινές γωνιές της Πειραιώς!

Όταν φτάσαμε στην οδό Σφακτηρίας-και ήμασταν πια και οι τρεις μαζί, άρχισα πάλι τα γραφικά λογύδρια για το πόσο όμορφα είναι τα στενά της Αθήνας, με τα τόσα εγκαταλλειμένα παλιά σπίτια και τις νεραντζιές, τα στενάκια που μπαίνεις και παύει η βουή της πόλης, και βρίσκεσαι σε άλλην εποχή...

Την-σοκολάτα-πριν-την-παράσταση την ήπιαμε στο καφέ που είναι ακριβώς δίπλα στην πόρτα του θεάτρου. Μιλήσαμε όπως κάθε φορά για τις σχέσεις μας, τις δουλειές μας, τις μαμάδες μας, τα μπλογκ μας, τα βιβλία μας, τα προβλήματά μας αλλά και τις δυνάμεις μας!

Χωρίσαμε μετά την παράσταση στην Ομόνοια πάλι, με τα δόντια να χορεύουν κλακέτες από την παγωνιά, αλλά γεμάτες.

Κορίτσια, τις μέτρησα σήμερα, πήγαμε σε 7 παραστάσεις μέσα σε 11 μήνες!




* * * * * * *

29.1.08

παίζουμε; ακόμη;

Το αγαπημένο μου παιχνίδι-ως αντικείμενο ε ί ν α ι Η κούκλα μου. Ενικός αριθμός, μία κούκλα, τελεία και παύλα. Ήταν (είναι) τόσο όμορφη που ποτέ δεν μου έκανε καρδιά να λιμπιστώ κάποιαν άλλη. Είναι σαν τη ζωή: όταν αυτό που έχεις σου φαίνεται τ' ομορφότερο απ' όλα, τότε είσαι τυχερός!
Μπορεί να έχω περάσει τα 40, αλλά την έχω προσεκτικά φυλαγμένη σ’ ένα κουτί στο πατάρι, στη Θεσσαλονίκη. Μαζί με το ασπρόμαυρο ινδικό φουστάνι και τη μαύρη φούστα με τα ελεφαντάκια και τις μπανανιές-αλλά αυτά είναι για μιαν άλλη ιστορία.

Η κούκλα μου είναι 50 πόντους περίπου, από μαλακό πλαστικό, με χρυσαφιά μακριά μαλλιά, μπλε (; Χριστέ μου, δε θυμάμαι…) μάτια, και ζουμερά χειλάκια. Φοράει ένα μίνι κυπαρισσί βελούδινο σαραφάν κι από μέσα ένα άσπρο πουκάμισο, με δαντέλα στους καρπούς και στον λαιμό, άσπρες κάλτσες και άσπρα λαστιχένια παπούτσια. Είναι από τη Γερμανία και τη λένε Κατερίνα. Αυτά.
Είναι δική μου, είναι το μόνο παιχνίδι που δεν έδωσα μεγαλώνοντας σε κάποιο παιδάκι της γειτονιάς. Είναι δική μου. Μοίρασα τις χάρτινες κοπελίτσες με τα χάρτινα φορεματάκια, όχι μόνο αυτά που έκοβα από τα περιοδικά αλλά και όλα όσα είχα ζωγραφίσει- βάψει- κόψει μόνη μου, τη συλλογή με τις χαρτοπετσέτες και τις κόλες αλληλογραφίας (με τις καρδούλες και τα ηλιοβασιλέματα), ακόμη και την στυλ-μπάρμπι-με-στήθος-και-ψηλά-τακούνια κούκλα που ήρθε στα χέρια μου όταν μεγάλωσα (και γιαυτό έμεινε πολύ λίγο-στα χέρια μου).

Το αγαπημένο μου παιχνίδι-ως παιχνίδι δεν έχει όνομα. Χωνόμουν κάτω από το ντιβάνι της κουζίνας και έπαιζα μόνη μου (όταν δεν διάβαζα). Από τους ώμους και πάνω χωμένη κάτω από το φραμπαλά του ντιβανιού και με το υπόλοιπο σώμα να εξέχει, μπρούμυτα ξαπλωμένη στο πάτωμα της κουζίνας, έστηνα έναν κόσμο από έπιπλα και κουζινικά, στο μισοσκόταδο, έναν κόσμο με ταβάνι το σωμιέ του ντιβανιού, κι έπαιζα με τους τυχερούληδες και τους σπιρτούληδες (ένας ήταν μωβ κι ένας πορτοκαλί, αυτούς μόνο θυμάμαι).

