Eίχε τις δικές του αγαπημένες γωνιές στη βουνοσειρά, γνώριμές του χρόνια τώρα από τους περιπάτους του-ακριβώς όπως ένας εραστής έχει τ' αγαπημένα του μέρη όπου θα μπορούσε ν' αποθέσει ένα φιλί-στον αυχένα ή στην καμπύλη του στήθους.
Εξάλλου είχε στο μυαλό του ένα πραγματικό λουλουδοκαλαντάρι που τού 'λεγε, σχεδόν με τη μέρα, ότι οι αμυγδαλιές θάχουν ανθίσει στο Κάρμι, ή τ' αγριοτριαντάφυλλα επάνω από τη Λάπηθο. Στη μνήμη του διατηρούσε ένα ζωντανό λουλουδοχάρτη της βουνοσειράς και ήξερε με ακρίβεια πού έπρεπε να πάει για τις ανεμώνες και τα κυκλάμινά του, τα βατράχια και τα νεκρολούλουδά του. Ούτε και λάθεψε ποτέ.
(πικρολέμονα, σελ.255)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πικρολέμονα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πικρολέμονα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
6.3.11
26.2.11
μια εύθυμη συγκέντρωση
Χτες το βράδι ο ήχος της ξώπορτας που έκλεινε με χαχανητά και κρυφό λαχάνιασμα, κατόπιν η φωνή του Πάντυ Λη Φέρμορ: "Παληά ρούχα 'γοράζω..." στα ελληνικά. Τον είδα να έχει αγκαλιασμένο τον Μιχαήλη από τον ώμο, που τούδειξε το δρόμο στο σκοτεινό ανηφορικό μονοπάτι. "Η Τζόαν είναι κουκουλωμένη, τρυπωμένη κάτω από τη γραμμή Πλίμσολ. Την άφησα να κάθεται στη μέση του δρόμου. Στείλε τον αρχιθαλαμηπόλο σου με κάνα κερί, ή με καμιά σέντια αν τύχει και σου βρίσκεται". Είναι μια εύθυμη συγκέντρωση σαν κι εκείνες που είχαμε στη Ρόδο.
Ύστερα από ένα θαυμάσιο γεύμα κοντά στη φωτιά, ο Πάντυ άρχισε να τραγουδάει Κρητικά, Αθηνιώτικα και Μακεδονίτικα τραγούδια.
Όταν βγήκα για να ξαναγεμίσω τη μποτίλια του ούζου στην ταβερνούλα από την άλλη μεριά του δρόμου, βρήκα το δρόμο γεμάτο κόσμο που αφουγκραζόταν με απόλυτη σιωπή μες στο σκοτάδι. Ο καθένας φαινόταν νάχει χάσει τη μιλιά του. "Τι συμβαίνει;" ρώτησα, όταν πήρε το μάτι μου τον Φράγκο. "Ποτέ μας δεν έχουμε ακούσει Εγγλέζο να τραγουδάει έτσι ελληνικά τραγούδια!".
Η ευλαβική τους έκπληξη είναι συγκινητική. Ήταν σαν να θέλανε να φιλήσουνε τον Πάντυ όπου κι αν πήγαινε.
(πικρολέμονα, σελ.118)
Ύστερα από ένα θαυμάσιο γεύμα κοντά στη φωτιά, ο Πάντυ άρχισε να τραγουδάει Κρητικά, Αθηνιώτικα και Μακεδονίτικα τραγούδια.
Όταν βγήκα για να ξαναγεμίσω τη μποτίλια του ούζου στην ταβερνούλα από την άλλη μεριά του δρόμου, βρήκα το δρόμο γεμάτο κόσμο που αφουγκραζόταν με απόλυτη σιωπή μες στο σκοτάδι. Ο καθένας φαινόταν νάχει χάσει τη μιλιά του. "Τι συμβαίνει;" ρώτησα, όταν πήρε το μάτι μου τον Φράγκο. "Ποτέ μας δεν έχουμε ακούσει Εγγλέζο να τραγουδάει έτσι ελληνικά τραγούδια!".
Η ευλαβική τους έκπληξη είναι συγκινητική. Ήταν σαν να θέλανε να φιλήσουνε τον Πάντυ όπου κι αν πήγαινε.
