24.1.09

καφές και... φράουλες!


Γυρίζοντας στο σπίτι το Σάββατο το μεσημέρι, ξεφόρτωσα τις φωτογραφίες απο τη φωτογραφική μηχανή στον υπολογιστή. Πιο πολύ απ΄τις ισορροπημένες μ΄άρεσε αυτή η ανισόρροπη, μου δίνει λίγο σαν να πετάμε, κάπως όπως είμαστε εκείνη την ώρα που πίνουμε τον καφέ και κουβεντιάζουμε, σαν να είμαστε σε χαλί περσικό-μαγικό και πετάμε, σβίνννν, μια εκεί, μια εδώ, μια στα παλιά, μια στα μελλούμενα, μια στους πεθαμένους μας και μια σ΄αυτούς που έχουν πια πεθάνει απο τη ζωή μας, μια στα μέσα μας και μια στα έξω μας, στις δουλειές μας, στις μαμάδες μας, στα βιβλία μας (γουάου, that's the best part!), στα μπλουζάκια μας και στο σιδέρωμα που θέλουν...
Και βλέποντας το τσίζ κεικ φράουλα-όλα τα άλλα γλυκά όλων των άλλων Σαββάτων δυστυχώς δεν τα φωτογράφησα πριν τα φάμε-, βλέποντας το γλυκό λοιπόν, και τα δύο κουτάλια που μας περιμένουν, σκέφτηκα πόσο περίεργο είναι, πόσο όμορφο, να μοιράζεσαι εκτός απο το Σάββατό σου, εκτός απο τις σκέψεις και τις σαχλαμάρες σου, ένα γλυκό, απο το ίδιο πιάτο, με κάποιον που γνωρίζεις τόσο λίγο καιρό. Και πόσο πολύ όμορφο.

*μετά, πήγαμε στην έκθεση exlibris



* * * * * * *

17.1.09

ποτέ δεν τον επισκέφθηκε κανείς οικείος


…στο απαρχαιωμένο Φρενοκομείο Κερκύρας, για 13 έτη, 10 μήνες και 27 ημέρες.

…οι λόγοι του εγκλεισμού του ήταν «από τον γέλωτα άνευ λόγου, τους φόβους, την επιθετικότητα κατά του πατρός και των οικείων του, τις απόπειρες αυτοκτονίας», σημειώνοντας ότι «έπασχεν από ονειρώξεις συνεπεία των οποίων ήταν οι αυνανισμοί εξ αποτυχόντος έρωτος».


Ο Γιαννούλης Χαλεπάς, Σοφάκι, έζησε μια πολύ δύσκολη ζωή. Πιο πολύ καιρό ήταν μέσα σε τρελοκομεία, παρά έξω. Δεκατρία χρόνια στο φρενοκομείο Κέρκυρας, κι άλλα δεκατρία (και βάλε) στο φρενοκομείο του σπιτιού του, στην Τήνο, όπου η μαμά του κατέστρεφε ότι προσπαθούσε εκείνος να πλάσει με τα χέρια του, πεπεισμένη πως η τέχνη του ήταν που του προκαλούσε την τρέλα. Τι να πω? Μπορείς να πεις τι έχει μέσα στο μυαλό του ο άλλος? Μια μάννα? Δεν μπορεί, θα πονούσε κι εκείνη, με τον τρόπο της. Που να ξέρει πως έπρεπε να του φερθεί?
Πάντως, όπως μας παραδίδεται, «την ημέρα που πέθανε η μητέρα του, στεκόταν απαθής και αδιάφορος. Κατέβηκε στο υπόγειο, άρχισε να πλάθει τον πηλό και φέρεται να είπε στις ανιψιές του που μοιρολογούσαν: "Σωπάστε και εγώ θα πιάσω την τέχνη να δουλεύω"». Ήταν πια ελεύθερος. Και 65 χρονών.

Τι άλλον να σου γράψω για τη ζωή του? Ήταν γεννημένος στις 14 Αυγούστου του 1851. Διάβασε εδώ αν θέλεις, από όπου πήρα τα αποσπάσματα του ποστ, έχει κι ένα χρονολόγιο. Κι εδώ περισσότερα για τη ζωή του. Όσο για τα έργα του, θα τα δεις στο βιβλίο.

Τι του έφταιξε κι αρνήθηκε τη ζωή και την τέχνη; Ο ερευνητής Γ. Μπόλης αναφέρει όλα τα ενδεχόμενα. Απογοήτευση- δεν ήταν εύκολη η σταδιοδρομία ενός γλύπτη-, σύγκρουση με τον πατέρα του και τη μητέρα που του έσπαγε τα έργα, και ερωτική απογοήτευση.

