14.11.07

Xocolata amb xurros!


Ποστ απο το κινητο, θαυμα-θαυμα της τεχνολογιας! Οχι απο το δικο μου-το ροζ, εκεινο το εχασα, το εκλαψα, το διεγραψα και το ξεχασα, μολις φτασαμε... Σε μερικες ωρες φευγουμε, η ερχομαστε-και το νεο μου κοσκινακι ειναι μαυρο, φθηνοτερο και... ισπανικο!


* * * * * * *

3.11.07

ο ένας απο τους επτά


Είχα πιει πολύ
και ξερνούσα στο μπάνιο
όταν κατάλαβα να στέκεται πίσω μου
κι η σκιά του
Τεράστια τον χώρο να καλύπτει
Σκέφτηκα… τώρα μάλιστα
Σαν τον Ελπήνορα κατάντησες οράματα να βλέπεις…

Όμως Εκείνος μίλησε
ήρεμα καθησυχαστικά
παρ’ όλο που διέκρινα μια κούραση
στην αποκόσμια, απροσδόκητη φωνή του.
«Είναι τριακοστή τρίτη φορά
απ’ τη μέρα που ανέλαβα να σε προσέχω…
Δεν είσαι πια παιδί
Σκέψου ταυτόχρονα πως πρέπει νάμαι στη Βομβάη
προσέχοντας ένα τετράχρονο με χρόνια πνευμονία,
πρέπει να βρίσκομαι στην Κίνα
δίπλα σε κάποιο γεροντάκι
που σκέφτεται ν' αυτοκτονήσει
μετά το θάνατο της κόρης του,
πρέπει να κάνω διπλοβάρδιες
μέσα σε μια παμπάλαια θερμοκοιτίδα
σ’ ένα μωρό με αναπνευστικά από τη Μολδαβία
κι ακόμα ν’ αγωνίζομαι
να μη μου φύγει
ένας πυγμάχος είκοσι χρονών μέσα στο κώμα του
Έχω και δυο δίδυμους –σκλήρυνση κατά πλάκας–…
Εσύ τουλάχιστον
θάπρεπε μέσα στην ορθολογική σου απιστία
να σέβεσαι όσους τους έχουν αναθέσει
τέτοιες αποστολές…»
Γύρισα να τον δω
κι ένιωσα μόνο τον αέρα απ’ τις φτερούγες του
που άνοιξαν…

Τότε θυμήθηκα ένα καλόγερο παππού
που μου 'χε πει στο Όρος:
Είτε πιστεύεις είτε όχι
κάθε επτά από εμάς
μας προστατεύει κι ένας Άγγελος
μέρα και νύχτα
κι είναι υπόλογος για την υπόσταση μας…


Ηλίας Κουτσούκος, απο τον "Ακροβάτη των Λέξεων", απο την Λέσχη Ανάγνωσης Άνω Τούμπας.



* * * * * * *

30.10.07

γη της πέτρας

Άν τ' αφήσεις σε μένα, μπορεί και να μην ξαναβγώ ποτέ απο το σπίτι...

Άν ήταν στο χέρι μου, αν δεν έπρεπε να πάω στη δουλειά, να πάω για ψώνια, να βρεθώ με φίλους με τους οποίους έχω δώσει ραντεβού, δεν θα έβγαινα ποτέ απο το σπίτι.
Μέσα στους τοίχους νιώθω προστατευμένη. Απο τον καιρό και απο τα μάτια.
Πράγμα που μου θυμίζει πως, όταν αναρωτήθηκα (διότι ρωτήθηκα) γιατί οι κούπες μου είναι όλες με καπάκι, το πρώτο που μου ήρθε στο μυαλό ήταν "μα, για προστασία"..(?).

Όμως, με απόλυτη συνέπεια, κάθε μα κάθε φορά που βγαίνω απο το σπίτι, πραγματικά το χαίρομαι, και μετανοιώνω για τους πρωτύτερους ενδοιασμούς μου.

Ένα βράδι με μια φίλη, πρώτα για καφέ και μετά στο θέατρο: σ' ένα μέρος όπου δεν είχα ξαναπάει: στη στάση μετρό φίξ, στο θέατρο του νέου κόσμου: σ' ένα όμορφο παλιό σπίτι διαμορφωμένο σε θέατρο, σε μια πολύ όμορφη παράσταση: ένας στους δέκα (κατοίκους στη χώρα μας είναι αλλοδαπός).

Ένα απόγευμα με άλλη φίλη, ξανά για καφέ, και κουβέντα, πολύ-πολύ κουβέντα, σαν να μπορούν να χωρέσουν δυό ζωές συνολικής διάρκειας σχεδόν ογόντα χρόνων σε τρείς ώρες!

Τα πρωινά του Σαββάτου στην πόλη: στη λαική της γειτονιάς, στο σουπερμάρκετ, σε βόλτες με το αυτοκίνητο σε μακρινές γειτονιές. Ουρανός, αέρας, αναπνοή, ζωή.

