30.8.12

χειμωνιάτικος κήπος

φεστιβάλ κοριτσιών για ηττημένους στρατιώτες 
ήχος σώματος και μυαλού που μουδιάζουν (η ώρα των μπαλονιών) 
γεννημένος από σπόρο 
προς το βουνό 
προς τη σμαραγδένια θάλασσα 
η άχρηστη σπηλιά 
ωκεανός απαντήσεων 
ιπτάμενο ψάρι στον ουρανό 
ίσως πετάξω τη νύχτα 
μπορείς να το δεις από ψηλά 
νιώθω ότι τα αγόρια με ανάβουν 
σιλικόνη, απιονισμένο νερό, πικαπ και καταψύκτης 

~ Winter Garden: ΙΑΠΩΝΙΚΗ MICROPOP - 14 Σύγχρονοι Ιάπωνες Καλλιτέχνες,
στο Ίδρυμα Θεοχαράκη.

Αν μη τι άλλο, οι τίτλοι των έργων ήταν καταπληκτικοί, άξιζαν τον κόπο. Όχι εγώ, αλλά η παρατηρητική φίλη μου πρόσεξε πώς οι τίτλοι ήταν ένας κι ένας, πώς άμα τους έβαζες στη σειρά γίνονταν ποίημα από μόνοι τους.

23.8.12

σε επανάληψη


Σε σύγκριση με την θλιβερή ζωή οποιουδήποτε άστρου,
που τρεμουλιάζει μέχρι να εξαφανιστεί μέσα στο τίποτα,
η ζωή μου είναι πλούσια από γεγονότα.
Για παράδειγμα, μια νυχτερίδα σαν ένα μικρό μαύρο κουρελάκι
πεταρίζει μπρος πίσω γύρω από το φως της βεράντας όλη νύχτα, μαζεύοντας τα -σαν άστρα- μικρα έντομα,
πιάνοντας ένα μικρό άστρο με τα δόντια της σε κάθε πέρασμα.
Κι αυτά πετούν απρόσεχτα, από δω κι από κεί,
ανήμπορα να ξεφύγουν απ΄ αυτό το
πεινασμένο μικρό κομμάτι σκότους.

~ Ο κύριος Ted Kooser, United States Poet Laureate/Consultant in Poetry 2004, Pulitzer Prize for poetry (Delights and Shadows) 2005, πέρασε μεγάλος μέρος της ζωής του ως στέλεχος σε ασφαλιστική.

15.8.12

λεπτομέρειες

Άρχισα να ζωγραφίζω το τοπίο του Παρισιού, το οποίο είναι ένα τοπίο πραγματικά πολύ ιδιαίτερο, διότι η ίδια η πόλις έχει κάτι το πολύ ανοιχτό, έχει μεγάλους ουρανούς. Άρχισα σιγά-σιγά να βλέπω φως μέσα σ' αυτά τα σκοτεινά χρώματα, πράγμα που για μένα παλιά ήταν αδύνατο βέβαια. Στο Παρίσι υπάρχει τοπικό χρώμα, δηλαδή.
Ένα πράσινο στο Παρίσι, με τον ήλιο ή χωρίς ήλιο, μένει περίπου το ίδιο, η διαφορά είναι πολύ μικρή. Το ίδιο πράμα στην Ελλάδα, ο φωτισμός είναι τόσο δυνατός που ξαφνικά το χρώμα αυτό μπορεί να αλλάξει δέκα φορές. Υπάρχει μια μαγεία του φωτός εδώ που δεν υπάρχει στο Παρίσι και τελικά υπάρχει πιο πολύ ίσως χρώμα στο Παρίσι από ότι υπάρχει εδώ. Εδώ υπάρχει φως. 


~ Nτίκος Βυζάντιος, αρχεία της ΕΡΤ

13.8.12

to read is to fly


Βγαίνοντας έξω ο ήλιος με χτύπησε καταπρόσωπο. Ήταν σαν να επέστρεφα στη ζωή. Την πραγματική ζωή. Όπου η ευτυχία είναι η συσσώρευση πολλών ασήμαντων μικρών τίποτε. Μια ηλιαχτίδα, ένα χαμόγελο, ρούχα που στεγνώνουν σ'ένα παράθυρο, ένα πιτσιρικάς που ντριπλάρει μ'ένα κονσερβοκούτι, μια μελωδία του Vincent Scotto, ένα ελαφρύ αεράκι στο φουστάνι μια γυναίκας... 