Κι όταν θα έρθεις, να πάμε στο Πρώτο Νεκροταφείο, να δούμε την Κοιμωμένη του. Μόνο να προλάβουμε, γιατί διαβάζω πως καταστρέφεται, από ανθρώπους κι από τον καιρό.
Ο Χαλεπάς δίνει συνέντευξη σε δύο συνέχειες σε αθηναϊκή εφημερίδα για να δηλώσει στο πανελλήνιο ότι δεν υπήρξε ερωτευμένος με την κοιμωμένη Σοφία Αφεντάκη, δεν τη συνάντησε ποτέ στη ζωή του και ότι άλλη αγαπούσε: τη Μαριγώ. «Αυτά που κάνω σήμερα είναι πολύ πιο ωραία», προσέθετε. «Ο νέος Χαλεπάς ξεπέρασε τον παλιό».


* * * * * * *

15.1.09

οι δρόμοι, Σόφη, είναι νυχτερινοί


Οι δρόμοι, Σοφίτσα μου, είναι συνήθως νυχτερινοί. Αλλά είναι όμορφοι. Οι δρόμοι.
Όταν δεν είμαι καλά, θέλω να παίρνω τους δρόμους και να περπατώ. Αργά. Να κοιτάζω τα πεζοδρόμια και τα σπίτια. Τον Πάτρικ Λη Φέρμορ σκέφτομαι τότε (και τον Μπρους Τσάτουιν, το φίλο του, επίσης), που κίνησε με τα πόδια απο την Αγγλία κι έφτασε μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Είκοσι χρονών. Με τα πόδια. Χαζεύοντας τη φύση και τα χωριά, και κοιμώμενος όπου έβρισκε, ακόμα και σε χαντάκια στο πλάι του δρόμου. Χωρίς γκρίνιες, χωρίς φόβους, με τα μάτια ανοιχτά. Σαν να βλέπω και την καρδιά του μπροστά μου, ανοιχτή, ελαφριά, να πετάει μέσα του.

Τα ποιήματα, Σοφίτσα, και οι ιστορίες, ακόμα κι αυτές με βρυκόλακες, ακόμα κι αυτές που ο ήρωας πεθαίνει στο τέλος απο σύφιλη, κάνουν τη ζωή μας πιο όμορφη. Πως αλλιώς να το πώ? Πιο ενδιαφέρουσα, πιο πολύ να αξίζει τον κόπο.
Άραγε ξέρεις πόσο χαίρομαι που το ανακάλυψες?

* Για τη Σοφιούλα μου, που άμα είχα ένα μωρό, σαν τη Σοφιούλα θα ήτανε. Κι όταν μεγάλωνε, πάλι σαν τη Σοφιούλα θα ήτανε, με το χαμόγελό της, την δειλή τόλμη της, την καρδιά λιονταριού που κρύβεται πίσω απο την ευγένειά της.


* * * * * * *

11.1.09

συγκινήθηκα τώρα λίγο…


Θα αρχίσουμε να βαδίζουμε μπροστά.
Είναι ο τίτλος της ελληνικής γραμματικής μεταφρασμένης στα κινέζικα απο την...

μικροσκοπική κυρία Σιου Κάι... μιλάει άπταιστα ελληνικά…συνεχώς καθησύχαζε τους έλληνες ναυτικούς ότι όλα θα πάνε καλά…το Ναυτικό Νοσοκομείο ήταν «δεύτερο πανεπιστήμιο»… πριν από 40 χρόνια… διαβάζαμε μόνο έργα του Μάο μεταφρασμένα στο ελληνικά…Με ρωτούσαν τι να μου φέρουν από την Ελλάδα. Ζητούσα μόνο βιβλία…

Εδώ είναι ολόκληρο το άρθρο (το οποίο με συγκίνησε πολύ) απο όπου αντέγραψα τις παραπάνω φράσεις.

Η κυρία Σιου Κάι, καθηγήτρια σήμερα στο Πανεπιστήμιο Ξένων Γλωσσών του Λαικού Απελευθερωτικού Στρατού, στην πόλη Luoyang, βρέθηκε με εξάμηνη υποτροφία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, αλλά και στο Κερατσίνι!

Η φωτογραφία είναι απο εδώ.