Ένα βράδι σκαρφαλωμένοι στο μπάρ, με την πόλη στα πόδια μας. Σκοτεινά και όλο φώτα.


* * * * * * *

24.10.07

καφές και συμπάθεια...


Μα, είναι δυνατόν να προβληματίζομαι τόσο πολύ για όλα? Αγαπημένα μου αντικείμενα? Τι εννοεί η renata ? Όλα όσα κουβαλάω στην τσάντα μου? Αχ, και σήμερα ακριβώς είναι που είπα, ε όχι, φτάνει πια, δε γίνεται να τα κουβαλάω όλα αυτά μαζί μου συνέχεια, δεν κλείνει η τσάντα μου πια, με βαραίνει. Τελείωσε, ή πρέπει να αγοράζω μεγαλύτερες τσάντες ή κάτι να περικόψω, δε γίνεται...

Μα, δε λέει «τι κουβαλάτε συνέχεια μαζί σας απο ανασφάλεια μήπως σας χρειαστεί» (διότι είναι αποδεδειγμένο πως ότι βγάλεις απο την τσάντα σου, εκείνη την ίδια μέρα τυχαίνει να το χρειαστείς, το αναθεματισμένο, κι ας μην το χρησιμοποίησες ποτέ τόσο καιρό που το κουβαλούσες...).

Τέλος πάντων, ξεφεύγω απο το θέμα.

Λοιπόν, τι εννοεί «αγαπημένα μου αντικείμενα»? Τις κούπες μου μήπως? Μα, αυτό ήταν άλλο ποστ, το προηγούμενο, και πως έγινε, πριν καλά καλά αποφασίσω ποιά απ΄όλες είναι η αγαπημένη μου, αν είναι καλύτερα να φωτογραφίσω την πιο αγαπημένη μου μόνη της ή αυτήν που χρησιμοποιώ συνήθως (για να μη σπάσω κατά λάθος την πιο αγαπημένη μου !) ή όλες μαζί, ή άραγε να τις βάλω στη σειρά σαν σε παρέλαση ή καλύτερα τυχαία ανακατεμένες? Καλύτερα να βάλω την αγαπημενη μου μπροστά και τις άλλες γύρω ανάκατες... Και, καλύτερα ας περιμένω να είναι μέρα με ήλιο, να μην κάνω νύχτα τη φωτογράφιση και δε βγει καλά η φωτογραφία... Και τσούπ, πάει, προχωρήσαμε, αλλάξαμε θέμα, κι εσύ κάθεσαι και σκέφτεσαι ακόμη, και χάνεις και το πριν και το μετά...

Πάμε παρακάτω.

Αγαπημένα μου τι εννοεί τελικά? Αυτά που κουβαλάω στην τσάντα μου-τα πιο απαραίτητα? Όχι, αγαπημένα είπαμε, όχι απαραίτητα.

Αυτά που κουβαλάω στο σπίτι μαζί μου απο δωμάτιο σε δωμάτιο? Απο τον υπολογιστή στο κρεβάτι και τανάπαλιν? Μμμ, μάλλον αυτά, κατέληξα, αυτά πρέπει να εννοεί.

Όμως, αν θέλουμε να κυριολεκτίσουμε, εμένα τα ΠΙΟ αγαπημένα μου αντικείμενα είναι μερικά βιβλία. Τι να κάνω, να βάλω στη σειρά τα βιβλία και να τα φωτογραφίσω?

Αφου εγώ θέλω να φωτογραφίσω την κινέζικη κούπα μου... Ή μάλλον, τη χριστουγεννιάτικη, που είναι δώρο της κουμπάρας μου και έχει και καπάκι, και τη χρησιμοποιώ συνέχεια-αν και φοβάμαι μην τη σπάσω, αλλά αποφάσισα πως καλύτερα να τη χρησιμοποιώ κι ας σπάσει (προσέχω όμως) παρά να πεθάνω εγώ κάποια στιγμή και μείνει αυτή ανέπαφη και αχρησιμοποίητη... Α, και γιατί θέλω να έχω όλο το χρόνο χριστούγεννα, το είπαμε αυτό, ε?

Λοιπόν, καταλήξαμε πουθενα?
Ουφφφ...


* * * * * * *

22.10.07

ααα, ένα απλωμένο χέρι!

Βαριά σύννεφα στον αττικό ουρανό σήμερα το απόγευμα. Υπέροχα!

Έκανα μία ώρα και είκοσι λεπτά για να φθάσω απο τη Νέα Ερυθραία στη Θηβών, γιατί ήταν αργά το απόγευμα: ώρα μαζικής επιστροφής στο σπίτι, αλλά επίσης και γιατί επέλεξα-επι τούτου, τη διαδρομή μέσα απο την πόλη: Κηφισίας, Ηράκλειο, Νέα Φιλαδέλφεια. ΟΑΚΑ, Νέα Ιωνία, άλσος Δεκελείας.