~ Ζαν-Κλωντ Ιζζό, Η τριλογία της Μασσαλίας, σε μετάφραση Ριχάρδου Σωμερίτη

* * * * *

Ω, πόσα υπέροχα βιβλία περιμένουν ακόμα, εκεί έξω, για να τα διαβάσουμε;

~ Η φωτογραφία του Steve McCurry, ο τίτλος από το ποίημα του A. C. Grayling, από το Tea, Coffee, and Books.

8.8.12

αν η Maeve Binchy είχε γίνει μητέρα (*)

My warmest memory of her has nothing to do with books or reviewing or editing. One summer day many years ago I was driving, after lunch, somewhere in west Cork, when there appeared ahead of me, going in the same direction as I was, a large and somewhat dingy Mercedes. The car was progressing between the hedgerows at a 30-mile-an-hour weave and wallow, and from its wide-open windows there were issuing audible peals of helplessly happy laughter. I waited for a straight stretch, and, overtaking, glanced in and saw that it was, of course, Maeve and Gordon, on holiday and returning from lunch, no doubt, glorying in each other’s company, as happy as happiness itself. It is a great gift, the gift of knowing how to live; Maeve had it in abundance.

~ John Banville, Writers pay tribute to the late Maeve Binchy

 * * * * *

Do you miss out on something essential about the human condition if you eschew childbearing? Or is the pram in the hall, the enemy of promise?

Binchy, whose first novel was about a 20-year friendship between two women, didn’t need the experience of motherhood to write about love and friendship in a way that charmed millions. But she might have dug deeper, charming less but enlightening more, had she done so.

~ If Maeve Binchy had been a mother ... 

(*) θα ήταν η καλύτερη μητέρα του σύμπαντος.

27.7.12

Παρασκευή βράδυ


Η πρόταση που της έκανα ήταν περίπου έτσι: «Όπως φαίνεται θα χάσουμε τον πόλεμο, κι αν φθάσουμε στο σημείο του Τιμητικού Θανάτου των Εκατό Εκατομμυρίων θα πρέπει να πεθάνουμε όλοι οποσδήποτε. Έτσι λοιπόν, πριν συμβεί αυτό, δεν είναι άσχημη ιδέα ν ανακαλύψουμε τι ακριβώς είναι ο έγγαμος βίος».

Μου απάντησε οτι θα το σκεφτόταν. Για να σιγουρευτώ για την επιτυχια της πρότασής μου, ζήτησα απο έναν πολύ κοντινό μου φίλο να μεσολαβήσει υπέρ μου. Περίμενα και περίμενα και απάντηση δεν ερχόταν. Κάποια στιγμή βαρέθηκα να προσπαθώ να είμαι ήρεμος μ αυτό το θέμα, πήγα στο σπίτι της και απαίτησα αμέσως μια απάντηση. «Ναί ή όχι?» της είπα, σαν τον στρατηγό Τομογιούκι Γιαμασίτα που απαιτούσε παράδοση της Σιγκαπούρης, την οποία είχε καταλάβει το 1942.

Μου υποσχέθηκε οτι θα μου απαντούσε πολύ σύντομα, όμως την επόμενη φορά που την είδα μου έδωσε ένα μάτσο γράμματα, μου ζήτησε να τα διαβάσω και μου είπε οτι δεν μπορούσε να παντρευτεί ένα πρόσωπο σαν εμένα. Όλα τα γράμματα ήταν απο το φίλο μου που του είχα ζητήσει να μεσολαβήσει για χάρη μου. Τα διάβαζα και δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου τρομοκρατήθηκα.

Τα γράμματα αυτά ήταν γεμάτα απο συκοφαντίες εναντίνον μου. Η ποικιλία και το εύρος της διατύπωσης τούτων των φοβερών πραγμάτων ήταν πράγματι ευφυής. Η έκταση του μίσους του για μένα που έκφραζε σ αυτά τα γράμματα μ έκανε να νιώθω ναυτία. Τούτος ο άνθρωπος, που είχε δεχτεί να με βοηθήσει στην επιδίωξη του σκοπού μου, είχε κάνει ότι περισσότερο μπορούσε για να διαλύσει τις πιθανότητες που είχα. Κι όταν μάλιστα συχνά με είχε συνοδεύσει στο σπίτι της κοπέλας και είχε καθίσει δίπλα μου, με μια έκφραση στο πρόσωπό του που έδειχνε το αληθινό ενδιαφέρον και τη συνεργασία του στις προσπάθειες μου να πείσω τη δεσποινίδα Γιαγκούσι να με παντρευτεί.