* * * * * * *

3.1.09

du cane


Ένα υποστατικό που λεγόταν Mountains, σ ένα λόφο κοντά στο Maldon του Essex της Αγγλίας, ήταν το σπίτι της Λαίδης Du Cane και των δύο θυγατέρων της κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Ο κήπος τους ήταν υπέροχος, γεμάτος λουλούδια.
Στις αρχές του 20ου αιώνα, οι αδελφές Du Cane, η Florence (1869 - 1955) και η Ella (1874-1940), αντισυμβατικές ταξιδιώτισσες, η μια της γραφής και η άλλη της ζωγραφικής, ταξίδεψαν μακριά, ζωγραφίζοντας ότι έβλεπαν, και κρατώντας σημειώσεις. Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά από ταξιδιωτικά-εικονογραφημένα βιβλία.

  • Λουλούδια και Κήποι της Ιαπωνίας (1908)
  • Λουλούδια και οι κήποι της Madeira (1909)
  • Kανάρια Νησιά (1911)
Εκτός απο τα παραπάνω, που συνοδεύονται απο κείμενα της αδελφής της, η Ella εικονογράφησε επίσης τις Ιταλικές Λίμνες, τις Όχθες του Νείλου, και άλλα.

Το εντυπωσιακό για γυναίκες εκείνης της εποχής είναι, όχι τόσο ότι ταξιδεύουν πολύ μακριά, ούτε φυσικά το ότι γράφουν και ζωγραφίζουν, αλλά ο συνδυασμός όλων αυτών, και η έκδοση του αποτελέσματος σε βιβλίο!

Εδώ κι εδώ υπάρχουν σκαναρισμένα ολόκληρα, μερικά απο τα βιβλία τους.



* * * * * * *

2.1.09

What would you attempt to do if you knew you could not fail?


Σήμερα άνοιξα λογαριασμό σε μια κυρία γύρω στα 70, που δεν ήξερε να γράφει το όνομά της. Αρχικά προσπάθησε να το αντιγράψει βλέποντας την ταυτότητά της, αλλά δυσκολεύτηκε πολύ (με τα κεφαλαία). Μετά μου είπε πως μπορεί και το γράφει μόνο όταν η ανεψιά της το δίνει γραμμένο, οπότε το έγραψα σ΄ ένα χαρτί, χάρηκε, και το αντέγραψε προσεκτικά, ζωγραφίζοντας ένα-ένα τα γράμματα, αργά, τέσσερις φορές. Σαν να σας έβαλα τιμωρία, είπα, και γελάσαμε. Φεύγοντας κοίταζε το (παλιο)χαρτάκι που είχα γράψει το όνομά της, ντροπαλά. Να το πάρω αυτό; με ρώτησε. Και το πήρε μαζί της.
* * * * *
Στην φωτογραφία, η ωραιότερη βασιλόπιτα που έχω δει (και έχω φάει, επίσης), δώρο από πολύ-πολύ αγαπημένη μου φίλη!
* * * * *
What would you attempt to do if you knew you could not fail?
Ξεκινώ τη χρονιά με το παραπάνω καρφωμένο στο μυαλό μου-από τότε που το είδα, δε λέει να ξεκολλήσει.
(...μας προτρέπει να πάρουμε το ‘σπαθί’ μας, και να πολεμήσουμε για κάθε ένα από τα όνειρα μάς, καταρρίπτοντας την έννοια των ‘ορίων’ και του ΄παραλόγου’. Παράλογο είναι μόνο κάτι που είναι αντίθετο με αυτό που έχουμε ‘ορίσει’ εμείς ως λογικό. Ονειρευτείτε και αγωνιστείτε!!...)
Αντί για νιού γίαρς resolution.


* * * * * * *

27.12.08

διπλωμένα φτερά


«Κόντευα τότε να τελειώσω τις σπουδές μου και η γιαγιά είχε από καιρό περασμένα τα ογδόντα της. (...) Με τα χρόνια είχε απομείνει δυο κάτια μόνο. Η καμπουρούδα της, όπως την έλεγε πάντα, είχε στρογγυλέψει ακόμη πιο πολύ. Τα ζυγωματικά της, έντονα πάντα, είχανε τονιστεί ακόμη περισσότερο, και όσο της έφευγε η σάρκα από πάνω της, τόσο τα μάτια της έπαιρναν και μεγαλύτερη λάμψη. Είχε πάλι αρπάξει κάποια πούντα, μέσα σ' αυτό το σαράγι που ζούσε μόνη της και που, από χρόνο σε χρόνο, ρήμαζε όλο και πιο πολύ - τώρα κι αν έμπαζε από παντού! Είχε κρατήσει πάλι μπροστά στη φωτιά εκείνο το πισσωμένο πανί, τον μπλάστρη της, και περίμενε να μαλακώσει να το βάλω πάλι στην πλάτη της, όπως έκανα πάντα. Είχε ανασηκώσει λίγο το ρούχο της και περίμενε. Εγώ κάπως δίστασα· κι αυτή, χωρίς να με βλέπει, το είχε μαντέψει, ως φαίνεται. Τότε ήταν που μου είπε τα λόγια εκείνα "Εμένα ο Χριστός εν' αδελφός μου. Μην κοιτάς αυτή την καμπουρούδα μου εμένα. Εκεί εν' κρυμμένα και διπλωμένα τα φτερά μου. Όταν έρθει και η δική μου ώρα, μ' αυτά θα πετάξω να πάω στον ουρανό, κοντά στο Χριστό μου, ν' αναπάψω κι εγώ πια το κορμάκι μου. Μετάνοιες πολλές κι εκκλησιές πολλές εγώ δεν ήξερα. Εμένα μπορεί να με πείραξαν, άνθρωπο όμως στη ζωή μου δεν πείραξα, ούτε μερμήγκι».

