29.6.10

σε χειμωνιάτικο τοπίο

"Warmond Castle and Voorschoten Church in a Winter Landscape"
του Jan Beerstraten (1622 - 1666 Amsterdam, The Netherlands)

Φωτογραφία από το μουσείο Walker στο Λίβερπουλ (μόλις βγεις από τον σιδηροδρομικό σταθμό, στο δεξί σου χέρι, απέναντι, ένα φρικτό τεράστιο κτήριο που δεσπόζει στην πλατεία-αποκλείεται να το χάσεις).
(Παρακαλώ, μεγενθύνετε όσο γίνεται την εικόνα για να απολαύσετε το χειμωνιάτικο τοπίο.)

Πολύ νέος πέθανε βρε παιδί μου ο Jan Beerstraten-ποιός ξέρει πόσα ακόμα όμορφα χειμωνιάτικα τοπία θα ζωγράφιζε, μ'αυτήν την υπέροχη "φλαμανδική" τεχνική του?

Βιογραφία (από εδώ)
O Jan ήταν ο μεγαλύτερος γιός και ο πιό επιτυχημένος, σε μια οικογένεια καλλιτεχνών. Ειδικότητά του ήταν οι χειμωνάτικες σκηνές Φλαμανδικων πόλεων και ζούσε στο Άμστερνταμ.
Μετά το 1660 βγήκε στην ύπαιθρο για να ζωγραφίσει κάστρα, πόλεις και χωριά. Αυτές οι εικόνες που μάζεψε, με σκοτεινους ουρανούς, ελαφρύ χιόνι να πέφτει, παγωμένα ποτάμια, κανάλια και ξυλιασμένα δέντρα, τον βοήθησαν να δημιουργήσει τις επιτυχημένες χειμωνιάτικες ατμόσφαιρες στους πίνακές του.

* * *

Κατά τα άλλα, το Λίβερπουλ-όσο μπορείς να δεις μέσα σε οκτώ ώρες (από τις οποίες τις τρεις είσαι καθισμένος σε μια παμπ και τρώς, και μετά πίνεις αυτόν τον καπουτσίνο-σε-σουπιέρα που σερβίρουν παντού στην Αγγλία, χαζεύοντας από τα παράθυρα τους τεράστιους γλάρους) είναι μια θαλασσινή πόλη-σαν τη Θεσσαλονίκη. Μέχρι και τα κτήρια κάτω στο λιμάνι μοιάζουν με καράβια.




28.6.10

το κοστούμι

Περπατούσαν βιαστικά. Κάπως μεγάλοι σε ηλικία αλλά κρατημένοι από το χέρι-σαν έφηβοι. Εκείνος με ρούχα της δουλειάς-εκείνη με τζήν και αθλητικά. Με το σακκάκι του ριγμένο στους ώμους της-για το κρύο.

24.6.10

λίγο κόκκινο είναι αρκετό

Το βλέμμα μου έπεσε στα παπούτσια του. Στις κάλτσες του δηλαδή, που ήταν μάλλινες, παιδικές, ριγέ: μαύρο, μπλέ και κόκκινο! Είχε βγάλει τα παπούτσια του-μαύρα, τεράστια σκαρπίνια, τετραγωνισμένα μπροστά, και απλώσει τα πόδια του με απόλαυση. Νέος, κουστούμι στην τρίχα-μπλέ με άσπρες ρίγες, πουκάμισο, γραβάτα: στέλεχος. Μάυρο μαλί, κατάμαυρο, όπως και τα μάτια του: ινδικής καταγωγής πιθανότατα.
Διάβαζε την εφημερίδα του καθισμένος στον βελούδινο καναπέ του μετρό, επιστρέφοντας από τη δουλειά.

Α, το μετρό του Λονδίνου: απολαυστικό, απερίγραπτο.

17.6.10

Πέμπτη

Στην Αίγλη του Ζαππείου.
Παρόλη την τρομερή ζέστη, υπέροχα (σαν Παρασκευή!).