Δε χορταίνω, δε χορταίνω να χαζεύω τους δρόμους και τις γειτονιές της πόλης, τα στενάκια, τα σπίτια, τους ανθρώπους. Λες και με είχανε κλεισμένη σε κανένα ερημητήριο και ξαφνικά με αφήσανε ελεύθερη στη Νέα Υόρκη.
Απορώ, απορώ κι εγώ η ίδια με τον εαυτό μου-κι ας έχω την ευχέρεια να τον παρατηρώ απ' τα μέσα!
Μα πιο πολύ απορώ που δε θέλω τίποτε άλλο παρά να βλέπω, μόνο να βλέπω και να σκέφτομαι, κι έτσι να απολαμβάνω. Μυστήριο.

Πόσο χάρηκα που στο σπίτι με περίμενε μια αγκαλιά φρέζες!


* * * * * * *

20.10.07

ζωή εσωτερικού χώρου

Βλέπω τις γλαστρούλες μου στο μπαλκόνι που έγιναν μούσκεμα κι αναρωτιέμαι-στα σοβαρά- μήπως πρέπει να τις μαζέψω, να τις καλύψω, να τις πάρω μέσα να μη βρέχονται, μήπως τους κάνει ζημιά τόσο νερό, μη σοκαριστούν τα φυτάκια μου, μη σαπίσουν, μη χαλάσουν...

Ψάχνω στο μυαλό μου να βρω τι να κάνω, να βρω εικόνες απο χρυσάνθεμα, και βρίσκω αυτά που είναι φυτεμένη στην αυλή της μαμάς μου, στη μέση του κήπου. Ούτε υποστεγο εκεί, ούτε προστασία, ούτε τίποτα. Μόνο χώμα άπλετο-εντελώς γή, μέσα στον καιρό απ' το κατακαλόκαιρο ως το χειμώνα, και επίσης μέσα στα πόδια του Ρέξ που χοροπηδάει γύρω τους συνέχεια... Και ζουν μια χαρά ανέμελα, και λάμπουν γερά και στιβαρά!

Και γελάω μέσα μου, που μάθαμε στο λίγο-λίγο: λίγο νεράκι με το ποτήρι κάθε δυό μέρες, λίγες σταγόνες βιταμίνες κάθε μερικούς μήνες δυαλυμένες σε πλαστικό μπουκάλι του νερού, δυό-τρεις χούφτες χώμα του σουπερ μάρκετ κάθε άνοιξη να ανέβει κάπως αυτό της γλάστρας που εξαφανίζεται... Τα μαθαίνουμε νάναι λιγόφαγα, ολιγαρκή, καχεκτικά και ντελικάτα.
Μετά λυπάμαι λίγο και για μάς.


* * * * * * *

14.10.07

Κυριακή. Ωραία.


Απ' το παράθυρο ο ουρανός είχε γίνει γκρίζος σαν μολύβι, κοντεύει να γίνει ένα με την ταραγμένη θάλασσα. Ο Άρνι έβαλε μια ολόσωμη φόρμα πάνω από τα ρούχα του, έλυσε τέσσερα από τα είκοσι σκυλιά του και τα έζεψε στο ξύλινο έλκηθρό του πάνω στο οποίο είχε στρώσει μια γούνα από κάποιο θήραμα. Πήρε το όπλο και τα κιάλια του, χαιρέτισε την γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά του και με ένα μακρόσυρτο συριγμό έδωσε το σύνθημα στα σκυλιά να ξεκινήσουν. «Είναι τρεις λίμνες που πρέπει να περάσουμε» μου είπε. «Το σημείο όπου πηγαίνουμε είναι πολύ μακριά από δω. Αν όλα πάνε καλά θα γυρίσουμε το βράδυ». Αναρωτήθηκα μέσα μου τι σήμαινε το «αν όλα πάνε καλά θα γυρίσουμε το βράδυ» και τον ρώτησα. “Αν δεν γυρίσουμε το βράδυ πότε θα γυρίσουμε;”. “Αύριο.”. “Και που θα κοιμηθούμε;”. Με ένα νεύμα του χεριού του μου έδειξε μια σκηνή και μια λάμπα θυέλλης, «έξω» απάντησε.

Απο τις ανταποκρίσεις του Γιώργου Αυγερόπουλου απο τη Γροιλανδία,
στο forum του Εξάντα στην ΕΡΤ.

Ω καιροί, ω ήθη...
Γραπτό ντοκιμαντέρ να το πω;
Βιβλίο οnline να το πω;
Ζωή-σαν-μυθιστόρημα-σε-συνέχειες να το πω;
Εικονικό ταξίδι για όλους εμάς που πιθανότατα δεν θα το κάνουμε ποτέ στην πραγματικότητα, να το πω;
Όπως και να το πω, το βρήκα θαυμάσιο, όχι μόνο σαν θέμα αλλά και σαν τρόπο επικοινωνίας.