* του Γιάννη Ατζακά, απο τις εκδόσεις Άγρα.


* * * * * * *

22.12.08

η χιονάτη


Σήμερα το πρωί, επτά παντελόνια στήσανε χορό στην ταράτσα απέναντι.

(Σκέφτομαι στα σοβαρά ν' αρχίσω να γράφω στα αγγλικά-δεν είναι σωστό να περιορίζεται ο αριθμός των ανθρώπων που διαβάζουν τα ποστ μου, απο τη γλώσσα..!)




* * * * * * *

19.12.08

μελομακάρονα


Σήμερα έφτιαξα μελομακάρονα. Και θυμήθηκα που έπαιρνα τα κοριτσάκια, όταν ήταν μικρά, στο σπίτι μου τέτοιες μέρες, και φτιάχναμε μαζί τα μελομακάρονα. Πρέπει να ήταν από το ΄94 και μετά. Μέχρι το ΄98, ίσως. Άλλες χρονιές πλάθοντας με τα χέρια κι άλλες με κουπ-πατ, αστεράκια και καρδούλες. Σκαρφαλωμένες στις καρέκλες της κουζίνας. Να τις ανεβάζω και να προσέχω μην πέσουν-μα πόσο μικρές ήταν; Η κουζίνα γινόταν χάλια, το σπίτι γινόταν χάλια, αλλά το φχαριστιόμασταν-νομίζω. Μετά τι έγινε και σταματήσαμε; Αυτές μεγάλωσαν; Ή βαρέθηκαν κάθε χρόνο τα ίδια και τα ίδια; Ο γραφικός ενθουσιασμός μου, που κατέληγε σε «μην πιάνεις όπου να ΄ναι με βρώμικα χέρια» και «πήρε η μαμά σας τηλέφωνο, βάλτε τα μπουφάν σας, έρχεται να σας πάρει»; Συνέχεια, τα ίδια και τα ίδια. Και χάθηκα κι εγώ, εν τω μεταξύ. Χάθηκα μέσα μου, όπως λέει και η Φλέρυ. Κι ώρες-ώρες αναρωτιέμαι αν έχω ξαναβρεθεί. Ή αν ήμουν ποτέ αυτού του κόσμου. Από όταν με θυμάμαι.
Σα γιαγιά κάθομαι και κλαίγομαι, κοιτάζω τα χέρια μου, που έχασα τα χρόνια. Πως κρύβονται έτσι οι στιγμές που ζήσαμε; Που κρύβονται; Και, πως ξεφυτρώνουν ξαφνικά μπροστά μου, ένω πέρασαν τόσα χρόνια και τόσα μελομακάρονα, χωρίς να τις θυμηθώ; Αν οι μικρές ήταν δικές μου, παιδιά μου εννοώ, γιατί δικές μου είναι έτσι κι αλλιώς, αν ήταν παιδιά μου, θα τις είχα τώρα εδώ και θα γελούσαμε μαζί, αναπολώντας, αντί να κάθομαι να κλαίω; Μάλλον θα φταίει ο νοτιάς.


* * * * * * *

10.12.08

mojito nights


Χθες πήγα με τη Σταυρούλα στο μπαζάαρ των δρόμων ζωής.
Πήρα δύο μαρμελάδες κ α τ α π λ η κ τ ι κ έ ς.
Μανταρίνι! Το έχεις ξανακούσει?
Και η άλλη κυδώνι με βανίλια Μαδαγασκάρης!