Φαίνεται πως η κυρία Γιαγκούσι είχε προσέξει όλα αυτά που συνέβαιναν και είπε στην κόρη της. «Ποιόν απο τους δύο θα πιστέψεις, αυτόν που προδίδει τον φίλο του ή αυτόν που εμπιστεύεται αυτόν που τον προδίδει?». Τελικά, παντρευτήκαμε. Αλλά ακόμη και μετά το γάμο, ο άνθρωπος αυτός δεν ένιωθε καθόλου τύψεις και ερχόταν να μας βλέπει. Η πεθερά μου όμως πάντοτε του αρνηθηκε αποφασιστικά την είσοδο στο σπίτι.

Μέχρι σήμερα δεν έχω καταλάβει τη συμπεριφορά του, δεν μπορώ να εξηγήσω που οφείλεται το τόσο μίσος που έτρεφε για μένα. Ότι κατοικεί στο βάθος της ανθρώπινης ψυχής παραμένει μυστήριο για μένα. Απο τότε εχω γνωρίσει πολλά διαφορετικά είδη ανθρώπων-ανθρώπους που έχουν σκοτώσει ή σκοτωθεί για χρήματα, απατεώνες, πλαστογράφους-και όλοι τους μου φάνηκαν νορμάλ άνθρωποι, έτσι τα έχω χαμένα. Περισσότερο απο «νορμάλ», μάλιστα, οι άνθρωποι αυτοί είχαν ευγενικά πρόσωπα και έλεγαν ωραία πράγματα, έτσι κι εγω τα έχω περισσότερο χαμένα.

(Όλο το κείμενο είναι αντιγραφή απο την "αυτοβιογραφία" του Ακίρα Κουροσάβα)

* * * * *

Το παραπάνω ποστ υπήρχε στα "πρόχειρα" προς δημοσίευση, με ημερομηνία 26/6/2006. Μπήκα να καθαρίσω, κι αντί να το πετάξω, έκρινα πως είναι η ώρα του να δημοσιευθεί.

Σε μερικές μέρες είναι τα γενέθλιά μου. Θα κλείσω τα 46. Ακόμα απορώ που οι άνθρωποι είναι καλοί και κακοί. Ακόμα απορώ για χιλιάδες πράγματα-αρνούμαι να τα καταπιώ.
Σήμερα, μέσα σ'ένα βουνό από σκέψεις και συναισθήματα-όπως ακριβώς πνίγομαι καθημερινά, ξεπήδησε μια λεπτή γελαστή σκέψη: πόσο τυχερή είμαι, συνάντησα στη ζωή μου καλούς ανθρώπους.

Ακόμα, ότι μ'αρέσει περισσότερο είναι να περπατάω στους δρόμους το καλοκαίρι, που η πόλη είναι άδεια, και να χαζεύω τις γειτονιές.

