12.2.06

Να γράφεις σαν να μπορούσες πράγματι να γράψεις

Ανοιχτή επιστολή στον Oldboy

Αγαπητέ Oldboy,
Όταν έγραψα (και πόσταρα) το Σημειώσεις ζωής του Μπάνιγκ Κόκ*
δεν ήξερα ακόμη ακριβώς το γιατί.
Ήμουν μόλις μερικών ημερών βλόγερ, και διάλεξα να μοιραστώ δημοσίως μια απορία που υπήρχε μέσα μου από χρόνια : γιατί γράφουμε? Εγώ, εσύ, εσείς, όλοι όσοι δεν είναι επαγγελματίες της γραφής…
Διότι κι εγώ όπως και άλλοι (ναι, το φανταζόμουν ότι υπήρχαν κι άλλοι, μόνο που δεν ήξερα ότι είναι τόσο πολλοί…), γράφω, γράφω συνεχώς, χαρτάκια, κειμενάκια, σημειώσεις, εργασιούλες, όλα άνευ ουσιαστικού λόγου, αφού κανείς από τους οικείους μου δεν τα συμμερίζεται, ούτε τα διαβάζει, ούτε καν με συνερίζεται …

Το κείμενο «να κρατάς σημειώσεις….», έπεσε στα χέρια μου γύρω στο 1990, ήταν τυπωμένο κάτω-κάτω σε ένα ασπρόμαυρο εβδομαδιαίο έντυπο για τον κινηματογράφο που κυκλοφορεί ακόμα στη Θεσσαλονίκη (ναι, τον Εξώστη εννοώ), το έκοψα και έκτοτε με ακολουθεί ακόμη - κουρελάκι πια…
Τότε δεν είχα καταλάβει ποιο σημείο χτύπησε μέσα μου το κείμενο, όμως η έκφραση «να γράφεις, για το καπρίτσιο της αδυναμίας στο γράψιμο...» ρίζωσε μέσα μου, ήταν η παρέα μου για χρόνια.

Ήταν ο κύριος Ηλίας Κουτσούκος λοιπόν, -εν αγνοία του φυσικά-, πρώτος πριν 15 χρόνια, που μου φανέρωσε το ερώτημα που υπήρχε μέσα μου : γιατί γράφω?
Και ταυτόχρονα με εξέπληξε-ώστε δεν ήμουν η μόνη λοιπόν? (ως άλλη Μαρία-Αντουανέτα:ώστε μπορούν και οι απλοί άνθρωποι του λαού να ξέρουν την ευτυχία? ή αλλιώς «ο εγωισμός της νεανικής ηλικίας»…).
Πρόσφατα ο Κοσμάς Βίδος με την επιφυλλίδα του στο Βημαgazino με πήγε παραπέρα : «ένας συνηθισμένος άνθρωπος- σ εμένα μιλάτε? Καταγράφει τις σκέψεις του. Όχι για να μην τις ξεχάσει. Για να τις ξορκίσει!».
Τότε επιβεβαιώθηκε η υποψία μου ότι μάλλον επρόκειτω περί κάποιου είδους αυτοψυχανάλυσης, και τέλος πάντων αφού δεν ήταν κακό, μάλλον καλό θα ήταν…
Το Dedication σου-σε συνδυασμό με τον «θαυμαστό κόσμο των Βλόγερς» που ανακάλυψα μόλις πριν δύο μήνες, με πήγε ακόμη πιο πέρα, σχεδόν στο τέρμα θα τολμούσα να πώ…

Το κείμενό σου ήταν για μένα το κερασάκι, η ποιητική έκφραση της απάντησης που βρήκα με τα χρόνια και επιβεβαιώθηκε μέσα στον θαυμαστό (επαναλαμβάνω διότι τον απολαμβάνω) κόσμο των βλογς.
Τώρα πια ξέρω ότι οι άνθρωποι γύρω μας, όσο κι αν δεν τους φαίνεται (μα που να φανεί, στο μέτωπο?!), κρύβουν κι έναν άλλο άνθρωπο μέσα τους, και μπορεί να είναι ασυγκρίτως πιο ικανοί στη σκέψη-και την γραπτή της έκφραση από μερικούς επαγγελματίες της γραφής.
Ευχαριστώ πολύ.


* * * * * * *

10 σχόλια:

mosaic είπε...

Ετσι είναι.(Νομίζω.)

Συμφωνώ απόλυτα με όσα γράφεις.

Η γραφή είναι από μόνη της μετουσιωτική. Δηλαδή, αλλάζει την ουσία. Κι αυτό την κάνει μαγική.

keep walking, lemon
(τους άτιμους τους διαφημιστές, τα χουν ισοπεδώσει όλα-το αγαπημένο μου είναι: "μεγάλωσαμε. και οι επιθυμίες μας γίναν ανάγκες")

Old Boy είπε...