Πήρα επίσης λικέρ λεμόνι, ένα κρεμαστό διακοσμητικό, ένα δαχτυλιδάκι πλαστικό, ένα κινέζικο σετ για οδοντογλυφίδες (origami, τέχνη διπλώματος χαρτιού), ένα βαζάκι πάστα κόκκινης πιπεριάς με τυρί κι έναν κλόουν-βιβλιοστάτη-θήκη ξύλινο, χρησιμοποιημένο.
Σύνολο 34 ευρώ.

Μου φάνηκαν όλα χρήσιμα, ότι πήρα.
Οι μαρμελάδες είναι καταπληκτικές. Στο γράφω μήπως δοκιμάσεις να κάνεις αυτή με το μανταρίνι. Δεν ξέρω τη συνταγή, θα ψάξω όμως, και θα τα πούμε από το τηλέφωνο. Βέβαια, η αξία τους μάλλον οφείλεται στο ότι είναι μικρές, λίγη ποσότητα, και όπως το βλέπω θα τις τελειώσω πολύ σύντομα με το κουτάλι (ήδη τις έχω αρχίσει...).

Μπορεί να ήμασταν αστείο θέαμα, δυό φορτωμένες με κασκόλ και μπουφάν, και τσάντες και ομπρέλες (ροζ και οι δύο), και τις σακούλες με τα ψώνια του μπαζάαρ, ιδρωμένες, και μ΄ από ένα (θεικό) μοχίτο σε πλαστικό ποτήρι στο χέρι, στο πεζοδρόμιο, κάτω από τη βροχή, να λικνιζόμαστε με τη μουσική. Μα περάσαμε πολύ ωραία.

Το μπαζάαρ έγινε στα Εξάρχεια, Σάββατο βράδυ πήγαμε εμείς, και μετά εγώ ήθελα να κάνουμε βόλτα στην πλατεία, κι όταν είδα σ ένα δρόμο αστυνομικούς και καπνούς είπα να σταματήσουμε να χαζέψουμε. Αλλά η Σταυρούλα που είναι έμπειρη σε πορείες (δασκάλα γαρ, και πέρσι είχαν πολλές) και δακρυγόνα, δε μ΄ άφησε, κι έτσι όπου φύγει-φύγει. Προσπαθούσαμε να βρούμε κανένα στενό ελεύθερο να κατέβουμε προς το μετρό αλλά σ΄ όλους τους δρόμους είχε φωτιές και δακρυγόνα (και κόσμο που χάζευε, φυσικά). Χρειάστηκε να περπατήσουμε 6-7 στενά παραπέρα για να βρούμε ελεύθερο δρόμο να κατέβουμε προς το κέντρο.
Εγώ στεναχωριόμουν που φεύγαμε και παραμιλούσα ότι είναι φοβιτσιάρα και δεν γιατί ήθελε να μείνουμε, αφού ήμασταν μέσα στα γεγονότα...
Μετά, μόλις έφτασα σπίτι, μου τηλεφώνησε να μου πει πως κάποιον είχαν σκοτώσει, γι΄αυτό και τόσες φωτιές και φασαρίες...
...

Σε φιλώ.






* * * * * * *

6.12.08

μια χάντρα μπλε, για το μάτι

Ξέχασα πως κάνουν ποστ.

Έχω καταπιεί έναν λογοκριτή, έχω μια κλειδαριά στα χείλη μου, στο μυαλό μου, στα δάχτυλά μου.
Όμως είναι Χριστούγεννα και τραγουδάω καθώς οδηγώ, καθώς σερφάρω.

Θυμάσαι, Πανδωρίτσα, εκείνα τα χριστούγεννα που περάσαμε μόνες online, μ΄αυτό το screen saver, ανταλλάσσοντας χριστουγεννιάτικες εικόνες (και σκέψεις); Ε, λοιπόν, τι ωραία που τώρα είναι τώρα και δεν είναι πια τότε!