(πικρολέμονα, σελ.118)
25.2.11
ο κυρ Μελής
Ο κυρ Μελής ήταν μια άλλη καινούργια γνωριμία με έντονη ιδιοσυγκρασία.
Ήταν ψηλός και κοκκαλιάρης και πολύ μύωψ. Σεργιάνιζε στο χωριό λικνίζοντας χαριτωμένα το κορμί του και κουνώντας τα μακριά κομψά χέρια του σε χειρονομίες που θύμιζε κομψή κυρία στην εποχή της Μαντάμ Ρεκαμιέ. Το μακρουλό μελαχροινό του πρόσωπο με τα λαμπερά του μάτια μαρτυρούσαν μιαν αόριστη ευτυχία.
Ήταν ο νεκροθάφτης. Όμως μιας και κανένας δεν πέθαινε στο χωριό, του έμενε αρκετός καιρός για αυτοανάλυση, αλλά μιας κι ο άνθρωπος πρέπει και να τρώει, είχε στρίψει το ταλέντο του στο σκάψιμο βόθρων προς τόσα το κυβικό μέτρο.
Ήταν ο φιλόσοφος του κυρίου αποχετευτικού συστήματος. "Ποιό είναι το νόημα της ζωής;" με ρώτησε κάποτε με τραγικό τόνο φωνής που τραύλιζε. "Όλα μπαίνουν δω πέρα", υφώνοντας μια μπουκάλα κρασί στα χείλη του για μια μεγάλη ρουφηξιά, "κι όλα βγαίνουν εκεί", δείχνοντας το βόθρο που έσκαβε. "Τι νόημα έχουν όλ' αυτά;".
(πικρολέμονα, σελ.104-105)
Ήταν ψηλός και κοκκαλιάρης και πολύ μύωψ. Σεργιάνιζε στο χωριό λικνίζοντας χαριτωμένα το κορμί του και κουνώντας τα μακριά κομψά χέρια του σε χειρονομίες που θύμιζε κομψή κυρία στην εποχή της Μαντάμ Ρεκαμιέ. Το μακρουλό μελαχροινό του πρόσωπο με τα λαμπερά του μάτια μαρτυρούσαν μιαν αόριστη ευτυχία.
Ήταν ο νεκροθάφτης. Όμως μιας και κανένας δεν πέθαινε στο χωριό, του έμενε αρκετός καιρός για αυτοανάλυση, αλλά μιας κι ο άνθρωπος πρέπει και να τρώει, είχε στρίψει το ταλέντο του στο σκάψιμο βόθρων προς τόσα το κυβικό μέτρο.
Ήταν ο φιλόσοφος του κυρίου αποχετευτικού συστήματος. "Ποιό είναι το νόημα της ζωής;" με ρώτησε κάποτε με τραγικό τόνο φωνής που τραύλιζε. "Όλα μπαίνουν δω πέρα", υφώνοντας μια μπουκάλα κρασί στα χείλη του για μια μεγάλη ρουφηξιά, "κι όλα βγαίνουν εκεί", δείχνοντας το βόθρο που έσκαβε. "Τι νόημα έχουν όλ' αυτά;".
(πικρολέμονα, σελ.104-105)
23.2.11
έτσι νιώθω
Όταν ενθουσιάζομαι με κάτι, χάνω τον έλεγχο. Ο ενθουσιασμός και η χαρά μου, η ευχαρίστηση από την έκπληξη που μου προκαλεί αυτό που αισθάνομαι, είναι τόση που δεν ξέρω πού να σταματήσω, χάνω από μπρος μου το τέλος της γραμμής. Οι διακυμάνσεις ανάμεσα στο "καλό", "καταπληκτικό", "υπέροχο", "απίστευτο", "δεν ξέρω πως ζούσα πριν το διαβάσω, δεν ξέρω πως ζουν τόσοι άνθρωποι χωρίς να το 'χουν διαβάσει (ας τους το χώσω κάτω από τα μούτρα, λοιπόν...)" δεν υπάρχουν για μένα, δυσκολεύομαι πολύ να τις διακρίνω.
Έτσι συχνά γίνομαι υπερβολική, μελοδραματική, (ίσως) κουραστική, ίσως και αναξιόπιστη-για κάποιους που πιθανόν δε νιώσουν το ίδιο με μένα, ίσως τελικά και ρεζίλι (που χάνω τον έλεγχο της κατάστασης, την ισορροπία...).