15.7.12

καλοκαίρι μεσημέρι


Η θαλασσοθεραπευτική κλινική ήταν ένα ροζ κτήριο, με έναν μεγάλο κήπο γεμάτο φοίνικες. Ήταν χτισμένη ψηλά, πάνω σ'ένα βράχο, και υπήρχε μια σκάλα που οδηγούσε στο δρόμο και μετά στην παραλία. 
Ο Περέιρα ανέβηκε με κόπο τα σκαλιά και μπήκε στην αίθουσα υποδοχής. Τον υποδέχτηκε μια χοντρή κυρία με κόκκινα μάγουλα και άσπρη στολή. Είμαι ο δόκτωρ Περέιρα, είπε ο Περέιρα, πρέπει να έχει τηλεφωνήσει ο γιατρός μου, ο δόκτωρ Κόστα, και να έκλεισε δωμάτιο. Ω, κύριε Περέιρα, είπε η κυρία με την άσπρη στολή, σας περιμέναμε για το γεύμα, μα γιατί αργήσατε τόσο πολύ, έχετε γευματίσει; Η αλήθεια είναι πως έφαγα μόνο σαλιγκάρια στο σταθμό, ομολόγησε ο Περέιρα, και πεινώ λίγο. Τότε ακολουθήστε με, είπε η κυρία με την άσπρη στολή, το εστιατόριο είναι κλειστό, αλλά η Μαρία ντας Ντόρες μπορεί να σας ετοιμάσει ένα μεζέ. 
Τον οδήγησε μέχρι το εστιατόριο, μια ευρύχωρη αίθουσα με μεγάλα παράθυρα που έβλεπαν στη θάλασσα. Ήταν εντελώς έρημο. Ο Περέιρα κάθησε σ'ένα τραπέζι. Ήρθε μια γυναίκα με ποδιά και εμφανή μουστάκια. Είμαι η Μαρια ντας Ντόρες, είπε η γυναίκα, είμαι η μαγείρισσα, μπορώ να σας ετοιμάσω κάτι στη σχάρα. Μια γλώσσα, απάντησε ο Περέιρα, ευχαριστώ. Παράγγειλε επίσης μια λεμονάδα και βάλθηκε να την πίνει γουλιά γουλιά με φανερή ικανοποίηση. Έβγαλε το σακάκι του και πέρασε την πετσέτα γύρω από το λαιμό του. 
Η Μαρία ντας Ντόρες έφτασε με ένα ψάρι της σχάρας. Δεν είχαμε άλλες γλώσσες, είπε, σας ετοίμασα μια τσιπούρα. Ο Περέιρα άρχισε να τρώει με όρεξη. Τα μπάνια στα φύκια γίνονται στις πέντε, είπε η μαγείρισσα, αλλά αν δεν έχετε διάθεση και προτιμάτε να πάρετε έναν υπνάκο, μπορείτε να αρχίσετε αύριο, γιατρός σας θα είναι ο δόκτωρ Καρντόζο, θα έρθει να σας βρει στο δωμάτιό σας στις έξι. Τέλεια, είπε ο Περέιρα, νομίζω πως θα πάω να ξεκουραστώ λιγάκι.
Ανέβηκε στο δωμάτιό του, που ήταν το εικοσιδύο, και βρήκε τη βαλίτσα του. Έκλεισε τα παντζούρια, έπλυνε τα δόντια του και ξάπλωσε στο κρεβάτι χωρίς πιτζάμα. Μια δροσερή θαλάσσια αύρα έμπαινε από τις γρίλιες και κουνούσε τις κουρτίνες. Ο Περέιρα αποκοιμήθηκε σχεδόν αμέσως. 
Είδε ένα ωραίο όνειρο, ένα όνειρο της νιότης του, ήταν στην παραλία της Γράνζα και κολυμπούσε σε έναν ωκεανό που έμοιαζε με πισίνα, και στην άκρη αυτής της πισίνας ήταν ένα χλωμό κορίτσι, που τον περίμενε με μια πετσέτα στα χέρια. Στη συνέχεια αυτός γύριζε από το κολύμπι  και το όνειρο συνεχιζόταν, ήταν πραγματικά ένα πολύ ωραίο όνειρο, αλλά ο Περέιρα προτιμά να μην πει πώς συνεχιζόταν, γιατί το όνειρο, ισχυρίζεται, δεν έχει καμιά σχέση με αυτήν την ιστορία.

~ Το πλεκτό είναι ένα μπλουζάκι για τη Χρύσα, με νήμα catia temis και βελόνες νούμερο οκτώ.
Tο απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Αντόνιο Ταμπούκι, Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα , από τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό.

11.7.12

χαίρω πολύ κύριε Βάλσερ (*)

...Τα μαθήματα έχουν έναν σκοπό, να μας διδάξουν υπομονή και πειθαρχία, πράγματα δηλαδή που δεν σου εξασφαλίζουν καμία, ή σχεδόν καμία, επιτυχία. Ίσως σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο, αλλά και τί μ'αυτό; Θα σου δώσουν οι εσωτερικές κατακτήσεις σου να φας; Εγώ θα 'θελα να είμαι πλούσιος, να κυκλοφορώ με άμαξες και να ροκανίζω τα λεφτά μου.
...Είναι άνθρωπος με αρχές, έχει πιαστεί γερά στη σελα του αλόγου που το λένε ικανοποίηση, ομως σε τούτο το άλογο δεν ανεβαίνεις αν θέλεις να ξεχυθείς καλπάζοντας στη ζωή.

~ Ρόμπερτ Βάλσερ, Γιάκομπ Φον Γκούτεν (... αυτό το όνειρο που ονομάζουμε ανθρώπινη ζωή...)

(*) Θα ήθελα να είχατε γράψει κι άλλα, να μην είχαν χαθεί/καταστραφεί τόσα από τα έργα σας.
Από την άλλη, ο τρόπος που σκέφτεται/γράφει ο Ρόμπερτ Βάλσερ μου θυμίζει πάρα πολύ τον Σάλιντζερ στον Φύλακα στη Σίκαλη. Και σκέφτομαι ότι ναι, είναι απολύτως ταιριαστό, αυτοί οι άνθρωποι που σκέφτονται έτσι, λένε ότι έχουν να πουν και τέλος. Δεν θέλει πολλά λόγια.

