Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καφές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καφές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26.10.15

κόκκοι καφέ


 ...μια ηλιόλουστη μέρα, μάς φέρνει μια απέραντη εξοχή μέσα στο καφενείο ενός σοκακιού.
~ Μπερνάρντο Σοάρες (Φερνάντο Πεσσόα)-Το βιβλίο της ανησυχίας

Αυτό το βιβλίο το είχα πολλα χρόνια, αδιάβαστο, τωρα ήρθε η ώρα του.


(Τι ωραίες οι φωτογραφίες, δείχνουν μόνο τη στιγμή, τη στιγμή, δεν δείχνουν την αυπνία, το άγχος, το ανεβοκατέβασμα στις σκάλες, τη ζέστη, τον αφόρητο πονοκέφαλο. Ούτε την ανακούφιση, καθώς αυτά που έπρεπε να γίνουν, σιγά σιγά μπήκαν σε μια σειρά.
Κι ύστερα γίναμε ωραία φωτογραφία.)

13.10.15

(*) τα χρόνια ήταν 18+2+7

Για χρόνια (*) έπινα ένα φρικτό Νες καφέ με αφρό σαπουνόνερου που είχε αφήσει ο καφετζής στο γκισέ ώρα πριν φτάσω να καθήσω στη θέση μου.
Για λίγο καιρό (*) λυσσούσα χωρίς καφέ μέχρι τις 10, που άνοιγε το Τρε Μαριε κι έφτιαχνε τον καλύτερο καπουτσίνο (με κανέλλα) που έχω πιει εβερ.
Για χρόνια (*) μετά, είχα ένα διπλό εσπρέσο από το Έβερεστ ή την Κανέλλα-Βανιλια, σε πλαστικό, με καλαμάκι, από τις 7:30 μέχρι τη λήξη βάρδιας.
Θέλω να καταλήξω στο ω πως περνούν τα χρόνια και ω τι ωραία που υπάρχει ο καφές και ω τι ωραία όλα.

2.7.15

Έβλεπα τα χέρια μου και είταν μονάχα δυο


Προλετέρκα, που σημαίνει προλετάρια, είναι το όνομα του πλοίου με το οποίο η Fleur Jaeggy έκανε ένα 14ημερο ταξίδι με τον πατέρα της, από τη Βενετία στα ελληνικά νησιά και παλι πίσω, όταν ήταν δεκαέξι χρόνων. Ήταν ένα ταξίδι γνωριμίας μαζί του και αποχαιρετισμού ταυτόχρονα.

Διάβασα το βιβλίο σαν νερό μέσα σε μια μέρα, μέσα σε απόλυτη ησυχία. Είναι αυτή η ψυχρή γερμανική γραφή-σαν ο συγγραφέας να είναι απών από τη διαδικασία και ταυτόχρονα χειρουργός και αυτόχειρας.

[Τα παιχνίδια που κάνει το φως μέσα από τα φύλλα της μουριάς.] 

Ο τίτλος της ανάρτησης είναι στίχος από το ποίημα του Άρη Αλεξάνδρου Ολόκληρη νύχτα και μπορείτε να το διαβάσετε ολόκληρο εδώ.

8.6.15

στην τοποθεσία Κεντρική Πλατεία Νέων Λιοσίων

Η μελαχρινή κυρία από τη Λευκορωσία-τι όμορφο βιβλίο και τι καλά που ανακάλυψα τον Τζερόμ Τσαρύν και που έχει γράψει κι αλλά βιβλία. Αυτό εδώ είναι αυτοβιογραφικό αλλά ειπωμενο σαν παραμύθι μ' έναν παράξενο κι απολαυστικό τρόπο που δεν είχα συναντήσει ξανά.
 
Φωτογραφία της Despoina Despoina.

6.6.15

στη λίμνη

Μερικές φορές τα πράγματα συνωμοτούν και ποζάρουν.

* Το βιβλίο είναι ένα αστυνομικό στο οποίο όμως η ανεύρεση του ενόχου δεν είναι αυτό που έχει τον πρώτο ρόλο. Η αστυνομική ιστορία είναι απλά μια αφορμή ώστε πρώτον, ο πρωταγωνιστής να κάνει συνεχή φλας μπακ στη ζωή του και δεύτερον, να περιγραφεί η καθημερινότητα σ΄ένα ήσυχο επαρχιακό μέρος που βρίσκεται σε μιαν άκρη του κόσμου. Έτσι έχουμε ένα σωρό ιστορίες, όλες ανθρώπινες.