Ένα τσούρμο τουρίστες, στρουμπουλοί και ροδοκόκκινοι, νεαροί και μεσήλικες, με ελληνικές σημαίες κεντημένες στα μπλουζάκια τους (?!!) στρώθηκαν να παρακολουθήσουν τον αγώνα.
Στο γυρισμό, το kosmos είχε βραζιλιάνικα τραγούδια κι εγώ άνοιγα τα χέρια μου να πετάξω-ωωω, μ'αρέσει τόσο πολύ να οδηγάω και να φυσάει ο αέρας απ'τα παράθυρα (έπρεπε να γίνω νταλικιέρης...).

Ελπίζω, κάποια στιγμή, να κάνω ένα ταξίδι με το αυτοκίνητο, παραλία-παραλία, όλη τη νότια Γαλλία, από Ιταλία μέχρι Μασσαλία, μέχρι Βαρκελώνη, ίσως. Ελπίζω ειλικρινά να το κάνω, ακόμη κι αν από όλα τα ταξίδια μου απομεινει μόνο αυτό, ακόμα κι αν το κάνω μόνη μου.

και πάλι άνοιξη

Τα πρωινά του χειμώνα με την παγωνιά, όταν δεν έβριζε μέσα της θεούς και δαίμονες που ήταν αναγκασμένη να βγεί από το κρεβάτι και να ντυθεί τρέμοντας μπροστά στο αερόθερμο, έλεγε στον εαυτό της, άντε κοριτσάκι μου, πόσοι μήνες είναι; θα περάσουν. Και δώστου να μετράει καθημερινά, Νοέμβριος, Δεκέμβριος, Iανουάριος, Φεβρουάριος, Μάρτιος, ε, από τον Απρίλιο τα πράγματα είναι όμορφα πια...
Το καλοκαίρι, έπιανε τον εαυτό της να κάνει το ίδιο. Μόνο που τώρα ο καιρός ήταν λιγότερος. Έλα, κάνε υπομονή, πόσες είναι αυτές οι καυτές μέρες, βδομάδες, που θα νιώθεις τα πόδια σου να καίνε πρησμένα, που δε θα μπορείς να κάνεις τίποτα μέσα στο σπίτι παρά να σέρνεσαι μέχρι να δροσίσει λίγο το βράδυ και να ξαπλώσεις; Δυό, τρείς βδομάδες, δυό μήνες, θα περάσουν.

Και έτσι περνούσαν οι χειμώνες και τα καλοκαίρια.

Ενδιάμεσα είχε και άνοιξες-είχε και φθινόπωρα αλλά τα φθινόπωρα είναι μελαγχολικά, σχεδόν βλέπεις στο δρόμο τα φύλλα να πέφτουν και την Άννα-να-ένα μηλο και το Μίμη να παίρνουν τη σάκκα τους για να πάνε σχολείο...
Τις άνοιξες λοιπόν, του έδινε και καταλάβαινε: ξυπνούσε νωρίς για να χαρεί την ησυχία, φωτογράφιζε τον πρωινό ήλιο να μπαίνει από τις γρίλιες, χάιδευε τα έπιπλα, τα βιβλία, μιλούσε με τους τοίχους, χαμογελούσε στο παρελθόν, έγραφε.

16.6.10

είμαι ένα νησί


Έχω τα βιβλία μου, και την ποίησή μου να με προστατεύουν. Είμαι καλυμένος μέσ' στην πανοπλία μου, κρυμένος στο δωμάτιό μου, ασφαλής μέσα στη μήτρα μου. Δεν ακουμπώ κανέναν και κανείς δε μ' ακουμπά. Είμ' ένας βράχος, είμ' ένα νησί.