Κι εγώ ευχαριστώ πολύ. Ας γράφουμε λοιπόν, καλά ή λιγότερο καλά, με ικανότητα ή χωρίς. Απλά ας γράφουμε.

Λαμπρούκος είπε...

Γράφω, γράφεις, γράφει, διαβάζουμε, διαβάζετε, διαβάζουνε.

Πόσο πολύ ταιριάζουν αυτά τα δυο. Σαν το σώβρακο με τη φανέλα...

alombar42 είπε...

Γράφτα στον αέρα. Κι αυτός θα απαντήσει. Αν όχι ο αέρας, όσοι άκουσαν τα γραπτά :)

Ανώνυμος είπε...

Ήθελα σαν απάντηση για το "για τί γράφουμε" να παραθέσω ένα κείμενο που δεν έχω βάλει στο blog μου (και ούτε πρόκειται) μα απαντάει με τη δικιά μου ιδέα το ερώτημα. Μα είναι μεγάλο και δεν θέλω να κάνω κατάχρηση του χώρου σου χωρίς την άδειά σου.

lemon είπε...

Παρακαλώ, ανώνυμε, ο χώρος δεν μου ανήκει, παραχωρημένος είναι και σε μένα, δεν έχω δικαιώματα επάνω του, μπορείτε να εκφραστείτε ελεύθερα.

orlando είπε...

Κατ αρχήν γοητευμένος από το blog σας, αισθητικά.. Δεν ξέρω γιατί με συνεπήραν τόσο οι εικόνες που επιλέξατε... Στα ζόρικα τώρα:Γράφουμε όσοι δεν μπορούμε ν αναπνεύσουμε με άδηλο αναπνοή. Βγάζουμε τη γλωσίτσα μας, λαχανιασμένα έξω και ο Λόγος μας είναι σαν τον ιδρώτα αυτών που μπορούν και ιδρώνουν... Ετσι το νοιώθω εγώ. :)

Ανώνυμος είπε...

Τούτα τα λόγια που έγραψα και γράφω εδώ τα έγραψα περισσότερο μπροστά στον υπολογιστή μου, δυο τρεις φορές στο πρωινό πλοίο για το τάδε ανώνυμο νησί ή στο λεωφορείο, κάποτε και μέσα σε ένα καφέ ή ένα μπαρ, όταν ήταν σαφές το τί ήθελα να γράψω και έψαχνα τον λόγο τον καίριο.

Ακούγοντας συνεχώς το μουσικό κομμάτι που συντρόφευε τα λόγια και,
όταν συνεπαιρνόμουν απ' τις εικόνες,
τις έννοιες που καταφτάναν σα χείμαρρος, μη ακούγοντάς το πια.

Μόνος, μέσα σε μια μοναξιά όμως σαν αυτή που περιγράφει ο Ρίλκε
στο γράμμα του προς τον Κάππους το Δεκέμβρη του 1903 όταν λέει:
"Νά 'σαι μονάχος - όπως ήσουν μονάχος στα παιδικά σου χρόνια όταν οι μεγάλοι πηγαινοέρχονταν, μπερδεμένοι σε πράγματα, που σου φαίνονταν σοβαρά και σπουδαία μόνο και μόνο επειδή αυτοί ήταν τόσο πολύ απασχολημένοι μαζί τους κι επειδή εσύ δεν καταλάβαινες τίποτα απ' ό,τι έκαναν."
Και σε μια άλλη. Αυτή της πρώτης, δεύτερης, τρίτης ή τέταρτης πρωινής ώρας, που όλοι μοιάζουν μες στο νου μου να απολαμβάνουν την αγκάλη του Μορφέα και μόνο εμένα να έχει αποδιώξει φαίνεται λόγω της ανησυχίας μου.
Μιας αίσθησης ανεκπλήρωτης ζωής που δεν μ' αφήνει να βάλω τέλος στη μέρα μου, να πέσω για ύπνο.

Και σιγά σιγά, γράφοντας, στοχαζόμενος μέσα στη νύχτα που ερεθίζει τη φαντασία, που ξελευτερώνει τις θύμισες, που μεγεθύνει την εικόνα των πραγμάτων, τα συναισθήματα και τις επιθυμίες, κατεύναζα το θεριό που πεινάει για δημιουργία, για ζωή και χαλάρωνε τα δόντια του από την καρδιά μου.

Κι ό,τι έγραφα, λιγότερο έμοιαζε με κριτική μουσικής ή λογοτεχνία και περισσότερο με αλληλογραφία.
Άστοχη λέξη το αλληλογραφία, αφού δεν ήταν γραφή αλλήλων, σε αυτά που έγραφα δεν είχα απαντητική επιστολή.
Καλύτερα να γράψω πως έμοιαζε με μια επιστολή προς όλους που εκείνη την ώρα ήθελα κοντά μου μα ο Μορφέας ή κάποιος άλλος θεός κρατούσε μακριά.

Η Γαβριηλία έλεγε ότι όταν γράφεις σε κάποιον είναι σαν να είναι εκεί, και να μην είναι.