* * * * * * *

28.10.08

με Άλφα κεφαλαίο


Ο Luis Soriano, δάσκαλος από την La Gloria της Κολομβίας, σε μια διαδρομή που επαναλαμβάνεται σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο εδώ και μια δεκαετία: Φορτώνει τα δύο γαιδουράκια του, τον Άλφα και τον Βήτα και επισκέπτεται με τη φορητή δανειστική βιβλιοθήκη του τα γύρω χωριά.
Εξηγεί πως είναι κάτι που άρχισε σαν ανάγκη, μα τώρα πια το νιώθει ως υποχρέωση.
Όλα ξεκίνησαν από την πίστη του ότι, το να δίνεις στους ανθρώπους πρόσβαση σε βιβλία, μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη μιας περιοχής, ίσως και ολόκληρης της Κολομβίας.
Μπορεί ο κύριος Soriano να μην έχει ταξιδέψει ποτέ έξω από τη χώρα, αλλά είναι αφοσιωμένος στο να φέρνει τους ανθρώπους της χώρας του σε επαφή με τον έξω κόσμο.
Η ιδέα του ήρθε, λέει, όταν σαν νέος δάσκαλος είδε την μεταμόρφωση που προκαλούσε το διάβασμα στους μαθητές του.
Ξεκίνησε αρχικά παίρνοντας μαζί του μερικά βιβλία ασκήσεων, τόμους εγκυκλοπαίδειας και μυθιστορήματα από την μικρή προσωπική βιβλιοθήκη του. Ένα μεγάλο βήμα έγινε πριν μερικά χρόνια, όταν άκουσε στο ραδιόφωνο αποσπάσματα από τη Μπαλάντα της Μαρία Αμπντάλα, του Juan Gossain, ενός Κολομβιανού δημοσιογράφου-συγγραφέα και του έγραψε ζητώντας να του χαρίσει ένα αντίγραφο για την βιβλιοθήκη του.
Ο συγγραφέας το δημοσιοποίησε μέσω ραδιοφώνου, κι έτσι με τις δωρεές βιβλίων που ήρθαν από όλη τη χώρα ξεκίνησε η δημιουργία μιας μικρής βιβλιοθήκης δίπλα στο σπίτι του, η οποία όμως έμεινε μισοτελειωμένη λόγω έλλειψης χρηματοδότησης.
"Ξεκίνησα με 70 βιβλία και τώρα έχω πάνω από 4.800", λέει.

Πριν από δύο χρόνια άνοιξε με τη γυναίκα του το εστιατόριο La Cosa Política: ακόμη και ανάμεσα στους πελάτες του, τους εργάτες των ράντσων και τους οδηγούς φορτηγών, ο κ.Soriano βλέπει πιθανούς βιβλιόφιλους. Γιαυτό στους τοίχους κρεμάει σελίδες της τοπικής εφημερίδας…

(το πρωτοείδα εδώ, βρήκα λεπτομέρειες και μετέφρασα από εδώ-όπου έχει κι άλλες φωτογραφίες.)


* * * * * * *

19.10.08

πήρα κόκκινα γυαλιά

Πρώτα θα κάνω πέντε ερωτήσεις, όπως μου ζήτησε η re-nata.

Σ' έναν φιλόσοφο: και ποιος σας βάφτισε φιλόσοφο παρακαλώ; Όλοι μας σαν εσάς είμαστε εξάλλου, φιλοσοφούμε ολημερίς, είτε από μέσα μας είτε από έξω μας…
Σ' έναν παλιό έρωτα: μπα! Και τώρα, δίχως μου, είστε καλά; Εγώ –ευτυχώς- είμαι!
Σ' ένα μέντιουμ: δεν θα σε πιστέψω, ότι και να μου πεις. Πέρασα μήνες με τα βιβλία της αστρολογίας στο προσκεφάλι μου, και τι έγινε; Δε βοηθάει να ξέρεις τι θα γίνει. Καθόλου.
Σ' ένα παιδί: θα ήμουν καλή μάννα για σένα; Ή είμαι ανώριμη γι’ αυτό;
Στον καθρέφτη μου: πως γίνεται, αφού είμαι η ίδια συνέχεια, τη μια να είμαι πρησμένη και βαριά σαν πέτρα, και την άλλη να χαμογελώ και να λάμπω; Με κοροιδεύεις, μου φαίνεται…

Μετά, θα αφήσω στην άκρη τα σοβαρά θέματα, όπως ακριβώς κάνουν και στην Ιαπωνία...








Από εδώ.


* * * * * * *

13.10.08

Ιστορίες, ε;