7.7.12

χαίρω πολύ κύριε Χιμένες

Πουέρτο Ρίκο, άνοιξη του 1956. Ο Χουάν Ραμόν είχε περάσει τη ζωή του πιστεύοντας ότι ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να πεθάνει. Του έλεγαν: "Τα λέμε αύριο". Κι αυτός συνήθως απαντούσε: "Αύριο; Και πού θα είμαι εγώ αύριο;" Παρ'όλα αυτά, όταν μετά από αυτόν τον αποχαιρετισμό έμενε μόνος και πήγαινε στο σπίτι του, παρέμενε ήρεμος και καθόταν να κοιτάζει τα χαρτιά και τα πράγματά του. Οι φίλοι του έλεγαν πώς ταλαντευόταν ανάμεσα στην ιδέα ότι μπορούσε να πεθάνει όπως ο πατέρας του, ενώ κοιμόταν -εκείνον τον είχαν ξυπνήσει ταρακουνώντας τον για να του πουν την είδηση- και την ιδέα ότι σωματικά δεν του συνέβαινε τίποτα. Ο ίδιος περιέγραψε αυτή την άποψη την προσωπικότητάς του σαν "απροστάτευτη αριστοκρατία".
Είχε περάσει τη ζωή του πιστεύοντας ότι ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να πεθάνει, όμως ποτέ δεν του πέρασε από το νου η σκέψη ότι θα πέθαινε πρώτη η Ζηνοβία, η γυναίκα του, η ερωμένη του, η αρραβωνιστικιά του, η γραμματέας του, το χέρι του για καθετί πρακτικό ("ο κουρέας του", έφτασε να πει μιλώντας γι'αυτήν) ο σωφέρ του, η ψυχή του.


Πουέρτο Ρίκο, άνοιξη του 1956. Η Ζηνοβία επιστρέφει από τη Βοστώνη για να πεθάνει στο πλευρό του Χουάν Ραμόν. Δυό χρόνια αγωνίστηκε με θάρρος ενάντια στον καρκίνο αλλά την υπέβαλλαν σε μια υπερβολική θεραπεία με ακτινοβολίες και της έκαψαν τη μήτρα. Η άφιξή της στο Σαν Χουάν, χωρίς να το ξέρει, συμπίπτει με την άφιξη κάποιων Σουηδών δημοσιογράφων, που γνωρίζουν ήδη ότι το βραβείο Νόμπελ εκείνης της χρονιάς θα απονεμηθεί στον Ισπανό ποιητή. Ο ανταποκριτής μιας σουηδικής εφημερίδας στη Νέα Υόρκη ζητά από τη Στοκχόλμη να επισπεύσει την απονομή του βραβείου για να προλάβει να το μάθει η Ζηνοβία πριν πεθάνει. Όμως όταν εκείνη το μαθαίνει, δεν μπορεί πια να μιλήσει. Ψιθυρίζει ένα νανούρισμα -λένε ότι η φωνή της θύμιζε τον αμυδρό ήχο του χαρτιού που τσαλακώνεται- και την επομένη μέρα πεθαίνει.


Ο Χουάν Ραμόν, βραβείο Νόμπελ, μένει σαν ανάπηρος. Το νανούρισμα έχει διαπεράσει την απροστάτευτη αριστοκρατία. Όταν μετά την κηδεία τον πάνε πίσω στο σπίτι του, η υπηρέτρια -που ζει ακόμα, είναι πάνω από ενενήντα χρονών και τα θυμάται πολύ καλά όλα αυτά, τα αφηγείται σήμερα στο Σαν Χουάν σε όποιον τη ρωτήσει σχετικά- θα γίνει μάρτυρας μιας παρανοικής συμπεριφοράς, προμήνυμα του προσηλυτισμού του Χουάν Ραμόν στην τέχνη του Όχι.


Όλη η δουλειά που είχε κάνει η Ζηνοβία οργανώνοντας σοφά το έργο του άντρα της, όλο εκείνο το έργο τόσων χρόνων, όλη εκείνη η μεγαλειώδης και υπομονετική εργασίας της πιστής μέχρι το θάνατο ερωτευμένης γυναίκας, χαραμίζεται όταν ο Χουάν Ραμόν τα κάνει όλα άνω κάτω, απελπισμένος, τα πετάει με δύναμη στο πάτωμα και τα τσαλαπατάει οργισμένος. Από τη στιγμή που η Ζηνοβία έχει πεθάνει, δεν τον ενδιαφέρει πια το έργο του. Θα πέσει από εκείνη τη μέρα σε μια απόλυτη λογοτεχνική σιωπή, δεν θα ξαναγράψει ποτέ πια. Θα ζει μονάχα για να τσαλαπατάει μέχρι τέλους, σαν πληγωμένο ζώο, το ίδιο του το έργο. Θα ζει μονάχα για να λέει στον κόσμο οτι τον ενδιέφερε να γράφει μόνο επειδή ζούσε η Ζηνοβία. Αφού πέθανε εκείνη, πέθαναν τα πάντα. Ούτε μια γραμμή παραπάνω, μόνο βαθιά ζωώδης σιωπή. Και στο βάθος του βάθους μια αξέχαστη φράση του Χουάν Ραμόν -δεν ξέρω πότε την είπε αλλά το σίγουρο είναι πως την είπε- για την ιστορία του Όχι: "Το καλύτερο έργο μου είναι η μεταμέλεια για το έργο μου".