Έξω βρέχει.
Την calluna bulgaris/Heide winterhart την φύτεψα χθες!



* * * * * * *

12.10.07

... σα μυθιστόρημα


Η αδελφούλα μου είδε στον ύπνο της πως με έψαχνε, προχθές. Ήμουνα λέει σε μια μεγάλη πόλη, κι όλο γύρω μου είχε αρχαία, ναούς, χαλάσματα…
Έτσι δεν είναι?




* * * * * * *

10.10.07

η μοναξιά μας


Και μετά έχει πιο χειρότερα, κι όσο λες πως πιο κάτω δεν έχει, τόσο βλέπεις να εξευτελίζεται στα μάτια σου ο άνθρωπός σου.
Εγω θέλω να πιστεύω πως δεν καταλαβαίνουν τι τους συμβαίνει. Θέλω.
Όμως με τα ίδια μου τα αυτιά άκουσα το μπαμπά μου να μου λέει, ένα βράδυ που ήμασταν οι δυό μας κι έτσι δεν έχω μάρτυρες, και γιαυτό χρειάζεται να με πιέσω για να παραδεχτώ ότι είναι αλήθεια και πως δεν είναι της φαντασίας μου, πάνω που τον είχαμε πως πια δεν καταλάβαινε τίποτα, πως μας έβλεπε όλους ξένους.
Είχαν φύγει οι φίλοι μας, τους χαιρέτησε ευγενικά ακολουθώντας μας στην πόρτα: "γειά σας, γειά σας", όλος χαμόγελο. Καταλάβαινες πως δεν καταλαβαίνει ποιούς χαιρετάει, μα πως καταλαβαίνει ότι φεύγουν κάποιοι, και πρέπει να είναι ευγενικός οικοδεσπότης.
Την ευχαριστήθηκε την παρέα εκείνο το απόγευμα, κι ας μη γνώριζε ποιοί είμαστε και τι λέγαμε. Είχε καιρό να είναι σε χώρο άλλο απο το σπίτι τους με τη μαμά, είχε καιρό να είναι σε χώρο με νέους ανθρώπους που κουβεντιάζουν.
Κι εγώ, χάθηκε ο κόσμος να τον έπαιρνα στο σπίτι μου συχνότερα? Έπρεπε να φτάσει στο αμήν η μαμά, να πει πάρτον λίγο, ένα Σαββατοκύριακο, γιατί κουράστηκα, να ξεκουραστώ, να κοιμηθώ, να ξαναβρώ και το δικό μου μυαλό γιατί ώρες-ώρες πάει να χαθεί κι αυτό μαζί με το δικό του...
Τι, βάρος ήτανε? Σαν παιδάκι με ακολουθούσε μέσα στο σπίτι, ντρεπότανε που δεν μπορούσε να φάει μόνος του κι έπρεπε να τον ταίσω, ήθελε τότε να είμαστε οι δυό μας μόνοι, στην κουζίνα.
Ποιός να τόλεγε κυρ Γιάννη πως θα δεχόσουν καλεσμένους με τις μπιζάμες, εσύ που τρελαινόσουνα για το καλό ντύσιμο, που έβαζες κουστούμι ραμένο στα μέτρα σου στο ράφτη, με το γιλέκο του απο μέσα, για να βγεις για εφημερίδα τις Κυριακές?
Δεν μπορεί, δεν θα καταλάβαινε. Αν καταλάβαινε θα είχε γίνει πολύ χάλια.
Όταν έφυγαν λοιπόν, και τον οδήγησα στο κρεβάτι του, και τον σκέπασα και τον χάιδεψα για να κοιμηθεί-γιατί να μην τον έχω χαιδέψει περισσότερο? άραγε χόρτασε χάδια στη ζωή του? Ήταν απο τους αυστηρούς, τους απόμακρους όταν είμασταν μικρές, δεν ήταν για πολλά πολλά, για αγκαλιές και γέλια. Μόνο οι δρόμοι του άρεζαν, να οδηγάει-αυτό με το οδήγημα το πήραμε και οι δύο οι κόρες του, οι κατά τα άλλα ακοινώνητες: να μας αρέσουν οι δρόμοι, να οδηγάμε, να πηγαίνουμε, να κοιτάμε.
Ανεβαίναμε λοιπόν στο αυτοκίνητο και πηγαίναμε, όλη μέρα, με ελάχιστες στάσεις, και η μαμά γινότανε μπαρούτι και ορκιζότανε πως ποτέ πια δεν θα ξανάρθω μαζί σου εκδρομή, και πάλι πονοκέφαλο είχε, τόσες ώρες στο αυτοκίνητο, στην άκρη του κόσμου... Στο δέυτερο πόδι της Χαλκιδικής ανοίγανε το δρόμο τότε, κι ο μπαμπάς ήθελα να δει ως που πάει, και να πιάσει καμιά κουβέντα με τους ντόπιους, να ρωτησει πόσο πάει το μέτρο εδω, να ξετρυπώσει και κανένα γνωστό-που παντού του βρισκότανε τέτοιοι, τόσο κοινωνικός που ήταν! Μονο μετά απο χρόνια είπε η μαμά, σαν το μπαμπά σας δε γίνατε, κοινωνικές, να βρίσκετε τις άκρες με τα δημόσια και της υπηρεσίες. Εκείνος πάντα τα κατάφερνε...
Όταν έσβησα το φως λοιπόν, κι έκατσα λίγο δίπλα του, σχεδόν ψηλαφιστά, ψάχνοντας να βρει τα λόγια, μου είπε, με ρώτησε, εγώ δεν ήμουν έτσι, πως έγινα έτσι, πως έγινα... Δεν ήμουν έτσι εγώ, ήμουν? Μα πως έγινα?
Προσπαθώ απο τότε να τα σβήσω απο τα αυτιά μου αυτά τα λόγια, να κάνω πως δεν υπήρξαν, πως δεν τα άκουσα, πως τα φαντάστηκα ίσως ότι θα τα σκεφτόταν. Μα κοροιδεύω τον εαυτό μου. Εκεί ήμουν και τα άκουσα. Και δεν θέλω να είναι αλήθεια.