* Simon & Garfunkel

* Ανδρέας Ζυμβραγός

15.6.10

να παραμείνουμε εχέφρονες

Κοντολογίς, η μεγάλη κούραση της ύπαρξης μπορεί να μην είναι τίποτε άλλο απ' τον τεράστιο μόχθο μας να παραμείνουμε εχέφρονες επί είκοσι, σαράντα χρόνια και βάλε, να μην είμαστε απλά, βαθιά ο εαυτός μας, δηλαδή σιχαμεροί, φρικαλέοι, παράλογοι. Ειναι εφιάλτης να πρέπει πάντα να παρουσιάζουμε ως ένα μικρό παγκόσμιο ιδεώδες, ως έναν υπεράνθρωπο απ'το πρωί ίσαμε το βράδυ, τον χωλό υπάνθρωπο που μας δώθηκε.

* * *

Θέλω, Φερδινάνδε, να παρατήσω την ψυχή μου, όπως παρατάμε, πέρα μακριά, το ψωριάρικο σκυλί μας, το σκυλί μας που βρωμάει, το σύντροφο που μας αηδιάζει, προτού πεθάνω... Επιτέλους ολομόναχος... Ήσυχος... Ο εαυτός μου...



* Σελίν: Ταξίδι στην άκρη της νύχτας

13.6.10

άλγεβρα

Σε μια προσπάθεια να κάνει τους ανθρώπους να κοιτάζονται στα μάτια,
η κυβέρνηση αποφάσισε να επιτρέψει σε κάθε άνθρωπο
ακριβώς εκατόν εξήντα επτά λέξεις τη μέρα.
Όταν χτυπάει το τηλέφωνο, το βάζω στο αυτί μου χωρίς να λέω ορίστε,
στο εστιατόριο δείχνω την κοτόσουπα.

Προσαρμόστηκα καλά στο νέο τρόπο.
Αργά τη νύχτα, τηλεφωνώ στην αγαπημένη μου που είναι μακριά και της λέω με περηφάνεια: χρησιμοποίησα μόνο πενήνταεννέα λέξεις σήμερα, κράτησα τις υπόλοιπες για σένα.
Όταν δεν απαντά, ξέρω ότι έχει ξοδεψει όλες τις δικές της, κι έτσι
ψιθυρίζω αργά "σ' αγαπώ" σαρανταοκτώ φορές και μισή.
Μετά, απλά μένουμε στη γραμμή και ακούει ο ένας την ανάσα του άλλου.

* Jeffrey McDaniel

12.6.10

Σάββατο στο σπίτι


Ολημερίς ακούω το θόρυβο των νερών
να βογγάνε,
λυπημένα, όπως είναι ο γλάρος όταν,
προχωρώντας ολομόναχος,
ακούει το κλάμα του ανέμου πάνω στο νερό,
μονότονο.

Οι γκρίζοι άνεμοι, οι παγωμένοι άνεμοι φυσάνε
όπου πηγαίνω.
Ακούω τον θόρυβο πολλών νερών
πέρα μακρυά.
Όλη μέρα, όλη νύχτα, τ' ακούω να κυλάνε
πέρα-δώθε.


* Ένα ποίημα του James Joyce.
* Μια, σαν γιαπωνέζικη, φωτογραφία.