Μετά (και ενδιάμεσα μάλλον) διάβαζα. Όταν δεν διάβαζα τους Άθλιους διάβαζα την Γυναίκα. Αλλά αυτά επίσης είναι για μιαν άλλη ιστορία.

Έξω στο δρόμο, όταν οι άλλοι έπαιζαν μήλα εγώ καθόμουν και τους κοίταζα.
Τα αντανακλαστικά μου δεν είναι καλά. Δεν αισθάνομαι ευκίνητη. Αντίθετα, όταν πρέπει να κάνω μια απότομη μανούβρα (για να σωθώ από τη μπάλα) μούρχεται και κοκαλώνω (πεισμώνω;) και δεν την αποφεύγω, λες και επίτηδες, αρνούμαι να μετακινηθώ, να κρυφτώ, να αλλάξω θέση. Μπορεί να φαίνεται αστείο αλλά δείχνει ένα δυσνόητο ακόμη για μένα κομμάτι του χαρακτήρα μου το γεγονός ότι δεν έπαιξα ποτέ μήλα. Δεν το έχω ξεμπερδέψει ακόμη. Θα ήθελα. Για την ώρα το αφήνω.

Τζαμί πάλι, έπαιζα. Ενώ η λογική του είναι παρόμοια με των μήλων. Δεν ξέρω. Και νιώθω λίγο σαν τον σοβαρό κύριο στο μικρό πρίγκιπα, έχω σοβαρά προβλήματα να σκεφτώ τώρα, δεν μπορώ να ασχοληθώ με το γιατί έπαιζα τζαμί αλλά όχι μήλα στα δεκαπέντε μου… είμαι σοβαρός άνθρωπος εγώ, με σοβαρές ασχολίες…

(για τη renata που είναι φίλη μου :))




* * * * * * *

27.1.08

μια δουλειά

Κάθε πρωί βλαστημάω που πρέπει να σηκωθώ μέσα στη νύχτα και την παγωνιά, που πρέπει πάλι να ντυθώ και να πάω στη δουλειά... Μετά, διακόσια μέτρα πιο πέρα, πριν ακόμη ζεσταθεί το αυτοκίνητο, βγαίνω στη Θηβών και βλέπω τα παληκαράκια-μετανάστες που περιμένουν για μεροκάματο να πηδούν από το ένα πόδι στο άλλο για να ζεσταθούν και η ντροπή μου ανεβαίνει μέχρι το κεφάλι. Είμαι μέσα σε αυτοκίνητο-δεν περπατάω. Στα ζεστά. Και το κυριότερο: έχω προορισμό. Ξέρω πως κατευθύνομαι σ' ένα γραφείο, στη ζέστη, θα έχω τον καφέ μου καθημερινά και τον μισθό μου στο τέλος του μήνα.

Όταν είπα στον Γιάννη πόσο με έχει κατά καιρούς προβληματίσει αυτό το ζήτημα, πως θα ήθελα να μοιράζονταν σ' αυτούς τους ανθρώπους τα χρήματα που σε άλλους περισσεύουν ή που σπαταλιούνται για μάταιους σκοπούς (όπως π.χ. για να πραγματοποιήσει ένας ποδοσφαιριστής το παιδικό του όνειρο και να αγοράσει μια λαμποργκίνι - διάβαζα σήμερα το πρωί ξεκαθαρίζοντας παλιές εφημερίδες...) μου είπε πως δεν είναι θέμα χρημάτων. Οι άνθρωποι δεν χρειάζονται λεφτά. Τα λεφτά τελειώνουν. Οι άνθρωποι χρειάζονται πρωτίστως δουλειά ώστε να επιβιώνουν αξιοπρεπώς. Όλα τα υπόλοιπα έπονται.

* η φωτογραφία είναι από τη έξοδο με τη δουλειά για το κόψιμο της βασιλόπιτας.


