Θα ήθελα να αναφέρω ότι έχω τρεις φίλες στη Θεσσαλονίκη (όχι ότι έχω μόνο τρεις, έχω κι άλλες, αλλά τώρα θα αναφέρω μόνο τις συγκεκριμένες τρεις).
Στην αρχή (μιλάμε μάλλον για το 92) ήμασταν χώρια-εκείνες οι τρεις κι εγώ, και φοβόμουν ότι ήμουν ούφο, και βαρετή, και καθόλου διασκεδαστική, και πως θα τους ενοχλούσα αν πήγαινα στην παρέα τους, αλλά επειδή με καλούσανε, πήγαινα μερικές φορές, στη Seagull, για καφέ, τα μεσημέρια Σαββάτου. Και ήταν πολύ ωραία-συνήθως.
Μετά-δε θυμάμαι πως και πότε έγινε η αλλαγή, γίναμε σαν τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού, πακέτο, μια περίεργη ισορροπία και ανισορροπία μαζί. Πίναμε καφέ κάθε (ΚΑΘΕ) Σάββατο γύρω στις 12 το μεσημέρι, στον Ανατολικό. Είχε πλάκα, ήταν το πιο σταθερό σημείο της εβδομάδας μου, ήταν η σανίδα σωτηρίας της εβδομάδας μου μερικές φορές. Η προσέλευση στο ραντεβού ξεκινούσε λίγο πριν τις 12 και συνεχιζόταν μέχρι αργά το μεσημέρι, και σιγά-σιγά διευρύνθηκε, και περιέλαβε κι άλλους, συντρόφους, φίλους, φίλους φίλων, γνωστούς…
Αλλά είχαμε ανάγκη το «οι τέσσερις μόνες μας», και το επιδιώκαμε, και για να το πετύχουμε αλλάζαμε ώρες, και μέρη, και συχνά το πετυχαίναμε, και μερικές φορές ήταν πολύ ωραία, και μερικές φορές ήταν χάλια, αλλά γενικά ήταν πιο πολύ ωραία παρά χάλια.
Και καθώς περνούσαν τα χρόνια, έγιναν διάφορα: γάμοι, και παιδιά, και διαζύγια, παρεξηγήσεις και εξηγήσεις, γέλια και κλάματα, κουβέντες ανά δύο ή ανά τρεις όταν μια από όλες περνούσε φάση. Και μερικές φορές βοηθούσαμε πολύ η μία την άλλη-γιατί βοηθάει πολύ όταν ξέρεις τον άλλον χίλια χρόνια, και έχεις την διάθεση και τον τρόπο να τον βοηθήσεις. Και μερικές φορές κάναμε εντελώς χάλια η μία την άλλη, γιατί άμα ξέρεις τον άλλον χίλια χρόνια, ε, κάποτε δεν αντέχεις πια το ότι είναι έτσι όπως είναι και δεν αλλάζει, όσα χρόνια κι όσες κουβέντες κι αν περάσουν.
Μια πρωτοχρονιά, κόψαμε και βασιλόπιτα οι τέσσερις, στον καφέ μας-το 2006 πρέπει να ήταν.
Τα τελευταία χρόνια κουβαλούσα πάντα τη φωτογραφική μηχανή και βγάζαμε φωτογραφία κάθε φορά που βγαίναμε-για να παρακολουθούμε πως εξελισσόμαστε, πως παχαίνουμε και (δεν) αδυνατίζουμε, πως μεγαλώνουμε, πως γελάμε, πως στολιζόμαστε όταν συναντιόμαστε, χειμώνα και καλοκαίρι.
Οι συναντήσεις μάλλον αραίωναν με τα χρόνια-λόγω υποχρεώσεων, και λόγω κούρασης να πω? Αλλά συχνά και λόγω της στραβωμάρας που σε πιάνει με τα χρόνια, και θέλεις να μείνεις μόνος με τον καημό σου-να μη συναντηθείς με ανθρώπους που σε βλέπουν σαν διάφανο, να τον παλέψεις μπας και τον φέρεις βόλτα μόνος σου. Γιατί ξεχνάς τότε το with a little help of my friends. Μόνο δε θέλεις να δεις στα μάτια τους την απογοήτευση, ότι "τόσα είπαμε, τόσα χρόνια, κι ακόμα, ακόμα τα ίδια?".
Λιγότερες λοιπόν, οι συναντήσεις, αλλά πολύ πιο ουσιαστικές!
Οι καλύτερες? μια ωρίτσα το μεσημέρι, στα κλεφτά ανάμεσα στην επιστροφή από τη δουλειά στο σπίτι, ραντεβού κλεισμένα την τελευταία στιγμή, στα γρήγορα και στο πόδι.
Μετά εγώ έφυγα και δεν ξαναγύρισα πίσω από τότε.
Και, το ξέρω ότι δεν τα είπα όλα, ούτε καν τα μισά-δεν θα χωρούσαν όλα εδώ μέσα, εξάλλου, και επίσης ξέρω ότι δεν επέλεξα καν τα σημαντικά, ούτε όμως παρέλειψα κάτι επί τούτου.
Ήταν μόνο μια απάντηση σ αυτό:
ΡΕ Μ............, ΔΙΑΒΑΖΩ ΤΑ ΜΠΛΟΚ ΣΟΥ
ΕΙΣΑΙ ΠΟΛΥ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΗ , ΤΡΕΛΑΘΗΚΑ ΜΕ ΤΑ ΓΥΜΝΑ ΠΟΔΙΑ ΣΤΟ ΠΑΤΩΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΠΑΝΕΛΑΔΙΚΩΝ.
ΜΟΥ ΘΥΜΙΣΕΣ ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΠΟ ΤΑΙΝΙΑ ΣΑΝ ΤΟ PEPERMINT.
Μ ΑΡΕΣΕΙΣ ,ΜΟΝΟ ΠΑΙΡΝΕ ΚΑΝΕΝΑ ΤΗΛ. ΟΧΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΣΕ ΝΑ ΕΡΘΕΙΣ.
Α ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΑΣ ΑΝΑΦΕΡΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΑ ΜΠΛΟΚ ΣΟΥ
ΧΑ ΧΑ ΦΙΛΙΑ (Στα λουτρά-τόσες φορές, δεν βγάλαμε καμία φωτογραφία, και έτσι αναγκάστηκα να καταφύγω σε υποκατάστατο...)
* * * * * * *