10.6.10

η ζωή ανθίζει στην αγκαλιά της Χρύσας


Δυό δίδυμοι δουλεύουν σε μια κάβα. Όταν ο ένας σκάει στα γέλια, ο άλλος ξεσπάει σε κλάματα. Όταν ο ένας βουτάει ένα χαρτονόμισμα απ'το ταμείο, ο άλλος τον καρφώνει, και πάει λέγοντας. Σωστό ντουέτο, όπως σε κείνα τα βαρόμετρα με το σπιτάκι, που ο κύριος βγαίνει και αναγγέλει τον ωραίο καιρό, κι έπειτα εξαφανίζεται αφήνοντας τη θέση του στην κυρία που ειδοποιεί πως έρχεται μπόρα. Μαζί δεν κάνουνε και χώρια δεν μπορούνε. Για να τους ξεχωρίζουν, τους φωνάζουν Κορόνα και Γράμματα, μα κι έτσι ακόμα δεν αποφεύγουν τα μπερδέματα. Οι δυό τους παίζουν πιάνο με τέσσερα χέρια , βολτάρουν μ'ένα διθέσιο ποδήλατο κι ο ένας υπαγορεύει τα απομνημονεύματα του στον άλλον. Μπορείς να τους συναντήσεις στις αλέες του κήπου του Λουξεμβούργου, να φλυαρούν ανέμελα κάτω απ' τα μεγάλα δέντρα, προσέχοντας πολύ μην τους δει ο ήλιος. Το Σάββατο, επισκέπτονται την κόρη του φαροφύλακα. Είναι κι οι δύο ερωτευμένοι μαζί της. Επειδή φοβούνται το τι θα γίνει άμα εκείνη διαλέξει, καθένας τους πασχίζει να φανεί κακός, για να 'χει περισσότερη τύχη ο αδελφός του. Προτού φύγουν, καθένας τους δίνει στην αιώνια αρραβωνιαστικιά ένα τρυφερό γραμματάκι, έχοντας μιμιθεί το γραφικό χαρακτήρα του άλλου. Εκείνη τους κοιτάζει να ξεμακραίνουν, με δάκρυα στα μάτια κι έχοντας ήδη υποταχεί στη μοίρα της ισόβιας γεροντοκόρης. Την Κυριακή, ανοίγουν μια μπουκάλα σαμπάνια. Ο φελός πετάγεται σα σκάγι κι αυτοί αλαφιάζονται την ιδια στιγμή. Άμα τους έβλεπες, να χτυπούν το δάχτυλό τους πάνω στα κρυστάλλινα ποτήρια, δε θα μάντευες ποτέ ότι ο ένας απ'τους δυό μονάχα υπάρχει κι ότι ο άλλος είναι το όνειρό του.

Είμαι μαγεμένη, μαγεμένη κυριολεκτικά από τον Κριστιάν Μπομπέν. Έτσι μούρχεται να πάω στο Λε Κρεζό να τον αγκαλιάσω, γιατί μόνο έτσι γίνεται να του πω τι νιώθω μ'αυτά που γράφει.
Πως να το πω, διαβάζοντας τα βιβλία του, το ένα μετά το άλλο, κάθε σελίδα, κάθε παράγραφος, με κάνει να σκέφτομαι πως βρήκα αυτό που έψαχνα μέσα σ' όσα βιβλία έχω διαβάσει μέχρι τώρα, πως νομίζω ότι μπορώ να συνεχίσω τη ζωή μου χωρίς να ψάχνω πια άλλα βιβλία, διαβάζοντας μόνο ξανά και ξανά τα δικά του.
Πως να μαζέψω το μυαλό μου, να μαζέψω τα ρούχα και να μαγειρέψω τις φακές;

* Το βιβλίο
Η Γυναίκα Που Έρχεται, εκδόσεις 21ου, μετάφραση Δέσποινας Σαραφίδου

* Η φωτογραφία
Μπήκα στο σπίτι και βρήκα ένα μειλ με φωτογραφίες, και σχόλιο: αυτή είναι η Ζωή μου <3 (χρύσα)!


* * * * * * *

5.6.10

το εισιτήριο για τον Παράδεισο


Χθές μόλις, μου έλεγε πως δεν ήξερε πώς θα τα καταφέρουν να πάνε διακοπές το καλοκαίρι-σε ποιόν θ'αφήσουν τα δυό σκυλιά και τις 12 κότες;
Σήμερα απόκτησαν επιπλέον ένα νεογέννητο κουτσό γατάκι, σύν ένα εξάμηνο λυκοσκυλάκι...
Μια τρελλή-τρελλή οικογένεια, αυτή η δική μου...

Όμως, τι τρυφερότητα στη φωνή τους, πώς ενώνει η αγάπη κι εξαφανίζει τις γκρίνιες και τις διχόνοιες...
Όλοι μαζί, η Χρύσα με το γατάκι στα χέρια, η αδελφή μου στο τηλέφωνο, ο γαμπρός μου κι η Σόφη παραδίπλα να σχολιάζουν.