Έτσι και εγώ, γράφοντας, ήμουν σαν μόνος μου και δεν ήμουν. Και αυτοί στους οποίους απευθυνόμουν, ίσως ήταν μόνοι τους και δεν ήταν.

Ήμασταν συντροφιά ο ένας στον άλλο χωρίς να το ξέρουμε.

Δεν μάθανε οι αποδέκτες ότι τους απηύθυνα το λόγο. Ξέχναγα και εγώ το πού απευθυνόμουν χαμένος σε κόσμους μακρινούς, τόσο προς τα έξω, όσο εντός μου. Με αφορμές τόσο "μικρές" όσο "μεγάλες".

Ξεχνώ.

Αυτό είναι το μεγαλύτερό μου αμάρτημα.

Ή μπορεί κανείς να πει, δείχνοντας εύνοια προς το πρόσωπό μου, όχι πως ξεχνώ, μα πως ξεχνιέμαι, πως αφαιρούμαι. Σαν ονειροπαρμένος, αφοσιώνομαι σε κάτι, ή κάποιον, και χτίζω τριγύρω του όλο τον κόσμο που εξ αιτίας του είναι έτσι, μέχρι που με πλημμυρίζει
και σ' όλο αυτό τον κόσμο μέσα χάνω, όχι μόνο το αντικείμενο, μα περισσότερο κι αυτόν τον ίδιο τον εαυτό μου.

Ακόμα και τούτη τη στιγμή που γράφω, τόσο μπορώ να απορροφηθώ από μια λέξη, -πώς δύναται να αλλάξει το χρώμα σ' ολάκερο το λόγο και το νόημα- που ενδεχομένως μέσα στο καλειδοσκόπιο των διαφορετικών λέξεων να αποσβολωθώ.
Να χάσω τους αποδέκτες των λέξεων, των λόγων από τη συνείδησή μου
μόνο για να τους δώσω την ομορφότερη απόχρωση, τον ωραιότερο φωτισμό του ουρανού που μπορώ, μεθυσμένος από και για τον ίδιο οίστρο που διαπερνά και παρασέρνει με.

Μα "Είναι στιγμές που δεν ξεχνώ." Τό 'γραψα σε μια αγαπημένη. "Και για αυτό αναγνωρίζω τον κόσμο και εσένα μαζί. Τότε σίγουρα εκτιμάω αυτό που παίρνω από εσένα όταν ερχόμαστε σε επαφή και άλλοτε, στη θύμισή σου.
Αυτή τη γλυκιά ιδέα της αντίληψης,
όχι της αντίληψης μάλλον,
παρά μιας κατανόησης,
ακόμα και χωρίς γνώση."

Μια παρόμοια αίσθηση μ' αυτή παίρνω πάντα όταν γράφω σε φίλους. Στην τελευταία παράγραφο, όσο κι αν γκρίνιαξα, όσο κι αν οργίστηκα, όσο κι αν έδειξα πίκρα ή απογοήτευση, όλα τούτα έχουν καταλαγιάσει και μεριάζουν προδομένα.
Τα σύγνεφα βρέξαν το νερό τους και απλώθηκαν, φάνηκε ο ουρανός κι αντικατόπτρισε αυτά που επειδή η ύπαρξή τους μου διέφευγε, η πιθανή απόλαυση της βροχής μου διέφευγε επίσης.

Μένουν στην τελευταία γραμμή, στην υπογραφή και στην ημερομηνία από την πρώτη, τα μάτια λίγο πιο ανοιγμένα και πιο χαρούμενα, ο κόρφος επίσης.

τάδε μ.μ. Πέμπτη, δείνα του προηγούμενου χρόνου.

"Απόψε μόνη σου μπορεί να είσαι, μα μόνο δε μ’ αφήνεις.
Και πού να σε βρω, να σ’ αγκαλιάσω και να σε φιλήσω;
Πώς ευχαριστώ να σου πω;"
---
Το μουσικό κομμάτι στο οποίο αναφέρομαι είναι το "Η πιο όμορφη θάλασσα".
Γράμματα γράφουμε.
Γράμματα σ' αυτούς, σ' αυτά, που κάποιος θεός, σα να ζούμε μιαν οδύσσεια, κρατάει μακριά μας.
Είναι ανάγκη, ναι.
Έστω, αν είναι μακρύς αυτός ο δρόμος για το "σπίτι", ας είναι γοργόφτερα τα ταχυδρομικά τα περιστέρια.

Rodia είπε...

Το πρόβλημα lemon είναι ότι μέσα μας υπάρχουν πολλοί περισσότεροι εαυτοί και όχι μονάχα ένας ακόμα..
Γράφω συχνά σα να μου υπαγορεύονται τα γραφόμενα.. μια ανάγκη που δε γίνεται να αγνοήσω.

Πολύ ωραίο το κείμενό σου, αλλά και πολύ όμορφα και τα σχόλια!

:-)

Ανώνυμος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.