* * * * * * *

26.1.08

Σάββατο πρωί στην πόλη


Χρόνια και χρόνια πάντα το ίδιο. Πάντα με διάθεση να μάθω, να δοκιμάσω, να αλλάξω, και πάντα το αναβάλλω για την επόμενη φορά: αυτήν, ας ξαναπάμε στα ίδια, ας ξαναφάμε τα ίδια, όπως χθες και προχθές και πριν ένα μήνα, όπως πάντα.
Για χρόνια (ναι, πλάγιαζα νωρίς, αλλά δεν είναι αυτό που θέλω να πω εδώ…), για χρόνια λοιπόν παράγγελνα ριγκατόνι - τέσσερα-τυριά ενώ ήθελα να δοκιμάσω όλες τις μακαρονάδες του καταλόγου, για χρόνια έτρωγα χάμπουργκερ μέχρι που η ανεψιά μου μού πρότεινε το σάντουιτς με κοτόπουλο-έκτοτε δεν έχω πάρει τίποτε άλλο… Πίνω καφέδες στα ίδια μέρη, κάνω τα ίδια δρομολόγια στις βόλτες μου και παραγγέλνω πάντα μπιφτέκι με πατάτες. Από την άλλη, ποτέ δεν εγκαταλείπω την πρόθεση κάποια στιγμή να δοκιμάσω κάτι άλλο…
Καλά που η φίλη μου είναι τολμηρή κι αποφασιστική, και δεν πτοήθηκε από τον καταιγισμό των προτάσεών μου: να πάμε εδώ; ή αλλού; ή μήπως να πάμε εκεί που πάμε πάντα, γιατί θα ‘ναι πρωί και πρέπει ο καφές να είναι καλός για να ξυπνήσω ευχάριστα και εγκαίρως, και γιατί σήμερα αυτός που έφτιαξα στη δουλειά ήταν αηδία και περιμένω πως και πως τον αυριανό;
Έτσι αύριο θα πάμε για καφέ κάπου που δεν έχουμε ξαναπάει-όχι μακριά, ένα τετράγωνο παραπέρα, σ΄ένα μέρος που επισκεύθηκα πριν χρόνια-πόσα; Χριστέ μου, πριν 12-13 χρόνια περίπου. Ήμουν μόνη τότε και είπα στον εαυτό μου: κάποια στιγμή, θα έρθω να πιώ έναν καφέ εδώ. Λοιπόν, «με λίγη βοήθεια από τη φίλη μου», η ώρα ήρθε τώρα!

(Η φωτογραφία είναι από το ταξίδι-στα-ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι, το εσωτερικό ενός καφέ στο Windsor)



* * * * * * *

24.1.08

άρωμα βιβλίου


ΠΑΖΑΡΙ ΒΙΒΛΙΟΥ 2008
Από την Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου έως και την Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου, μία έκθεση βιβλίου, διαφορετική από τις καθιερωμένες θα λειτουργεί καθημερινά από τις 10:00 το πρωί μέχρι τις 21:45 το βράδυ, στην Πλατεία Κλαυθμώνος.

Για να μην «σκοτώνονται» τα βιβλία, όταν «γεράσουν»!

Σύνθημα προς τους βιβλιόφιλους: «Υιοθετήστε ένα βιβλίο, για να μην πολτοποιηθεί!».

(από εδώ)


* * * * * * *

22.1.08

νομίζω ότι μπήκε η άνοιξη


Ένα λεπτό έξω από τη δουλειά, όσο να πας στο φούρνο απέναντι να πάρεις ένα κουλούρι. Και βλέπεις τόσα στο δρόμο σου. Μακάρι να μπορούσα να περπατώ συνέχεια στο δρόμο. Μια κυρία μπήκε στο φούρνο, από πίσω μου, και ζήτησε «ένα μεγάλο ποτήρι νερό παρακαλώ. Μεγάλο». Κι επειδή η κυρία ήταν επίσης μεγάλη, η φουρνάρισσα της γέμισε ένα μεγάλο χάρτινο ποτήρι με νερό χωρίς δεύτερη κουβέντα. Στο δρόμο της επιστροφής την είδα να έχει βολευτεί σ΄ένα παγκάκι στο πάρκο και να απολαμβάνει το χάμπουργκερ που έβγαλε μέσα από τη χαρτοσακούλα, το ποτήρι το νερό δίπλα, ο ήλιος του πρωινού απέναντι. Ένας σκύλος με κλειστά μάτια απλωμένος παραδίπλα μέσα στο γρασίδι, ένα περιστέρι δίπλα στο σκύλο, ακίνητο, κάτω από το θάμνο. Κόσμος πηγαινοερχόταν τριγύρω. Απολάμβαναν την ανοιξιάτικη μέρα, τον ήλιο, τη ζωή. Με πολύ λίγα-σχεδόν τίποτα, αλλά και με όλα τα σημαντικά, την ηρεμία, το φαγητό, τον ήλιο και την παρέα, εντελώς ζωή. Εγώ ξαναμπήκα στη μούχλα. Στον κλιματισμό, στα φώτα, στους εκτυπωτές, στη βοή. Έξω από τη ζωή.