Τα παραπάνω αφορούν όλους τους τομείς της ζωής μου, από ενθουσιασμούς για φαγητά μέχρι ΚΑΙ τις προσωπικές μου σχέσεις. Δυό χρώματα βλέπω: μαύρο και ροζ!
Γι'αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση, προτίμησα αντί να γράψω ένα υμνολόγιο για τον Ντάρρελλ ΚΑΙ τον Χουρμούζιο, να μοιραστώ εικόνες από το βιβλίο "τους", αφήνοντας έτσι τον καθένα να βγάλει το δικό του συμπέρασμα.
Παρόλαυτα, θα εκμυστηρευθώ ότι η πρώτη πρόταση που μου ήρθε στο μυαλό πριν τρεις μέρες που άρχισα να διαβάζω τα πικρολέμονα, και που μου ξαναέρχεται όποτε ξαναπιάνω το βιβλίο στα χέρια, είναι "πωπω, μερικοί άνθρωποι ΔΕΝ θα έπρεπε να πεθαίνουν. Θα έπρεπε να ζουν συνέχεια, για να γράφουν, να γράφουν κι άλλα, να μεταφράζουν, να γεμίζουν τον κόσμο ζωγραφιές και να κάνουν μερικούς ανθρώπους ευτυχέστερους".
Άκου τώρα! Αντί να ζητώ να ζουν για πάντα οι δικοί μου, οι πιο αγαπημένοι μου, εγώ-στο κάτω κάτω (φτου-φτου, μακριά από μας, άκου για πάντα, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα), θέλω να ζουν δυό παραμυθάδες, δυό που κατέχουν τη γλώσσα καλύτερα κι από ζωγράφοι τα πινέλα τους, που ζωγραφίζουν τον κόσμο και τα αισθήματα με όμορφες λέξεις, λέξεις που κολλάνε σα μαστίχα στο μυαλό και σε κάνουν να γυρνάς και να ξαναγυρνάς γύρω τους, να πηγαίνεις παρακάτω και να επιστρέφεις για να τις ξαναγευτείς.
Χεχε, δεν τους γλίτωσα τους λυρισμούς και τις υπερβολές, να με συμπαθάτε αλλά το ευχαριστιέμαι!
Α! Αυτά τα παραπάνω ήθελα να τα γράψω για το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο. ΚΑΙ για τις Ακυβέρνητες Πολιτείες.
Χρόνια και χρόνια γυρνάνε μέσα στο μυαλό μου, αυτός ο ενθουσιασμός σαν πυροτέχνημα, αυτός ο θαυμασμός που κάθε, μα κάθε φορά που τα ξανανοίγω με αφήνει άναυδη, αυτή η ντροπή που με συγκρατεί να μοιραστώ δημοσίως τόσες υπεροβλές. Που όμως ΔΕΝ είναι υπερβολές για μένα, είναι κυριολεξία, έτσι νιώθω.
Ε, ήρθε η ώρα.
Έτσι συχνά γίνομαι υπερβολική, μελοδραματική, (ίσως) κουραστική, ίσως και αναξιόπιστη-για κάποιους που πιθανόν δε νιώσουν το ίδιο με μένα, ίσως τελικά και ρεζίλι (που χάνω τον έλεγχο της κατάστασης, την ισορροπία...).
Τα παραπάνω αφορούν όλους τους τομείς της ζωής μου, από ενθουσιασμούς για φαγητά μέχρι ΚΑΙ τις προσωπικές μου σχέσεις. Δυό χρώματα βλέπω: μαύρο και ροζ!
Γι'αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση, προτίμησα αντί να γράψω ένα υμνολόγιο για τον Ντάρρελλ ΚΑΙ τον Χουρμούζιο, να μοιραστώ εικόνες από το βιβλίο "τους", αφήνοντας έτσι τον καθένα να βγάλει το δικό του συμπέρασμα.