~ Ενρίκε Βίλα-Μάτας, Μπάρτλεμπυ και Σία

6.6.12

το τραγούδι της άγονης πορτοκαλιάς

Ξυλοκόπε, κόψε τη σκιά από πάνω μου. 
Ελευθέρωσέ με απ' το βάρος 
να με βλέπω χωρίς καρπούς. 

Γιατί γεννήθηκα ανάμεσα σε καθρέφτες; 
Η μέρα γυρίζει σε κύκλους γύρω μου 
και η νύχτα μ' αντιγράφει σ' όλα τ' αστέρια της. 

Θέλω να ζήσω χωρίς να με βλέπω. 
Και θα ονειρευτώ ότι μυρμήγκια κι αγκάθια 
είναι τα πουλιά και τα φύλλα μου. 

Ξυλοκόπε. Κόψε τη σκιά μου από πάνω μου. 
Ελευθέρωσέ με απ' το βάσανο 
να βλέπω εμένα χωρίς καρπούς. 

~ Federico Garcia Lorca, Song of the Barren Orange Tree, μετάφρ.W.S.Merwin

1.6.12

η ζωή σαν παραμύθι

Σ' αυτό το σπιτικό, ταπεινό όπως τα περισσότερα, ήρθαν και βρήκαν στέγη μόλις παντρεύτηκαν οι παππούδες μου, εκείνη, σύμφωνα με τη φήμη που κυκλοφορούσε τότε, το πιο όμορφο κορίτσι της Αζινιάγκα, εκείνος το έκθετο στη ρόδα της Μιζερικόρντια του Σανταρέμ, που τον έλεγαν "μαυροτσούκαλο" λόγω της μελαχροινής του επιδερμίδας. Εκεί έζησαν για πάντα. Μου διηγήθηκε η γιαγιά μου πως την πρώτη νύχτα ο παππούς Ζερόνιμο την πέρασε καθισμένος στην πόρτα του σπιτικού, στο υπαιθρο μ'ένα ξύλο περασμένο κάτω απ'τα γόνατά του, περιμένοντας τους ζηλιάρηδες ανταγωνιστές που είχαν ορκιστεί να πετροβολήσουν τη στέγη του. Εντέλει κανείς δεν εμφανίστηκε, η σελήνη ταξίδεψε (επιστρέψτε μου να το φανταστώ) όλη τη νύχτα στον ουρανό, ενόσω η γιαγιά μου, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, με τα μάτια ανοιχτά, περίμενε τον άντρα της. Κι είχε αρχίσει πια να χαράζει η αυγή όταν οι δυό τους αγκαλιάστηκαν.

~ Ζοζέ Σαραμάγκου, Μικρές Αναμνήσεις

11.5.12

μπλέ





Πλέκω ένα σάλι.
Το σχέδιο λέγεται South Bay Shawlette και το έχω σε χαρτί, όχι με λόγια αλλά με σχήματα.
Το νήμα είναι katia darling από το εργόχειρο και το βελονάκι είναι νούμερο 4,5.
Το βρήκα στο http://www.ravelry.com/ και είμαι τόσο ενθουσιασμένη που πλέκω μόνο λίγο κάθε μέρα, για να μην τελειώσει.

5.5.12

ποιήματα

Τί έγιναν τα χαμένα μου σχέδια, και τα αδύνατα
όνειρά μου;
Kαι γιατί να υπάρχουν σχέδια σχεδόν πεθαμένα και όνειρα
παράλογα;
Τις μέρες της αργής, μονότονης, μίας, αδιάλειπτης βροχής,
δυσκολεύομαι να σηκωθώ απ' την καρέκλα όπου δεν
κατάλαβα πως καθόμουν.
* * *
Και οι μεταφυσικές χαμένες στις γωνιές των καφενείων  ανά
τον κόσμο,
οι μοναχικές φιλοσοφίες τόσων αποτυχημένων στις σοφίτες
τους,
οι τυχαίες ιδέες ενός τυχαίου, οι διαισθήσεις τόσων τιποτένιων.
* * *
Την παραμονή της καμιάς αναχώρησης
τουλάχιστον δεν εχεις να φτιάξεις τις βαλίτσες σου
ούτε να κάνεις σχεδια σε χαρτί,
με την ακούσια συνοδεία πραγμάτων που ξεχνάμε,
για το ακόμη ελεύθερο μέρος της επόμενης μέρας.