Το γατάκι ήταν στη μέση του δρόμου προς το Μεσημέρι και τα αυτοκίνητα περνούσαν κυριολεκτικά από πάνω του. Σταμάτησαν στην άκρη του δρόμου, έκαναν σήμα στ' αυτοκίνητα να κόψουν ταχύτητα και το συμμάζεψαν. Το πήγαν στο γιατρό να βάλει νάρθηκα στο μπροστινό ποδαράκι του που ήταν σπασμένο. Έκανε ώρες να συνέλθει, καταβρόχθισε λίγη καπνιστή γαλοπούλα (!) και τώρα νιαουρίζει ευτυχισμένο στην αγκαλιά της Χρύσας: είπαμε να το πουν Ζωή, αφού την κέρδισε, τελικά.

Το σκυλάκι τριγυρνούσε εδώ και μέρες στη γειτονιά, το τάισαν μια, δυό, έβλεπαν πως δυσκολευόταν να φάει, τελικά έβγαλαν ένα κόκκαλο που ήταν σφηνωμένο στο λαιμό του... (Χριστέ μου, πως βάζουν τα χέρια τους μέσα στο στόμα ξένου σκύλου...!). Τώρα έχει κατασκηνώσει έξω από το φράχτη τους, σχεδιάζουν να το πάνε σ' ένα γιατρό για εμβόλια και μετά να βρούν σπίτι να το υιοθετήσει.

Η οικογένειά μου.

* * * * * * *

2.6.10

έβαλα το καπέλο με τα λουλούδια

Λέω ν'αφήσω την ομφαλοσκόπηση και να βγω καμιά βόλτα.
(Πως μου το είχε πει, να δεις, εκείνη η κοπέλα... Μη χάνεσαι σε ενδοσκοπήσεις, κάπως έτσι.)

Να πάμε με τη Σταυρούλα στο "Ταξίδι στην Αλεξάνδρεια του Καβάφη" το Σάββατο, νωρίς το πρωί, και μετά να πιούμε καφέ στην ησυχία του Κεραμεικού.

Και σιγά-σιγά (ή και πιο γρήγορα) να σχεδιάσω κανένα Παρισάκι, γιατί αν μου απέμειναν 20 χρόνια ζωής, καλύτερα να βάλω Πρώτα τον Προύστ και το Παρισάκι, και μετά όλα τα υπόλοιπα (δηλαδή το τίποτα).

* Thomas Benjamin Kennington

* * * * * * *

1.6.10

ομφαλοσκοπώντας δε θα βρεις την απάντηση


Κάθεται στην καρέκλα της κουζίνας και κοιτάζει τα χέρια της.
Μετά, σκεπάζει τα μάτια με τις παλάμες και κουνιέται πέρα-δώθε, επι ώρα.
Το κεφάλι είναι πολύ βαρύ για να το κρατήσουν οι ώμοι, τα βλέφαρα πολύ βαριά για να μείνουν ανοιχτά.
Το στόμα στεγνό, κάνει προσπάθεια για να βγεί ο παραμικρός ήχος.
Μόνο αυτό το πέρα-δώθε την ανακουφίζει, βγαίνει από μέσα της, σα νανούρισμα, σα να υπάρχει ένα χάδι εκεί έξω κι αυτή να σέρνεται σαν πούπουλο από κάτω του.

Η παραμυθία των παραμυθιών.
Μερικές φορές χάνεται, όμως.
Πουθενά παραμυθία, τίποτα που να παραμυθιάζει.

(Ή, ισως κάτι, λίγο: τα τραγούδια στο ραδιόφωνο το πρωί στο αυτοκίνητο.)


* * * * * * *

25.5.10

Mr F.

With his 78th birthday, he decided to stop his career as a professional driver.