Κάθε πρωί που βλέπω τα περιστέρια στην πλατεία να βόσκουν κομματάκια ψωμί-την ώρα που πάω για καφέ, πριν χωθώ στον κλιματισμό της ημέρας, όλο γύρω-γύρω τους περπατάνε ιστορίες, κάθονται στα παγκάκια, στην ουρά του ταμείου για τον καφέ, τρέχουν προς την σκάλα του μετρό, περνούν αργά-αργά το δρόμο μασουλώντας κουλούρια... Τους βλέπω όλους σαν κινούμενα ποστ, και λίγο ντρέπομαι, μα πιο πολύ γελάω μέσα μου, μου φτιάχνει τη διάθεση, με βλέπω κι εμένα από πάνω, σαν ποστ μέσα στο ποστ που λέει και ο έντεκα, κι είμαστε μια χαρά. Άμα βλέπεις, δηλαδή άμα η ματιά σου είναι προς τα έξω αντί προς τα μέσα σου, όλα είναι μια χαρά. Μια κίτρινη γάτα σήμερα έκανε σύννεφο τα περιστέρια να’ ρθουν προς τα πάνω μου. Μετά, στη δουλειά, δε σταματάνε (συνεχίζουν) οι ιστορίες. Μερικές τις κοιτάζω στα μάτια, μερικοί κλαίνε μπροστά μου-εγώ δεν κλαίω, είμαι σκληρή, τους λέω πως ο κρόνος θα φύγει σε ενάμισι χρόνο απ την παρθένο, πως τα επιτόκια μπορεί να συνεχίσουν να ανεβαίνουν αλλά μπορεί και να κατέβουν, και διάφορα επαγγελματικά επιχειρήματα όπως μη στεναχωριέστε…. Ρωτάω κυρίες συνταξιούχες αν ασχολούνται με το ίντερνετ και τους το συνιστώ, δείχνω σε παλικαράκια τα παπούτσια που αγόρασα από το ιμπει και γελάμε συνωμοτικά.

* Είναι η Jennifer Ehle απο την τηλεοπτική σειρά του bbc περηφάνια και προκατάληψη.


* * * * * * *

12.10.08

my links












...

5.9.08

το μεσημέρι είναι εντελώς γαλάζιο και μακρύ για μένα


Ή, πόσες φορές μπορείς ν΄ ακούσεις ένα τραγούδι μέσα σ' ένα απόγευμα,
ή, τα (γαλάζια!) μεσημέρια της εφηβίας.

Πότε είναι που ήταν η εποχή του Τσελεντάνο για μας; Γιατί βουρκώνω-κλαίω όποτε τον ακούω, και κλαίω πιο πολύ, χαμογελώντας ευτυχισμένη που η ζωή είναι τέτοια που είναι, όταν τον βλέπω; Φταίει το σουλούπι του; Οι κινήσεις του, η φωνή του;
Φταίνε τα χρόνια που μου θυμίζει;
Μα είμαι σίγουρη πως δεν ήταν όμορφα χρόνια. Ήταν τότε που είσαι σα χηνόπουλο, με υγρά φτερά και άσχημο, και δοκιμάζεις να πετάξεις.
Το πρώτο-μόνο που μου έρχεται στο νου όταν τον ακούω-βλέπω, είναι εκείνο το ραντεβού, νωρίς το απόγευμα, Σάββατο, έξω από το Λάουρα. Για το με ποιόν ήταν το ραντεβού, ακόμη δεν είμαι εντελώς σίγουρη. Σίγουρη είμαι όμως ότι ήμασταν έξη. Τρία κορίτσια και τρία αγόρια. Και ότι είχαμε πει ψέματα πως θα είμαστε μόνο οι τρεiς μας. Το βάρος του ψέματος και του Σαββατιάτικου απογεύματος (και της εφηβίας το βάρος), αυτά είναι μόνο που επιβίωσαν μετά από 27(;) χρόνια. Ούτε το πριν, ούτε το ενδιάμεσο εκείνης της μέρας θυμάμαι ξεκάθαρα, ούτε το μετά. Μόνο το μέσα μου. Ο φόβος της αμαρτίας/ανυπακοής/παρανομίας που επισκιάζει την απόλαυση.

Τα ματάκια του δεν είναι άλλο λαμπερά, έχουν χάσει την παιχνιδιάρικη διάθεσή τους, το νάζι και την πονηριά τους, είναι κουρασμένα.
Αλλά μου χάρισε σήμερα ένα υπέροχο απόγευμα!

* Α, ξέχασα να πω ότι η ταινία που είχαμε πάει να δούμε ήταν (μάλλον) το "σεισμός στο κρεβάτι μου", εξ ου και ο συνειρμός...


* * * * * * *

14.8.08

σαν σήμερα

Η τελική σούμα, αναμφισβήτητα βγαίνει θετική. Αναμφισβήτητα.

Μπορώ να γίνω πάρα πολύ μελό (ε, έχω και μια ροπή προς αυτό, δεν μπορώ να το αρνηθώ!) και να πω για δάκρυα και για ουλές, μα ποιος δεν έχει; Επιτέλους πια, Μαρία-Αντουανέτα, σκάσε. Βαρέθηκα κι εγώ η ίδια τη γκρίνια και τη μουρμούρα. Μ’ ακούω μέσα μου να γκρινιάζω και γελάω, λέω πάψε πια καλέ, προς θεού, δε βαρέθηκες; Έτσι έχουν τα πράγματα, έτσι είναι, έτσι, σκάσε, σκάσε πια.