Δεν έχεις να κάνεις τίποτα

την παραμονή της καμίας αναχώρησης.

Μεγάλη γαλήνη να μην έχεις τίποτ' άλλο

παρά γαλήνη!
Μεγάλη γαλήνη που δεν ξέρει καν να σηκώνει τους ώμους
γιατί, καημένη πλήξη, έχει περάσει την πλήξη
κι έχει φτάσει εκουσίως στο τίποτα.
Μεγάλη χαρά να μην έχεις ανάγκη να 'σαι χαρούμενος,
σαν μια ευκαιρία απ' την ανάποδη.



Αντιγράφω ποιήματα του Φερντάντο Πεσσόα (και των ετερωνύμων του) από το βιβλίο του Antonio Tabucchi Η νοσταλγία του πιθανού-Γραπτά για τον Φερνάντο Πεσσόα, εκδόσεις Άγρα.

3.5.12

καλοκαιρινό

Eγώ σώπαινα, και ορισμένες καλοκαιριάτικες μέρες, καθισμένος στον Μπέλμπο, σκεφτόμουν τη Σύλβια. Την Ιρένε, έτσι ξανθιά, δεν τολμούσα να τη σκεφτώ. Αλλά μια μέρα που είχε φέρει η Ιρένε τη Σαντίνα να παίξει στην αμμουδιά και δεν ήταν κανείς, τις είδα να τρέχουν και να σταματούν μπρος στο νερό. Ήμουν κρυμμένος πίσω από μιά αφροξυλιά. Η Σαντίνα φώναζε δείχνοντας κάτι στην άλλη όχθη. Και τότε η Ιρένε ακούμπησε κάτω το βιβλίο, έσκυψε, έβγαλε τα παπούτσια και τις κάλτσες, κι έτσι ξανθιά, με τα άσπρα πόδια και σηκώνοντας τη φούστα ως το γόνατο, είχε μπει στο νερό. Τον διέσχισε σιγά σιγά, δοκιμάζοντας πρώτα με το πόδι. Ύστερα φωνάζοντας στη Σαντίνα να μην κουνηθεί από κει, είχε μαζέψει κίτρινα λουλούδια. Το θυμάμαι σα νά 'ταν χθες.

Από το βιβλίο του Τσέζαρε Παβέζε Το φεγγάρι και οι φωτιές, εκδόσεις Οδυσσέας.
Η γλώσσα του βιβλίου είναι όμορφα παλαιική, πράγμα που πιθανότατα οφείλεται στην μετάφρασή του από την Τασούλα Καραϊσκάκη.
Συγκινήθηκα μ'αυτή τη γλώσσα και μ'αυτή τη γραμματοσειρά, ένιωσα σαν να βρίσκομαι ξανά έκθαμβη στην δανειστική βιβλιοθήκη του Βαφοπούλειου, ν' ανοίγω παλιά βιβλία και να τα μυρίζω, ανίκανη να αποφασίσω ποιο να δανειστώ.

30.4.12

την πρωτομαγιά

Τι ωραίο, τι έξυπνο, σε κάνει να θες να πας μόνο και μόνο για να περάσεις από την είσοδο και να αφήσεις αυτό το "αντί εισητήριο"!!!!!!!!! 
Άραγε μπορείς να μπεις και να βγεις πολλές φορές για να ικανοποιηθείς πολύ;

Το παραπάνω είναι σχόλιο στο λινκ που της έστειλα: Πρωτομαγιά με τους e n c a r d i a στην Τεχνόπολη. ΑΝΤΙ ΕΙΣIΤΗΡΙΟΥ: Ένα κουτί αντιβίωση για ενήλικες & παιδιά/ή ένα κουτί παυσίπονο/ή ένα αντιβηχικό σιρόπι για παιδιά και ενήλικες/ ή ένα γάλα/ ή κρέμα για παιδιά. Για τις ανάγκες των ΓΙΑΤΡΩΝ του ΚΟΣΜΟΥ.

27.4.12


Κάθε βράδυ πλένουν τα πόδια της με ζεστό νερό
και τα χριστούγεννα βάφουν τα νύχια της κόκκινα.
Τι απορώ μετά, που όλη μέρα λέω παραμύθια στον εαυτό μου,
που περπατώντας σκέφτομαι ποστ και μετά τα ξεχνάω.
Παραδέχτηκα πια πως έτσι γεννήθηκα,
με την καρδιά μου να τραγουδάει συνέχεια,
να κλαψουρίζει, να ουρλιάζει στο φεγγάρι,
-ποτέ να μη μένει σιωπηλή-.
Παραδέχτηκα πως δεν είναι το μυαλό που
δεν μ'αφήνει σε ησυχία-η καρδιά μου είναι,
που δε μπορεί να ζει χωρίς, όλο, συνέχεια να τραγουδάει.