* * * * * * *

20.1.08

ζωή ασπρόμαυρη και φωτεινή


Το «ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα» είναι η αυτοβιογραφία των πρώτων χρόνων του Ευγένιου Ο’ Νηλ (16.10.1888-27.11.1953).

Ακριβώς όπως στο έργο, έτσι και στην πραγματικότητα: Ο πατέρας του ήταν ένας Ιρλανδός ηθοποιός που έζησε μέσα στη φτώχεια κι έγινε διάσημος παίζοντας επί χρόνια τον ίδιο ρόλο του Κόμη Μοντεχρίστο. Η μητέρα του πάλι, μια ντελικάτη κόρη πλούσιου πατέρα που τον έχασε στα 17 της, δεν συνήλθε ποτέ από το θάνατο του δεύτερου/δίχρονου γιού της από αμυγδαλές, και κατέληξε μορφινομανής μετά από την δύσκολη γέννα του Ευγένιου.

Εδώ, το έργο τελειώνει αλλά η ζωή συνεχίζεται, ακόμη δυσκολότερη: τον διώχνουν από το Πρίνστον και σαλπάρει, παρέα με την κατάθλιψη και τον αλκοολισμό. Όταν, μέσα σε 3 χρόνια χάνει τον ένα μετά τον άλλο τους γονείς και τον 45χρονο αδελφό του (ο οποίος «σκότωσε τον εαυτό του με ποτό»), αρχίζει να γράφει.

1909: ένας τρίχρονος γάμος με την Kathleen Jenkins κι ένας γιός, ο Ευγένιος Τζούνιορ .

1912: ανάρρωση από φυματίωση σε σανατόριο.

1918: ο δεύτερος γάμος, με την συγγραφέα Agnes Boulton και δύο ακόμη παιδιά: Ο Shane και η Oona.

1929: ο τρίτος γάμος με την (πρόσφατα χωρισμένη) ηθοποιό Carlotta Monterey (για την οποία είχε πει πως «είχε τα μάτια της μητέρας του») κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής του.
Γι αυτά τα μάτια της, τα άφησε όλα πίσω και σάλπαραν μ΄ ένα ατμόπλοιο για την Ευρώπη. Έζησαν μερικούς μήνες στην κοιλάδα του Λίγηρα, έξω από το Παρίσι και μετά επέστρεψαν στην Αμερική. Η Carlotta είναι που του οργάνωσε την ζωή και τον βοήθησε να γράψει, κρατώντας μακριά τους επισκέπτες, κυρίως όταν «Ο Κύριος» όπως τον έλεγε, έγραφε, χωμένος βαθιά στο γραφείο του και με 3 βαριές πόρτες κλεισμένες πίσω του. Το «Ταo» ήταν το πρώτο (και τελευταίο) του σπίτι (μετά, ξαναγύρισε στα ξενοδοχεία) και το καταφύγιο όπου έγραψε τα τελευταία του έργα.

1940: άρχισε το ανεξέλεγκτο τρέμουλο στα χέρια (μπορεί να ήταν πάρκινσον, μπορεί και το ποτό) το οποίο τελικά τον ανάγκασε να σταματήσει να γράφει στα 57 του το 1945.

1943: Η Οona στα 18 της ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τον κατά 36 χρόνια μεγαλύτερό της Τσάρλι Τσάπλιν, έκανε μαζί του 8 παιδιά και πέθανε το 1991. Ο πατέρας της δεν της ξαναμίλησε ποτέ.

1950: Ο Ευγένιος τζούνιορ, πτυχιούχος του Yale, αλκοολικός, αυτοκτόνησε στα 40 του.

1977: Ο Shane αλκοολικός και χρήστης ηρωίνης, έπεσε από το παράθυρο διαμερίσματος του Μπρούκλιν, στα 57 του.