Πιο πολλά κιλά-θα είναι από το μυαλό, που έπηξε και που περίσσεψε με τα χρόνια! Πιο λίγος ενθουσιασμός-θα είναι από τα περισευούμενα κιλά, (και το μυαλό), που δεν μ’ αφήνουν πια να αιωρούμαι!

Δεν έχω καθόλου διάθεση, ούτε ικανότητα να γράψω. Έχω διάθεση (και ικανότητα, εννοείται!) να διαβάζω. Νιώθω το χρόνο μπροστά μου λιγοστεμένο, στενεμένο, κι όσο ανάποδο κι αν ακούγεται, αυτό για μένα είναι δείγμα πως χαίρομαι τη ζωή. Προσπερνώ τις φυλλάδες και διαβάζω βιβλία. Προσπερνώ (ψέματα λέω, δεν προσπερνώ, προσπαθώ, προσπαθώ πάρα- π ά ρ α πολύ μα σπανιότατα τα καταφέρνω) τις σκόνες του σπιτιού ώστε να μου μένει χρόνος να ζω.

Έχω διάθεση για ταξίδια μα δεν έχω διάθεση να σχεδιάσω ταξίδια. Θέλω να φεύγω, να φεύγω από παντού, απορώ που τόσα χρόνια καθόμουν-μα πως, γιατί δεν έφευγα;

Οι νύχτες, οι ήσυχες νύχτες του καλοκαιριού, τα πρωινά της Κυριακής με τις εφημερίδες στο τραπέζι της κουζίνας. Ο καφές. Τα βιβλία, το κοτόπουλο με κάρυ. Μαζί.

Όταν ακούω τον ήχο του νερού καθώς κάνεις μπάνιο, φοβάμαι μην έρθουν μέρες χωρίς εσένα, χωρίς τον ήχο σου μέσα στο σπίτι. Μα που να το πω και τι απάντηση να πάρω;

Συχνότατα πια, φοβάμαι.

Και του χρόνου!


* * * * * * *

10.8.08

Το «σαλόνι» του Σουρή (!)


{…} Ο καημένος ο ποιητής μόνο σε στίχους ήταν πλούσιος, νοίκιαζε πάντα ένα μέτριο σπίτι -γιατί σαν άστεγος Αθηναίος άλλαζε στέγη συχνά- και το επίπλωνε με ότι είχε και δεν είχε.
{…} Στην εξώπορτα μια μεγάλη μετάλλινη πινακίδα έγραφε: «Ο ΡΩΜΗΟΣ, εφημερίς που τη γράφει ο Σουρής».
{…} Απ’ αυτό το απέριττο, το απεριποίητο, το φτωχικό σχεδόν σπίτι περνούσε όλη η Αθήνα! Δεν ήταν μόνο οι λόγιοι και οι δημοσιογράφοι που πήγαιναν κάθε βράδυ. Συχνά έβλεπες και κυρίους του κόσμου με τις γυναίκες και τα κορίτσια τους, αξιωματικούς, τραπεζικούς, πολιτευόμενους κι ότι πεις.
{…} Είναι πολύ γνωστές και οι «πνευματικές συνεδριάσεις» με τα τόσα τους αστεία επεισόδια, κι όχι λιγότερο περίφημες «χαρτοπαιχτικές», που όταν εξέπνευσαν τα Πνεύματα, εφευρέθηκαν από την κυρία Σουρή για να μη συζητούμε για τη γλώσσα και θυμώνει ο Γιώργος της.

* Γρηγόριος Ξενόπουλος 1867-1951, Χρονολόγιο & Λεύκωμα, του Διονύση Ν.Μουσμούτη, από τις εκδόσεις Περίπλους (σελ. 56) UPDATE: Εκδόσεις Περίπλους

* Η φωτογραφία από το TreckEarth


* * * * * * *

6.8.08

αναπάντεχα


Είπα να κοιτάξω ποια είναι αυτή η κυρία Sarah Brightman που θα τραγουδήσει στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών μεθαύριο, και βρήκα πως η πρώτη-φορά-ακούω-το-όνομά-της αγγλίδα είναι παγκοσμίως πασίγνωστη εδώ και δεκαετίες…
Μετά, πήρα να ψάχνω να την ακούσω, και δες πως τη βρήκα: παρέα με τον Αντόνιο (να τραγουδάει όπερα με αξάν μαριάτσι), ένα θαύμα!


* * * * * * *