Ο Νori από το Hiroshima Daily Photo, σε ένα αναμνηστικό ενσταντανέ με τον 78άχρονο συνάδελφό του που α π ο φ ά σ ι σ ε να βγει στη σύνταξη.
(Λες να χρειαστεί να δουλέψω άλλα 34 χρόνια;)

Σοβαρά τώρα, ίσως σε κάποιον ιδανικό, (γιαπωνέζικο μάλλον) κόσμο, θα περνούσαμε τόσο καλά στη δουλειά που δεν θα επιθυμούσαμε να βγούμε στη σύνταξη παρά μόνο όταν το σώμα πια δεν μας βοηθούσε...

Να βγαίνεις στη σύνταξη γιατί δεν μπορείς πια να δουλεύεις, όχι γιατί προτιμάς να κάαααθεσαι.
Κι ούτε (να σταματάς τη δουλειά) γιατί είναι θέμα επιβίωσης από την ανάποδη: γιατί αν μείνεις λίγο παραπάνω, μια ώρα αρχύτερα θα αποχαιρετήσεις και το βίο και τα μυαλά σου...

(Μήπως έπρεπε να γινω γκέισα;!)

* * * * * * *

23.5.10

η ζωή είναι ένα όνειρο


Κι ακόμη-ακόμη, σ'αυτές τις φασματικές ζωές μας,
μισή νύχτα, μισή μέρα, μισή κοιμώμενοι, μισή ξυπνητοί,
τι, κι αν η ζωή μας ως ξύπνιοι, όπως κι αυτή ως κοιμώμενοι,
είναι απλά ένα όνειρο σ'αυτήν την αιώνια ζωή
από το οποίο δεν ξυπνάμε μέχρι να κοιμηθούμε στο θάνατο;

Pedro Calderon De La Barca, Life is a Dream
(περνάω φάση μετάφρασης ποιημάτων)

Ο Pedro Calderon De La Barca (17 Ιανουαρίου 1600 – 25 Μαίου 1681) γεννήθηκε στην Μαδρίτη και υπήρξε ένας από τους καλύτερους θεατρικούς συγγραφείς της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Πήγα να γράψω πληροφορίες για τη ζωή του, και βρήκα ακόμη ένα ποίημα:

Τι είναι η ζωή; Μια τρέλα.
Τι είναι η ζωή; Μια μυθοπλασία.
Μια σκιά, μια ψευδαίσθηση,
Ακόμα και το μεγαλύτερο κέρδος είναι μικρό.
Γιατί η ζωή δεν είναι παρά ένα όνειρο,
και τα όνειρα, δεν είναι τίποτε άλλο παρά όνειρα.

Τελικά, τι σημασία είχε η ζωή του; Τα ποιήματά του είναι αρκετά, είναι όλα όσα χρειάζεται να ξέρουμε γι αυτόν.


* * * * * * *

20.5.10

jacaranda

Είναι μερικά πράγματα στη ζωή μας που τα θεωρούμε αιώνια. Σταθερά, ακλόνητα, βράχους.
Πιο συγκεκριμένα: είναι μερικοί άνθρωποι στη ζωή μας που, θεωρούμε πως θα είναι πάντα εκεί, ίδιοι όπως όταν ήμασταν δίπλά-δίπλα στο θρανίο στη δέσμη(*), στα αγγλικά, στην Πάτρα, στο πάντα.
Έπαθα πανικό χθές στη σκέψη πως ο βράχος της ζωής μου κουράστηκε πια και τα παράτησε, κουράστηκε πια και δεν θέλει να βλέπει κόσμο, κλείνει τα τηλέφωνα και κοιμάται. Πώς αυτή, κ ο υ ρ ά σ τ η κ ε α π ό τ ο ν κ ό σ μ ο: σαν να ήρθε το τέλος του κόσμου, τα πάνω κάτω, σαν να έγινε το αδύνατο.

(Φυσικά, κλασικά, αφού τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε με τα δύσκολα της ζωής μας -πληθυντικός ευγενείας- το ρίξαμε στους... εφιάλτες.)