Έτσι λοιπόν, ο Κάτοχος 4 Πούλιτζερ και ενός Νόμπελ Λογοτεχνίας πέρασε όλη την παιδική και σχεδόν όλη την ενήλικη ζωή του σε ξενοδοχεία:
Δεν είχα ποτέ σπίτι, δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να ριζώσω. Μεγάλωσα σε ξενοδοχεία… είναι παράξενο, αλλά ο καιρός που πέρασα στη θάλασσα, πάνω σ ένα πλοίο ήταν η μόνη φορά που ένιωσα ότι ρίζωσα κάπου.

"Το ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα" το αφιέρωσε στην Carlotta στην 12η επέτειο του γάμου τους: Αγαπημένη μου, σου δίνω το πρωτότυπο κείμενο ενός έργου μεγάλης λύπης, που γράφτηκε με δάκρυα και αίμα. Ένα δώρο που φαίνεται αταίριαστο για μια μέρα που γιορτάζουμε την ευτυχία. Μα εσύ θα καταλάβεις. Είναι ένα αφιέρωμα στην αγάπη και την τρυφερότητα σου, γιατί μου έδωσε πίστη στην αγάπη και μου επέτρεψε να μπορέσω να αντικρίσω επιτέλους τον θάνατό μου, και να γράψω αυτό το έργο. Να το γράψω με βαθιά λύπη, κατανόηση και συγχώρεση και για τους 4 Tyrones.

(Για τη renata, την αλκιμήδη και την RedHat)




* * * * * * *

18.1.08

το μέτρον: ο Άνθρωπος


Η ζωή, ο Θάνατος
κι αναμεσίς
η Τέχνη (η ποίηση)
όπου καταξιώνει τη ζωή,
την διαιωνίζει,
και το θάνατο καταργεί.

Γι΄αυτό, προς τι, γιατί
η "στράτευση", η σάτιρα, τα πείσματα, το μίσος
που δεν τους δίνει, πέρα ως πέρα, καμιά
σημασία η ζωή
κι ο θάνατος δεν στέργει
όλως διόλου
ναν τα ξέρη.

* * * * * * *
"Να αντισταθούμε δια της ποιήσεως".
Το αισθάνθηκα προχθές στην έκθεση "Νίκος Εγγονόπουλος: είμαι ζωγράφος και ποιητής". Όμως όχι κατά λέξη, όχι στον πληθυντικό, όχι με την λέξη αντίσταση, όχι με τη μορφή μάχης.
Αυτό που είχα στο νου μου ήταν περίπου "να μην ξεχνώ την ποίηση στην καθημερινότητά μου, πως μπορώ να στηρίζομαι σ αυτήν, γιατί μόνο αυτή είναι που έχει σημασία, μόνο αυτή μπορεί να σε υψώσει από το έδαφος, να σε πάει παραπέρα.
Όταν θυμηθείς πως υπάρχει η ποίηση τότε έχεις ένα λόγο να ζεις".

Ακριβώς όπως είπε ο ποιητής: η ζωγραφική και η ποίησις με παρηγορούν και με διασκεδάζουν.
Κι επίσης ο ζωγράφος: How rich art is.If one can only remember what one has seen,
one is never without food for thought or truly lonely,
never alone.





* * * * * * *

17.1.08

γκρίνια ΙΙ

Όταν μου είπες πως θα έπρεπε να έχω παραιτηθεί από αυτή τη δουλειά από τότε που προσλήφθηκα γιατί από πάντα δεν μου άρεζε και δυσκολευόμουν να προσαρμοστώ, ζεματίστηκα. Όχι γιατί είχες άδικο. Ίσα-ίσα, απόλυτο δίκιο είχες. Νομίζεις πως εγώ δεν το κατάλαβα, πως χρειαζόταν κάποιος να μου το πει; Αυτό είναι που με έχει φέρει σε απόγνωση τον τελευταίο καιρό, το ότι και πριν ένα χρόνο το ίδιο τραγικά περνούσα, και πριν πέντε χρόνια δυσκολεύτηκα να προσαρμοστώ στην αλλαγή θέσης, και πριν είκοσι χρόνια έβλεπα εφιάλτες τα βράδια. Άρα, δεν είναι η δουλειά που φταίει, είμαι εγώ που δεν κάνω γιαυτή τη δουλειά. Μα παρόλαυτά δεν επέλεξα να την αλλάξω, ούτε επέλεξα να αλλάξω τον εαυτό μου (λες και θα μπορούσε να γίνει αυτό…). Ούτε όμως εγκαταλείπω τη μάχη, να πάψω να ασχολούμαι: πολεμάω, πασχίζω, να βγάλω μιαν άκρη, να βρω τρόπο να τοποθετήσω τον εαυτό μου σε σχέση με τους ανθρώπους, με τους πελάτες, με τους συναδέλφους, με τους στόχους, με έναν σκοπό που δεν είναι ο δικός μου μα πρέπει να τον χορέψω.