Παρόλαυτα, θα εκμυστηρευθώ ότι η πρώτη πρόταση που μου ήρθε στο μυαλό πριν τρεις μέρες που άρχισα να διαβάζω τα πικρολέμονα, και που μου ξαναέρχεται όποτε ξαναπιάνω το βιβλίο στα χέρια, είναι "πωπω, μερικοί άνθρωποι ΔΕΝ θα έπρεπε να πεθαίνουν. Θα έπρεπε να ζουν συνέχεια, για να γράφουν, να γράφουν κι άλλα, να μεταφράζουν, να γεμίζουν τον κόσμο ζωγραφιές και να κάνουν μερικούς ανθρώπους ευτυχέστερους".
Άκου τώρα! Αντί να ζητώ να ζουν για πάντα οι δικοί μου, οι πιο αγαπημένοι μου, εγώ-στο κάτω κάτω (φτου-φτου, μακριά από μας, άκου για πάντα, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα), θέλω να ζουν δυό παραμυθάδες, δυό που κατέχουν τη γλώσσα καλύτερα κι από ζωγράφοι τα πινέλα τους, που ζωγραφίζουν τον κόσμο και τα αισθήματα με όμορφες λέξεις, λέξεις που κολλάνε σα μαστίχα στο μυαλό και σε κάνουν να γυρνάς και να ξαναγυρνάς γύρω τους, να πηγαίνεις παρακάτω και να επιστρέφεις για να τις ξαναγευτείς.
Χεχε, δεν τους γλίτωσα τους λυρισμούς και τις υπερβολές, να με συμπαθάτε αλλά το ευχαριστιέμαι!
Α! Αυτά τα παραπάνω ήθελα να τα γράψω για το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο. ΚΑΙ για τις Ακυβέρνητες Πολιτείες.
Χρόνια και χρόνια γυρνάνε μέσα στο μυαλό μου, αυτός ο ενθουσιασμός σαν πυροτέχνημα, αυτός ο θαυμασμός που κάθε, μα κάθε φορά που τα ξανανοίγω με αφήνει άναυδη, αυτή η ντροπή που με συγκρατεί να μοιραστώ δημοσίως τόσες υπεροβλές. Που όμως ΔΕΝ είναι υπερβολές για μένα, είναι κυριολεξία, έτσι νιώθω.
Ε, ήρθε η ώρα.
αέναον
"Θεέ μου", είχε πει ο Σαμπρί, "τι ωραίο ξύλο. Είναι από την Ανατολη. Τον παλιό καιρό έφερναν μεγάλα δοκάρια, δεμένα πίσω από μαούνες, να επιπλέουν στο νερό. Είναι ξύλο από την Ανατολή, θα κρατήσει αιώνες, για πάντα".
(πικρολέμονα, σελ.69)
(πικρολέμονα, σελ.69)
22.2.11
Ιδιοκτησία δέντρων
Ιδιοκτησία δένδρων. Στον Δια ανήκει η δρυς. Η γνώσις ήταν "το φάγωμα του βαλανιδιού". Ο Ερμής κατείχε τον φοίνικα και αργότερα ο Απόλλωνας και τον φοίνικα και τη δάφνη. Η Δήμητρα τη συκιά-ο ιερός φαλλός του Βάκχου ήταν φτιαγμένος από το ξύλο της. Η συκαμιά ήταν το Δέντρο της Ζωής για τους Αιγύπτιους. Το πεύκο ανήκε στην Κυβέλη. Οι μαύρες λεύκες και οι ιτιές είναι ειδικά συνδεδεμένες με το χειμερινό ηλιοστάσιο, συνεπώς με τον Πλούτωνα και την Περσεφόνη. Άλλ'η άσπρη λεύκα διεκδικεί τον Ηρακλή που την έφερε επάνω στη γη από τον Άδη. Δεν βρίσκω τίποτε για τις μουριές και τις μανταρινιές.
(πικρολέμονα, σελ.121)
(πικρολέμονα, σελ.121)
ποίηση
Η Μεσαορία συνδυάζει κάθε ακρότητα ομορφιάς και ασκήμιας: στέρφα, αμμοπνιγμένη, άδεια και κάτω από το φεγγαρόφωτο στοιχειωμένη ερημιά. Κατόπιν, την άνοιξη, ξεσπάει στις άβαθες λαμπρότητες της ανεμώνας και της παπαρούνας, και σκιάζεται με μια απαλομέταξη βλάστηση.