* * * * * * *

5.10.07

...απ' το πρωί φαίνεται!


Επτά το πρωί. Σήμερα.
Είναι μέρες τώρα που βλέπω αυτό το σκύλο να κάθεται με τη μουσούδα απλωμένη πάνω στα μάρμαρα και να χαζέυει α τ ά ρ α χ ο ς τον κόσμο που τον προσπερνάει βιαστικά. Προσπέρασα κι εγώ τη ντροπή και την αμηχανία του να βγάλω τη μηχανή και να κάνω τον τουρίστα πρωινιάτικα, και ιδού!

(Τα γραφικά που δεν είναι καθόλου γραφικά, δεν θα τα σχολιάσω. Τα προσπερνώ κι αυτά.)


* * * * * * *

2.10.07

Σεμινάριο με παράθυρο με θέα

Εναλλακτικά:
Ημερολόγιο: πως πέρασα το πρωινό μου χθές,
ή
Αθήνα: γωνιές που δε σου γεμίζουν το μάτι αλλά την καρδιά.

Το διαμέρισμα, με την πρώτη ματιά μου φάνηκε ακατοίκητο. Μετά πρόσεξα την μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα (του σαλονιού?) απ’ όπου ανέμιζε η άκρη μιας κουρτίνας. Μετά πρόσεξα πως το παλιό πλαστικό καλάθι δίπλα στην πόρτα (της κουζίνας?) ήταν γεμάτο ξερά κρεμμύδια. Μετά βγήκε μια ηλικιωμένη κυρία, μ’ ένα πράσινο καφτάνι και σαγιονάρες φορεμένες με κάλτσες, μ’ ένα πιατάκι στο χέρι. Σιγά-σιγά, ρίχνοντας ένα-ένα τα κομμάτια, τάισε τα γατάκια του ισογείου.


* * * * * * *

30.9.07

ποιά δίαιτα;

Dolce vita με φαγητά αυτές τις μέρες...

The Waitress στις Νύχτες Πρεμιέρας. Και δεν θέλω να πω τίποτε για την υπόθεση, όχι γιατί δεν είναι θαυμάσια, αλλά γιατί δεν έχει νόημα παρά αν τη δει κανείς-ελπίζω ειλικρινά να βγει στις αίθουσες. Αυτό που θέλω να πω μόνο, είναι πως σ' όλη την ταινία η πρωταγωνίστρια φτιάχνει πίτες: γεμιστές, γλυκές, αλμυρές, περίεργες, όπως νιώθει κι ότι ζει κάθε φορά. Υπέροχο!

No Reservations. Λάβ στόρυ στην Νέα Υόρκη, που δε συνάντησε τις προσδοκίες μου. Ίσως γιατί το βρήκα πιο πολύ δράμα παρά λαβ στόρυ.

Μα καλυτερότερη ταινία απ' όλες η Ratatuille, γιατί ο αρουραίος είναι μπλε με ρόζ μυτούλα και γλυκύτατος, και το Παρίσι ζωγραφισμένο είναι ακόμη πιο υπέροχο από το κανονικό!

* * * * *

Επίσης, ένα θαυμάσιο βλογ με συνταγές που κάνουν πιο όμορφη τη ζωή, και το ανακάλυψα μόλις πρόσφατα: το hungry for life.

Μια έξοδος για φαγητό στο Γκάζι, απέναντι απο το σταθμό του Κεραμεικού, με καλή παρέα, πολύ καλός τρόπος να ξεπεράσεις τους φόβους σου: κοιτάζοντάς τους κατάματα.

Ένα θεικό κοτόπουλο με σάλτσα κάρυ και ρύζι, που ταιριάζει θαυμάσια με ταινίες ινδικές, γιαπωνέζικες, με Ταρκόφσκι αλλά και με ιταλικές: όμως δεν ξέρω να πω τη συνταγή, εγώ είμαι αυτό το ήμισι που τρώει βλέπωντας την ταινία!