Το ξέρω πως σου είναι αδύνατον να πεις άλλο παρά αυτό που σκέφτεσαι, και πως δεν είχες άδικο-προχθές, μα δεν είναι εύκολο για μένα να το αντέξω. Δεν με ωφελεί το να μου φέρουν κατάμουτρα την αδυναμία μου-αυτή την ξέρω από μόνη μου. Από την άλλη, ούτε χάδια και παρηγοριές χρειάζομαι-ούτε στο ελάχιστο. Ένα τρόπο να βγω από το λαβύρινθο που μέσα του μπερδεύομαι ψάχνω, απλά.

Εκείνη τη νύχτα λοιπόν, σε είδα στον ύπνο μου, πρώτη φορά από τότε που σε ξέρω, από το πάντα δηλαδή. Μου έφερες σοκολάτες κι ένα κουτί σοκολατάκια λάκτα, απ΄αυτά που είναι καρδούλες. Δεν το κατάλαβα ότι ήταν όνειρο, μα το πρωί ξύπνησα πιο ανάλαφρη, με ένα χαμόγελο, μια ανακούφιση, που τον λύσαμε- για ακόμη μια φορά τον κόμπο. Μάλιστα έλεγα, τι καλά που έκανε το πρώτο βήμα, γιατί εγώ δεν θα το έκανα, όχι, καλύτερα μόνη, χωρίς κριτικές και επικρίσεις, μπορώ. Το πρωί στο δρόμο -δεν θυμάμαι αν ήταν μέσα στο αυτοκίνητο ή στο μετρό, έτσι που είμαι αλαφιασμένη και ζαλισμένη από το ξύπνημα-, εκεί που το γύριζα στο μυαλό μου, ξαφνικά κατάλαβα: μα ήταν όνειρο. Όνειρο; Ναι, για προσπάθησε να θυμηθείς… Όχι, δεν συναντηθήκαμε, ούτε τηλεφωνηθήκαμε, όνειρο ήταν. Και στεναχωρήθηκα, ξανάπεσε ένα βάρος επάνω μου, αλλά πάλι δεν σου τηλεφώνησα.

(Σήμερα πήρα μειλ από τη Γερμανία: Den mporo na perigrapso ti pernao, polles fores nimizo oti einai ena kako oneiro kai oti tha ksipniso to proi kai ola tha einai opos prin.Na eisai panta kala kai na min stenaxoriesai kai na min griniazeis gia tipote.Ola einai mataia.H eftixia einai sta poli apla, poli kathimerina pragmata, emeis den to katalavenoume.)




* * * * * * *

16.1.08

πραγματικότητα

Δεν θέλω να περνάει τόσο γρήγορα η ώρα τα απογεύματα. Με το που τελειώνω τις (ψιλο) δουλειές στο σπίτι και κάθομαι στον υπολογιστή, τσούπ! νάσου ο δείκτης πάει και κολλάει στις 23:30 και τότε είναι που πανικοβάλλομαι: πρέπει ά μ ε σ α να πάω για ύπνο…
Το πρωί είναι φρικτό να χτυπάει το ξυπνητήρι ενώ είναι ακόμη νύχτα και να σηκώνομαι πανικόβλητη (πάλι;!!): κρύο, σκοτάδι, η ίδια ιεροτελεστία (προς θεού, αμαυρώνεται η λέξη αν αυτό που εννοείς είναι πλύσιμο δοντιών, μάσκαρα και ντύσιμο τρέμοντας μπροστά στο αερόθερμο!), κάθε μέρα, βαρέθηκα πια, βαρέθηκα.

Τουλάχιστον αν έχεις κοιμηθεί αρκετά, όλα γίνονται ευκολότερα.

(Καλά, είναι δυνατόν να γκρινιάζω κ α ι για την ταχύτητα της ώρας; έλεος...!).




* * * * * * *