Άμα πρέπει ένα πράγμα να θυμηθώ, απ'όσα έγιναν στην 33 άχρονη κοινή πορεία μας, το πρώτο που βλέπω είναι οι δυό μας στο πεζοδρόμιο, στη γωνία, κάτω από το πεύκο, μεσημέρια, απογεύματα, βράδια, να αναλύουμε ξανά και ξανά τις ζωές μας, τα έξω μας και τα μέσα μας.
Και μετά, τα μεσημέρια μετά τη δουλειά στον Ανατολικό: βιαστικά ραντεβού-συσκέψεις για να αναλυθούν και να λυθούν θέματα. Χθες θυμήθηκα και τα ωριαία τηλεφωνήματα των τελευταίων χρόνων, αργά το βράδυ, εγώ στο κρεββάτι κι εσύ προσπαθώντας να ηρεμήσεις, έχοντας βάλει τα παιδιά για ύπνο. Πάντα δίπλα μου, να προσπαθείς να ανοίξεις τα αγκάθια για να βγω.

Δεν συνήλθα ακόμη από τον τρόμο, παρόλο που σε άκουσα πια, καλά. Όλα αυτά, οι θεωρίες, για τους ανθρώπους που αγαπάμε και δεν τους το έχουμε πει ποτέ... Δε λέγεται με λόγια η αγάπη. Κι εγώ νομίζω πως δεν σου τόχω πει ούτε με πράξεις. Όμως, έχει άραγε σημασία το να το ξέρεις κι εσύ;

(*) ...κι εκείνη ζωγράφιζε με το μολύβι χριστουγεννιάτικο δέντρο στο πράσινο θρανίο "γιατί; να μην έχουμε κι εμείς στολισμένο δέντρο στο θρανίο μας;", κι εγώ -η υπάκουη και δειλή, να φοβάμαι πως θα μας κάνουν παρατήρηση και να την επιτιμώ αντί να γελάω...

Η φωτογραφία: όλη η Αθήνα έχει γεμίσει μωβ, ανθισμένα τζακαράντα, τα παρατηρώ εκστασιασμένη εδώ και μέρες. Άραγε ήταν και πέρσι; που θα ήταν βέβαια, μα γιατί εγώ φέτος μόνο τα πρόσεξα;


* * * * * * *

13.5.10

κάτω από τον ουρανό


Τις νύχτες βλέπω εφιάλτες.

Βλέπω πως μπαίνει στο βαγόνι του μετρό ένας άνθρωπος ήρεμος, στέκεται σε μιαν άκρη και ξαφνικά ανατινάζονται τα πάντα: γίνονται όμορφα πορτοκαλί και δεν έχω προλάβει ακόμη να διαβάσω όλα τα βιβλία που ήθελα.
Βλέπω ένα γλυκύτατο πελάτη της τράπεζας να μπαίνει στο βαγόνι, να κολάει το όπλο στο λαιμό του διπλανού μου και να πυροβολεί: δεν ακούγεται παρά ένας γδούπος από το σώμα που πέφτει δίπλα μου: όλα έχουν αλλάξει μέσα σε δευτερόλεπτα, τίποτα δεν θα είναι ίδιο από δω και πέρα.
Χθες, τριγύριζα στη δουλειά μ'έξη ψόφια χνουδωτά νεογέννητα στο χέρι μου, καφετιά, με ματάκια κλειστά: δεν πρόλαβαν να γεννηθούν και ήταν ήδη πεθαμένα. Τα κουβαλούσα γιατί αυτή ήταν η δουλειά μου, όλοι τρόμαζαν κι απομακρύνονταν, απορούσαν με μένα, κι εμένα όχι πως μου άρεζε, μα άμα είναι αυτό που πρέπει να κάνεις, τι να κάνεις;

Θέλω να ξαπλώσω πάνω στις πέτρες, δίπλα στη θάλασσα, και να αναπνέω μέχρι να αδειάσει το μυαλό μου.


* * * * * * *

12.5.10

sonnet III


Κοίταξε στον καθρέφτη, και πες στο πρόσωπο που βλέπεις,
τώρα είναι η ώρα που αυτό το πρόσωπο πρέπει να φτιάξει εν' άλλο,
φρεσκάρισμά που αν δεν το κάνει τώρα,
το σαγήνεμα του κόσμου, άκαρπη ευχή της μάνας.

