
Χμμμ, αυτό το «διαβάζω μέχρι και τις ετικέτες των απορρυπαντικών όταν είμαι στην τουαλέτα», χρόνια τώρα, το θεωρώ κι εγώ (όσο «κάπως» και «παρακμιακό» κι αν ακούγεται) ως το απαύγασμα της βιβλιοφιλίας. Μη σου πω και κάτι παραπάνω. Μα ίσως και κάτι χειρότερο. Κάτι σαν αρρώστια δηλαδή, σαν το μυαλό να πρέπει συνέχεια να απασχολείται, να τρέφεται, να διασκεδάζεται, να ξεπορτίζει, να καλοπερνάει, να ξεχνιέται (σαν με ένα άρλεκιν, κάπως...), σαν το βλέμμα να πρέπει συνέχεια να είναι απασχολημένο με την αποκρυπτογράφηση αυτών των μαύρων γραμματακίων, να τα βάζει στη σειρά, να τα κάνει λέξεις και να μπαίνει στη διαδικασία να τα καταλάβει, να σκεφτεί δηλαδή, να δώσει ώθηση επομένως στο μυαλό, στην συνείδηση να φύγει, να είναι αλλού, να μην είναι εκεί που είναι το σώμα παρά να ταξιδεύει. Λίγο σαν υπεκφυγή της πραγματικότητας το βλέπω μερικές φορές. Μα πάλι, ούτε την απόλαυση μπορώ να αμφισβητήσω, ούτε το φυγείν αδύνατον απ’ αυτό: είναι κάπως γονιδιακό, έτσι έχω καταλήξει. Γεννιέσαι με την έλξη προς αυτά τα χάρτινα χαρτιά, που άμα τ’ ανοίξεις είναι σαν μπαουλάκια θησαυρού-ξεχύνονται ιστορίες και άνθρωποι και χρυσάφια από μέσα τους, και είναι λίγο σαν θάλασσα, όπου βουτάς με τα μούτρα και χάνεσαι από το τώρα. Για την δημιουργία παρελθόντος (ψευδού;) τι να πω; Που με τόσα διαβάσματα, έχεις πάει, έχεις νιώσει, έχεις πει, έχεις ερωτευτεί, πληγωθεί, ταξιδέψει, όσο ποτέ δεν θα προλάβεις στα χρόνια που θα προλάβεις να ζήσεις. Γιατί; Γιατί σε μερικούς δε φτάνει η ζωή τους και θέλουν κι άλλη; Κι άλλες; Ωραία όμως. Όχι απλά ωραία, πιο πολύ από ωραία-όποιος το ξέρει, ξέρει. Και το τελευταίο που θέλω να πω, είναι το δεκανίκι. Άσχημη λέξη, μα δε βρίσκω καλύτερη. Που άμα είσαι χάλια, άμα δεν ξέρεις τι να κάνεις για να σηκωθείς, για να προχωρήσεις, ανοίγεις το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο, διαβάζεις μια παράγραφο, δε θέλει παραπάνω, και μετά ξέρεις ότι η ζωή είναι ωραία, ότι αξίζει τον κόπο, παρ’ όλα της, αφού υπάρχουν τέτοιες παράγραφοι, τέτοιοι άνθρωποι που σκέφτονται έτσι, που μπορούν και γράφουν έτσι, κι άλλοι-πολλοί, που τα διαβάζουν και νιώθουν όπως εσύ: παρηγορημένοι. Παρέα σου, κοντά σου, κι ας μην μαθαίνει ποτέ ο ένας για την ύπαρξη του άλλου.
(Η φωτογραφία από το Buenos Aires)
* * * * * * *