25.4.12

Vintage Daisy Motif


Όλη μέρα χαζεύω σχέδια από πλεκτά με βελονάκι και βελόνες. Χρώματα. Νήματα. Pot-holders. Tea-cosies. Και κουβέρτες, κουβέρτες, κουβέρτες. Και παράλληλα, μέσα από τα μπλογκς τους, από το ravelry, το etsy και το flickr, απ'τις φωτογραφίες και τα σχόλια, γνωρίζω τις γυναίκες που πλέκουν. Και άντρες, μερικές φορές. Την καθημερινότητά τους και τις χώρες τους. Τα σαλόνια και τα τραπέζια της κουζίνας τους. Στα Middlands, στο Λίβανο, στην Αυστραλία και στη Βραζιλία. Βλέπω όσα φαίνονται και κάνω εικασίες για όσα δεν φαίνονται. Aθόρυβη, αόρατη, ήρεμη. Στέλνω λινκς στη Σταυρούλα, και σκέφτομαι πως μια μέρα θα μάθω ότι ο κόσμος γύρω μου γκρεμιζόταν κι εγώ χάζευα κουβέρτες με μαργαρίτες.


18.4.12

μονολογώ, συνέχεια

Δεν ξέρω πώς να το γράψω. Ξέρω τι θέλω να γράψω, ξέρω ότι θέλω να γράψω, αλλά ψάχνω να βρω το πώς.

Τρόπος 1
Διαβάζω πολλά βιβλία. Πόσο συχνά βρίσκω ένα τέτοιο; Σπάνια, σπανιότατα. Θα μου πεις, Ευγενία Φακίνου είναι, έπρεπε να το περιμένεις. Πόσες φορές διάβασες και ξαναδιάβασες το Έβδομο ρούχο; Θυμασαι πόσες φορές το χάρισες ως δώρο;
Θυμάσαι την πρώτη φορά που το διάβασες; Eπιασες στην τύχη ένα επίτηδες μικρό βιβλίο της βιβλιοθήκης για να περάσεις το απόγευμά σου, ξαπλωμένη σ' έναν πράσινο βελούδινο καναπέ (με κρόσια) στο σαλόνι της μέλλουσας πεθεράς σου. Και το άφησες μόνο όταν το τελείωσες. Έκθαμβη.

Μετά, μάλλον νόμισα ότι μεγάλωσα και άλλαξα. Ή νόμισα ότι επειδή μεγάλωσα, μάλλον άλλαξα. Πάντως νόμισα ότι η Ε.Φακίνου δεν ήταν πια για μένα.
Ώσπου πέρσι διάβασα, μονορούφι πάλι, το Για να δει τη θάλασσα κι αμέσως το αγόρασα για να το χαρίσω. Και προχθές που ξεκίνησα το Οδυσσέας και Μπλουζ, πάλι τα ίδια. Σε τραβάει με φόρα μέσα του αυτό το βιβλίο-κι εγώ δεν τα μπορώ αυτά τα απότομα, τρομάζω. Τρομάζω όταν βλέπω να χάνω τον έλεγχο, τρομάζω επίσης μην τελειώσει και μετά δεν έχω άλλο. Αργά-αργά και προσεκτικά, σήμερα το τελείωσα.

Τρόπος 2
Είναι μερικά βιβλία που απλώνονται πάνω σου σαν κουβέρτα και σου ζεσταίνουν την καρδιά. Που είναι σαν μαρμελάδα φράουλα, και σαν φιλιά. Μόνο τέτοια βιβλία θα έπρεπε να διαβάζω, σκέφτομαι κάθε φορά. Ποιός ο λόγος να σπρώχνω και να σπρώχνω να τελειώσω βιβλία γιατί τα άρχισα, γιατί πάντα ήθελα να τα διαβάσω, γιατί είναι στη λίστα με αυτά που θέλω οπωσδήποτε να διαβάσω πριν πεθάνω; Ορίστε, θα πεθάνω και θα έχω διαβάσει χίλια στραβά βιβλία και δέκα καλά. Έτσι πρέπει; Δεν θα ήταν καλύτερα να διαβάζεις και να ξαναδιαβάζεις ότι σου ρίχνει βάλσαμο στην καρδιά και μόνο;