"Μονάχα εδώ καταλαβαίνεις πως όταν τα πράγματα ωθούνται στ' ακρότατα, γίνονται τα αντίθετά τους. Η άσκημη στέρφα Μεσαορία και η πρασινισμένη, είναι πράγματα τόσον ακραία, που αναρωτιέται κανείς αν η ομορφιά έχει τη μεγαλύτερη δύναμη ή μήπως η ασκήμια".
(πικρολέμονα, σελ.121)
"Μονάχα εδώ καταλαβαίνεις πως όταν τα πράγματα ωθούνται στ' ακρότατα, γίνονται τα αντίθετά τους. Η άσκημη στέρφα Μεσαορία και η πρασινισμένη, είναι πράγματα τόσον ακραία, που αναρωτιέται κανείς αν η ομορφιά έχει τη μεγαλύτερη δύναμη ή μήπως η ασκήμια".
(πικρολέμονα, σελ.121)
ο Τούρκος
Ο ιδιοχτήτης ήταν ένας άνθρωπος σαράντα περίπου χρονών, γεροδεμένος και με ωραίο κεφάλι. Είχε την υπναλέα καλοκάγαθη όψη -ένα σπάνιο χαμόγελο και τέλεια δόντια, στοχαστικά κεφάτα μάτια- που βλέπει κανείς κάποτε στις τούρκικες ταξιδιωτικές αφίσες.
Άλλ' ότι ήταν πραγματικά τούρκικο σ' εκείνον ήταν η σωματική ακινησία με την οποίαν αντιμετώπιζε τον κόσμο. Κανένας Έλληνας δεν θα μπορούσε να κάθεται ακίνητος, χωρίς να σαλεύει δώθε-κείθε, να χτυπάει το πόδι του ή κάποιο μολύβι, να τίναζει το γόνατό του ή να πλαταγίζει τη γλώσσα του.
Ο Τούρκος είχε μια μονολιθική στάση, ένα ύφος περισυλλογής και σιωπής ερπετού. Μ' αυτό ακριβώς το ύφος θα μπορούσε να κάθεται κι ένας χαμαιλέων, ώρες και ώρες, επάνω σ' ένα χαμόκλαδο, να κοιτάζει ασάλευτος τον κόσμο, ζώντας προφανώς την κατάσταση εκείνη της μετεωρισμένης κρίσης που συνοψίζεται στην αράπικη λέξη καυφ.
Έχω δει τον Σαμπρί να φορτώνει κορμούς, να φωνάζει στους χωριάτες, ακόμη και να τρέχει στο δρόμο. Αλλά ποτέ του δεν έδινε και την παραμικρότερη εντύπωση ότι δαπανούσε οποιαδήποτε ενέργεια. Οι πράξεις και τα λόγια του είχαν την απαλότητα του αναπόφευκτου. Κυλούσαν από κείνον όπως κυλάει το μέλι από ένα κουτάλι.
(πικρολέμονα, σελ.52)
Άλλ' ότι ήταν πραγματικά τούρκικο σ' εκείνον ήταν η σωματική ακινησία με την οποίαν αντιμετώπιζε τον κόσμο. Κανένας Έλληνας δεν θα μπορούσε να κάθεται ακίνητος, χωρίς να σαλεύει δώθε-κείθε, να χτυπάει το πόδι του ή κάποιο μολύβι, να τίναζει το γόνατό του ή να πλαταγίζει τη γλώσσα του.
Ο Τούρκος είχε μια μονολιθική στάση, ένα ύφος περισυλλογής και σιωπής ερπετού. Μ' αυτό ακριβώς το ύφος θα μπορούσε να κάθεται κι ένας χαμαιλέων, ώρες και ώρες, επάνω σ' ένα χαμόκλαδο, να κοιτάζει ασάλευτος τον κόσμο, ζώντας προφανώς την κατάσταση εκείνη της μετεωρισμένης κρίσης που συνοψίζεται στην αράπικη λέξη καυφ.
Έχω δει τον Σαμπρί να φορτώνει κορμούς, να φωνάζει στους χωριάτες, ακόμη και να τρέχει στο δρόμο. Αλλά ποτέ του δεν έδινε και την παραμικρότερη εντύπωση ότι δαπανούσε οποιαδήποτε ενέργεια. Οι πράξεις και τα λόγια του είχαν την απαλότητα του αναπόφευκτου. Κυλούσαν από κείνον όπως κυλάει το μέλι από ένα κουτάλι.