* * * * * * *

9.9.07

Έτσι, τρεις ήμασταν….

διαφορετικές και ίδιες μαζί.


Θέλω να γράψω για τη χθεσινή μέρα. Αλλά πάλι, δεν θέλω να γράψω τίποτα προσωπικό.

Όμως, ποιος να το ‘λεγε πως η Ελευσίνα είναι τόσο όμορφο μέρος?

Μπορεί να περάσαμε τόσο όμορφα γιατί η μέρα ήταν πανέμορφη από μόνη της, δεν ήθελε και πολλή προσπάθεια για να νιώσει κανείς καλά: ο ήλιος ήταν ανοιξιάτικος, οι σκιές δυνατές, η θάλασσα πιο μπλε από καλοκαιρινή.

Μπορεί πάλι να ήταν που από αργά το πρωί μέχρι νωρίς το απόγευμα, ανάμεσα στον καφέ δίπλα στο κύμα και στο φαγητό δίπλα «στα αρχαία», παίξαμε τους εαυτούς μας, στη σκηνή της δικής μας ζωής.

Χθες λοιπόν, δεν πήγαμε σε παράσταση με τις «φίλες μου του θεάτρου». Πήγαμε «για καφέ».




* * * * * * *

4.9.07

little house in...the west



Τελικά ο Λιούκ Μακέχαν (από το πώς ανακαλύφθηκε η Δύση) παντρεύτηκε τη Λώρα (από το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι), και ζουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα….




Εδώ και ολίγη ώρα έχω ένα μεγάλο ερωτηματικό στο κεφάλι μου, (τόσο που σχεδόν το βλέπω!), γιατί δυσκολεύεται να χωρέσει μέσα του αυτός ο…συνδυασμός!
Ενώ η λογική της ηλικίας μού λέει πως φυσικά, είναι εντελώς φυσιολογικό, δυσκολεύομαι ακόμη να γεφυρώσω μέσα μου αυτούς τους δύο ανθρώπους!
Ήμουν στο δημοτικό-σχεδόν συνομήλικη της Λώρας όταν βλέπαμε (τα απογεύματα?) το μικρό σπίτι στο λιβάδι, και έφηβη όταν έβλεπα το πώς ανακαλύφθηκε η Δύση. Τότε, μεγαλύτερη γαρ, ξέκλεβα ώρες διαβάσματος και ύπνου κάθε βράδυ για να το δω, μα πια ούτε που θυμάμαι αν ήταν καθημερινό ή εβδομαδιαίο… Ναι, νομίζω πως κάθε Δευτέρα βράδυ ήταν, ή κάνω λάθος άραγε? Θυμάμαι όμως πως ήταν η απόλαυση της εβδομάδας μου: καθισμένη στην καρέκλα της κουζίνας-εντελώς άβολα, με τα τετράδια αραδιασμένα στο τραπέζι της κουζίνας, με τα πόδια ακουμπισμένα ψηλά στον τοίχο, να τραμπαλίζομαι και να ανακαλύπτω τη Δύση! Σαν να με βλέπω τώρα δα, στην κουζίνα με τα κίτρινα πλακάκια, τώρα το μπορώ, τώρα θυμάμαι άχρηστες λεπτομέρειες όπως την καφέ καρέκλα και τα καφεκίτρινα πλακάκια, και τον ενοχλητικά χαμηλό φωτισμό του δωματίου, ενώ τότε δεν είχα μάτια παρά για τους Μακέχαν, έμπαινα μέσα στην τηλεόραση…

Να είναι καλά οι άνθρωποι, μ’ έκαναν να αναπολήσω…

Στο επόμενο επεισόδιο θα μιλήσω για τον Άγιο, που τον βλέπαμε με καθαρές μπιζάμες, και τα μαλλιά τυλιγμένα σε πετσέτες-μόλις βγαίναμε από το Σαββατιάτικο μπάνιο, απόγευμα, καθισμένες ανάμεσα στη σόμπα και το τραπέζι της κουζίνας, με τσάι και φρυγανιές…

*Το δεύτερο πληθυντικό είναι για την αδελφούλα μου, που ήταν πάντα μαζί μου σε όλα αυτά, και σε όλα τα άλλα επίσης, και ακόμη είναι.


* * * * * * *

2.9.07

Mental multivitamin


Μεταφράζω παρακάτω ένα μέρος από το ποστ της 31 Αυγούστου του αγαπημένου μου μπλογκ Mental multivitamin. Γιατί εκτός που είναι γεμάτο θετικές σκέψεις και βιβλία, και φθινόπωρο και ηρεμία, είναι ο τρόπος που είναι γραμμένο που γέμισε την καρδιά μου και θέλησα να μοιραστώ.
Γιατί λέει πώς εκτός από μαρμελάδες και σάλτσες, μπορείς να μαζεύεις εικόνες και σκέψεις, για τους χειμώνες.
Και γιατί μου έφερε στο νού αυτό, που με συντροφεύει πάντα: ...food for thought...never alone...

Παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες μου για το αντίθετο, φαίνεται πως το καλοκαίρι έχει, στην πραγματικότητα, τελειώσει… ή, ακριβέστερα, αργοπεθαίνει μπροστά στα μάτια μου.

Θα μελετήσουμε έξω σήμερα.
Θα εξασκηθούμε μετά το φαγητό.
Θα διαβάσουμε στον ήλιο.
Θα φύγουμε με βιβλία και κουρελούδες και φαγητό, στα επόμενα τέσσερα λεπτά αφότου πατήσω το «publish post».

Θα πάμε και θ’ αποθηκεύσουμε αυτές τις βουτυρένιες-κίτρινες-ηλιόλουστες μέρες, για εκείνα τα κρύa πρωινά του Ιανουαρίου, που τα πάντα γίνονται γκρίζα, τόσο απότομα και ολοκληρωτικά που κάνουν τον κάθε ένα να βογκάει με μια λυπημένη έκπληξη.

Και θα είμαστε εκεί τότε, με τις κατάλληλες λέξεις και τις πιο χαρούμενες σκέψεις, επειδή σήμερα πάμε να τις μαζέψουμε.




* * * * * * *

31.8.07

μαζί σου είναι εδώ

Αχ, μετράμε τα χρόνια
και κάνουμε τομές εδώ κι εκεί
και σταματούμε κι αρχίζουμε
και διστάζουμε μεταξύ των δύο.
Αλλά πόσο είναι ενιαία, όσα μας συναντούν,
πως συγγενεύουν μεταξύ τους,
γεννιούνται και μεγαλώνουν και διαμορφώνονται
και κατά βάθος εμείς δεν έχουμε παρά
να είμαστε εδώ,
με απλότητα, έντονα,
όπως η γη είναι εδώ,
καταφάσκοντας τις εποχές,
φωτεινή και σκοτεινή και ολόκληρη μέσα στο χώρο,
μη ζητώντας να αφεθεί σε κάτι άλλο,
παρά στο δίχτυ ων επιρροών και των δυνάμεων,
που μέσα του τα αστέρια νιώθουν ασφαλή.


*Rainer Maria Rilke "Γράμματα για τον Cezanne"
(εκδόσεις Ροές, μετάφραση Κωνσταντίνας Ψαρρού)

**Longstone Lighthouse





* * * * * * *

28.8.07

07:00 π.μ.

Σήμερα η Μαρία Αντουανέτα άργησε ένα τέταρτο να φύγει από το σπίτι για τη δουλειά της το πρωί. Έτσι έμαθε πως οι χειρονάκτες (σικ) που περιμένουν καθισμένοι στα πόδια τους, με τα σάντουιτς στο χέρι τυλιγμένα σε μπλε σακούλες σούπερ μάρκετ και τις σχολικές τσάντες στον ώμο, που περιμένουν λοιπόν κάθε πρωί στο πεζοδρόμιο, έξω από το πολυκατάστημα με τα είδη υγιεινής, ΔΕΝ περιμένουν τον συνάδελφο με το αυτοκίνητο να περάσει να τους πάρει για τη δουλειά. Περιμένουν για δουλειά, απλώς. Απλώς για δουλειά.

Δώδεκα άνθρωποι έσκυψαν στα παράθυρα του αυτοκινήτου που σταμάτησε, οι δύο μπήκαν αμέσως μέσα, ο ένας ξαναβγήκε αμέσως έξω-δεν συμφώνησε με τους όρους φαίνεται. Τους υπόλοιπους τους άφησα να παζαρεύουν ακόμα, γιατί άναψε το φανάρι κι έπρεπε να ξεκινήσω.

*Την φωτογραφία την έβγαλα προ μηνός, σε μια βόλτα στους δρόμους του Windsor (!).




* * * * * * *

26.8.07

μαζί σου είναι σαν με καθαρό νερό...

Πόσες φορές στην ζωή σου φοράς μια μπλούζα; Την αγαπημένη σου; Πολλές; Πόσες; Εκατοντάδες; Χιλιάδες; Αμέτρητες;

Πόσα χρόνια θα ζήσεις; Θα είναι ποτέ αρκετά; Φτάνουν άραγε για να χορτάσεις την αίσθηση που σου προκαλεί ένα συγκεκριμένο κομμάτι ύφασμα;

Σήμερα έμαθα πως ένα ρούχο μπορεί και να το φοράς για την αίσθηση που έχεις στην επαφή του με το δέρμα σου, που μπορεί να είναι τόσο ευχάριστη ώστε η κατάστασή του να μην έχει πια τον πρωτεύοντα ρόλο.