Γιατί, ποιά είναι αυτή η ομορφη που η άκαρπη μήτρα της
περιφρονεί το όργωμα του γάμου;
Ή, ποιός είναι αυτός που θέλει τόσο να γίνει ο τάφος,
ώστε με την αγάπη του εαυτού του, να σταματήσει τους επιγόνους;

Εσύ είσαι ο καθρέφτης της μητέρας, και αυτή σε σένα
ξαναβλέπει τον όμορφο Απρίλη των νιάτων της.
Έτσι, μέσα απ' τα παράθυρα των χρόνων σου, θα δει
παρόλες τις ρυτίδες, τα χρυσά της χρόνια.

Μα αν (θέλεις να) ζήσεις, χωρίς να σε θυμούνται,
πέθανε άκληρος, κι η θύμησή σου θα πεθάνει κι αυτή μαζί σου.

* sonnet III


* * * * * * *

7.5.10

sonnet II


Όταν σαράντα χειμώνες κυκλώσουν το μέτωπό σου,
και σκάψουν βαθειες χαρακιές στο πεδίο της ομορφιάς σου,
της νιότης σου το περφανο ένδυμα, τόσο θαυμασμένο τώρα,
θα 'ναι ένα κουρελιασμένο αγριόχορτο, ασήμαντης αξίας.

Τότε, ρωτηθείς που βρίσκεται όλη η ομορφιά σου,
πού όλος ο θησαυρός των σφριγιλών ημερών σου,
το να πεις, μέσα στα ίδια τα βαθειά-βυθισμένα μάτια σου,
θα είναι μια ντροπή αδηφάγα κι ένας σπαταλημένος έπαινος.

Πόσος ακόμα έπαινος θα άξιζε τη χρήση της ομορφιάς σου,
αν θα μπορούσες ν'απαντήσεις "Αυτό το ακριβό παιδί μου
θα κλείσει το λογαριασμό και θα 'ναι η δικαιολογία μου",
αποδεικνύοντας την ομορφιά του ως δικός σου διάδοχος!

Αυτό θα γινόταν όταν θα ήσουν γέρος,
και θα 'βλεπες το αίμα σου ζεστό εκεί που το ένιωθες κρύο.




* * * * * * *

5.5.10

sonnet I


Απ' τα πιο όμορφα πλάσματα ζητάμε να πληθαίνουν,
ώστε το ρόδο της ομορφιάς ποτέ να μην πεθάνει,
μα καθώς το ώριμο με τον καιρό θα χαθεί,
ο τρυφερός του διάδοχος να φέρει την ανάμνησή του.

Μα εσύ, δεσμευμένη στα δικά σου λαμπερά μάτια,
τρέφεις τη φλόγα του φωτός με σένα-αυτάρκες καύσιμο,
φτιάχνοντας πείνα εκεί όπου υπάρχει αφθονία,
εχθρός η ίδια του εαυτού σου, στον γλυκό σου εαυτό βάναυση.

Εσύ, που είσαι τώρα του κόσμου το ομορφότερο στολίδι
και μόνο προάγγελος στην φανταχτερή άνοιξη,
μέσα στο ίδιο σου το μπουμπούκι θάβεις το περιεχόμενό
και, τρυφερά άξεστη, ξοδεύεσαι στην τσιγκουνιά.

Λυπήσου τον κόσμο, αλλιώς γίνε αυτός ο αχόρταγος,
να φας του κόσμου το νόημα, από τον τάφο ως εσένα.

(Η mental multivitamin αποφάσισε να διαβάζει τουλάχιστον ένα σονέτο του Σαίξπηρ καθημερινά, για τις επόμενες 152 ημέρες.
Επειδή δυσκολεύτηκα να το καταλάβω, το μετέφρασα. Επίσης, για την απόλαυση του παιχνιδιού με τις λέξεις.)

* sonnet I

* bed of roses


* * * * * * *