(πικρολέμονα, σελ.52)
21.2.11
πικρολέμονα
Η αγάπη αλλάζει τα πάντα. Ποτέ δεν υποψιάστηκα πως θα συνέβαινε αυτό. Η αγάπη που βρίσκει ανταπόκριση θα έπρεπε να πω.
Τώρα όμως, παντού γύρω μου, οι μανόλιες έχουν μεταμορφωθεί, μετά τον μεγάλο, ξηρό ύπνο τους, σε γλυπτά με άλικα άνθη. Εκείνος κινείται ανάμεσα στις φωτοσκιάσεις, στην άκρη του οπτικού μου πεδίου, φορώντας τη μεταξένια γούνα ενός πάνθηρα.
Ποθώ να νιώσω αυτή τη γούνα στο λαιμό μου. Την ποθώ με την ανυπονομησία ενός σαρκοφάγου, που αγνοεί το χρόνο, που ουρλιάζει γοερά ενω οι κουκουβάγιες σιωπούν.
Όταν λείπει για ένα δύο βράδια, η δίψα μου είναι απαρηγόρητη. Όταν επιστρέφει, πίνω κάθε φιλί του μέχρι τον πάτο και πάλι το στόμα μου πονά σαν ξεραμένη σπηλιά.
Δεν με πήρε εκείνος. Εγώ τον διάλεξα.
Κάποτε, πριν από πολύ καιρό, μου απαγόρευσε να λέω δυνατά ότι τον αγαπώ. Έτσι, θα επινοήσω τους δικούς μου τρόπους να του πω τι είναι αυτό που ποθώ και τι μπορώ να δώσω. Κρατάω τα χέρια του σφιχτά και δεν τα αφήνω. Κι εκείνος μένει, καλλιεργώντας με σαν μικρό κτήμα που το κληρονόμησε, όπου βρίσκεται το μέλλον του.
Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο Δηλητηριώδης Βίβλος της Barbara Kingsolver.
Ο τίτλος του ποστ είναι από το ομώνυμο βιβλίο του Λώρενς Ντάρρελ, που ξεκίνησα να διαβάζω χθες (και προτίθεμαι να το αντιγράψω ολόκληρο σε ποστ, σε συνέχειες, χαχαχαχα!).
Τώρα όμως, παντού γύρω μου, οι μανόλιες έχουν μεταμορφωθεί, μετά τον μεγάλο, ξηρό ύπνο τους, σε γλυπτά με άλικα άνθη. Εκείνος κινείται ανάμεσα στις φωτοσκιάσεις, στην άκρη του οπτικού μου πεδίου, φορώντας τη μεταξένια γούνα ενός πάνθηρα.
Ποθώ να νιώσω αυτή τη γούνα στο λαιμό μου. Την ποθώ με την ανυπονομησία ενός σαρκοφάγου, που αγνοεί το χρόνο, που ουρλιάζει γοερά ενω οι κουκουβάγιες σιωπούν.
Όταν λείπει για ένα δύο βράδια, η δίψα μου είναι απαρηγόρητη. Όταν επιστρέφει, πίνω κάθε φιλί του μέχρι τον πάτο και πάλι το στόμα μου πονά σαν ξεραμένη σπηλιά.
Δεν με πήρε εκείνος. Εγώ τον διάλεξα.
Κάποτε, πριν από πολύ καιρό, μου απαγόρευσε να λέω δυνατά ότι τον αγαπώ. Έτσι, θα επινοήσω τους δικούς μου τρόπους να του πω τι είναι αυτό που ποθώ και τι μπορώ να δώσω. Κρατάω τα χέρια του σφιχτά και δεν τα αφήνω. Κι εκείνος μένει, καλλιεργώντας με σαν μικρό κτήμα που το κληρονόμησε, όπου βρίσκεται το μέλλον του.
Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο Δηλητηριώδης Βίβλος της Barbara Kingsolver.
Ο τίτλος του ποστ είναι από το ομώνυμο βιβλίο του Λώρενς Ντάρρελ, που ξεκίνησα να διαβάζω χθες (και προτίθεμαι να το αντιγράψω ολόκληρο σε ποστ, σε συνέχειες, χαχαχαχα!).
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)