Γιατί το πώς αισθάνεσαι είναι που έχει σημασία, αυτό είναι που μας ζεσταίνει, που μπορεί να κάνει την καρδιά μας να φουσκώσει, να μας ανθίσει, να μας πάει παραπέρα στη ζωή. Όταν χαθούμε στο πως φαινόμαστε, ε, τότε δεν έχει άλλο να πεις, παρά το ότι χανόμαστε κυριολεκτικά.

Μέχρι να καταλάβω τι γίνεται στη ζωή-και ν’ αρχίσω να ζω, έγινα κιόλας εβδομήντα έξη, κι έχω βγάλει το εισιτήριο, περιμένω στη σειρά να με καλέσουν… Εσείς μην κάνετε έτσι, να ζήσετε, από τώρα…

*Το ρούχο είναι μια βαμβακερή μπλούζα με άσπρες και πράσινες ρίγες.

**Η τελευταία παράγραφος δεν έχει καμία σχέση με τα προηγούμενα εκτός του ότι την άκουσα κι αυτήν σήμερα, και βρήκα πως είναι εντελώς σχετική με τα προηγούμενα…




* * * * * * *

18.8.07

athens by night


Μα, είναι δυνατόν να μιλούσαμε δύο άτομα επί τέσσερις ώρες?
Είναι.

Γίνεται να κλείνεις τα 41 και να μπαίνεις στα 42, και να μη σε απασχολεί ούτε το πριν, ούτε το μετά (ούτε το πάτωμα που θέλει σφουγγάρισμα), παρά μόνο το τώρα?
Γίνεται.

Μπορεί ο λόγος που δεν θέλω καθόλου να πάω πίσω, να είναι ότι φοβάμαι πως θα πονέσω?
Μπορεί.

Εγώ είμαι αυτό το ευπροσάρμοστο (χα!) άτομο που ζει εδώ και μήνες χωρίς τα βιβλία του, χωρίς τη μάσκαρα και ένα πλήθος ακόμη αντικειμένων κάποτε ζωτικών για την επιβίωσή του (εδώ πάλι χα!), και δεν τρέχει τίποτε?
Εγώ είμαι.

Χωράνε σκέψεις κι εμπειρίες χρόνων σ’ έναν καφέ απέναντι από την Ακρόπολη?
Χωράνε, ναι.

(Ο Κρόνος-επιτέλους-είναι με το ένα πόδι έξω από τον Λέοντα.)




* * * * * * *

9.8.07

Η Πολυάννα έχει πάει διακοπές


Καταμεσής κατακαλόκαιρο, τώρα που είμαστε λίγοι, και νιώθω πιο ήσυχη πως κρύβομαι καλά πίσω από το δάκτυλό μου, θέλησα να μοιραστούμε την παραπάνω φωτογραφία-πρόκληση.

Πρόκληση μεγάλης τρυφερότητας, τρεμουλιάσματος στη καρδιά, και συνομιλίας με τα μωράκια της φωτογραφίας στον υπολογιστή-το σπίτι άδειο. Από εκείνα τα λόγια-ήχους που βγαίνουν αυτόματα από μέσα σου όταν βλέπεις τόσο αέρινα/σάρκινα μικράκια, και δεν είχες ποτέ δικό σου για να σε προσγειώσει στην πραγματικότητα.

Η Έλενα μου είπε σήμερα, όπως και πολλές άλλες μου έχουν πει εξάλλου, δεν ξέρω αν είναι καλύτερο να κάνεις παιδιά ή να μην κάνεις, είναι πολύ δύσκολο, πέρασα πολλά δύσκολα χρόνια, τώρα πέρασαν μα, τώρα δεν θα το ξεκινούσα, ήταν που ήμουν κάτω από τα τριάντα, λίγο ανέμελη και εντελώς ανυποψίαστη, έτσι μπόρεσα και τα έβγαλα πέρα.

Και είναι κι άλλα τα νέα. Ένας μικρός που έπαθε όσα φέρνει η ώρα προχθές στη θάλασσα και δεν θέλω να μάθω λεπτομέρειες, η γιαγιά του Φώτη που πέθανε χθες (χθες το είδα) στο παρά πέντε, ο κύριος Μπέργκμαν που πέρασε πέντε πενταετείς γάμους για να βρει τη γυναίκα που θα τον συντρόφευε στα επόμενα 24 χρόνια-και μετά την έχασε αλλά δεν την έχασε, την ένιωθε δίπλα του ακόμη κι ανυπομονούσε να την συναντήσει .

Επίσης η Χρυσούλα δεν έχει παρέα να πάει να δει το Χάρυ Πόττερ στο σινεμά, κι εγώ δεν είμαι εκεί για να πάω μαζί της.

Γενικά, εκτός από ζέστη κάνει και λίγο στεναχώρια, αλλά όχι τόση ώστε να μας βάλει κάτω. Τόση μόνο όσο να ξαναβρώ τη γνώριμη γκρίνια μου-μα πως νόμισα πως την είχα χάσει?!




* * * * * * *