2.6.15

καλοκαίρι

Αργά το πρωί, νωρίς το μεσημέρι, στο καφέ Μαργαρίτα.
Είναι τόσο όμορφο που σπάνια το βρίσκεις άδειο όπως το βρήκα σήμερα-πιθανότατα λόγω της περίεργης ώρας.

24.5.15

της κυριακής τα πρωινά

Αίσθημα Ιλίγγου.

Εδώ φωτογραφήθηκε τυχαία (και επιτυχώς)
η αίσθηση που έχει ο αναγνώστης του Sebald.


Πόσο λίγο κρατάει η άνοιξη-και τι πειράζει;
Σήμερα περπάτησα 3,5 χιλιόμετρα ντάλα μεσημέρι μέσα στην ησυχία. 
Δεν έχω πιο παράδεισο απ΄αυτό.

6.5.15

με ζάχαρη και κανέλλα


Σήμερα η φωτογραφία μας δεν θα έχει βιβλίο-ακούτε τα πουλιά;

Στο κομμάτι των ήχων δίνω πολύ λίγη προσοχή στη λεπτομέρεια, δεν είμαι άνθρωπος της μουσικής, ο διαχωρισμός για μένα είναι απλός, ησυχία-φασαρία. Μόνο ο ήχος που κάνουν τα τζιτζίκια τα μεσημέρια του καλοκαιριού μέσα στη χαύνωση της ζέστης, και αυτός που κάνουν οι δεκαοχτουρες τα πρωινά σαν τώρα, με υποψιάζει σ' αυτή την απόλαυση.

28.6.14

summer in the city

Διάβασα μέσα σε μια μέρα (ε καλά, δεν είναι και κατόρθωμα με τέτοια γλώσσα που κυλάει και τέτοιο θέμα που δεν τ'αφήνεις απ'τα χέρια σου) Το δαιμόνιο του Γιώργου Θεοτοκά.
Μετά, χθες, ξεκίνησα τις Απροσδόκητες ιστορίες του Ρόαλντ Νταλ, που επίσης κυλάει σαν νερό. Όμως γενικά προτιμώ τα μυθιστορήματα από τις ιστορίες, και τη λογοτεχνία από τα έξυπνα σενάρια.
Πριν από τα παραπάνω, πέρασα μια γρήγορη Το Κουτσό του Χούλιο Κορτάσαρ. Ξεκίνησα κανονικά, αλλά στο δρόμο με κούρασε, χανόμουν, νύσταζα, έχανα τον ειρμό. Ή κάτι δεν κατάλαβα καλά ή (πράγμα που θεωρώ πιθανότερο) δεν ήμασταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. 

9.6.14

του πνεύματος


Όλα θα αργοσβήσουν μέσα στη λησμονιά.
Και η κραυγή του πιθήκου.
Και ο ασπριδερός χυμός που βγαίνει από την πληγωμένη φλούδα του καουτσουκόδεντρου,
και το πάφλασμα των νερών πάνω στην καρίνα του πλοίου που ταξιδεύει,
όλα αυτά θα είναι πιο αξιομνημόνευτα απ' όσο
τα ατέλειωτα αγκαλιάσματά μας.

~ Άλβαρο Μούτις, Οι χαμένες δουλειές

8.6.14

η γιορτή της ασημαντότητας

Δεν ξετρελλάθηκα, ούτε όμως μετάνοιωσα που το διάβασα (και που το αγόρασα) .
Ο Κούντερα είναι σαν τον Γούντυ Άλλεν (και όχι σαν τον Αλμοδοβάρ): σταθερή αξία.
Είναι και θέμα ιδιοσυγκρασίας: αν δεν επιθυμείς εκπλήξεις παρά μόνο μέσα σε λογικά πλαίσια, παρά επιθυμείς την παράταση της απόλαυσης μέσα στο χρόνο, τότε ναι, σε αφήνει ικανοποιημένο.

17.5.14

Σάββατο πρωί στον κήπο

Τα πιο απλά πράγματα, τα προφανή, τα καθημερινά. Η συνεχής υπενθύμιση προς εαυτόν ότι δεν είναι προφανή, ότι είναι πολύτιμα. Η απόλαυση. Η ευγνωμοσύνη.

5.1.14

χριστούγεννα

Σάββατο πρωί πριν τα χριστούγεννα, στο Winter Garden της Μεγάλης Βρεττανίας, με την Βάσω και την Μαίρη. Διπλός εσπρέσσο με γάλα. Τα πλεκτά είναι της Μαίρης-πριν ένα μήνα της έδειξα το βελονάκι και τώρα δεν σταματάει να πλέκει. Το αστεράκι το έφτιαξε για μένα.

15.12.13

Booktalks



Ε, θα σκάσω αν δεν ανεβάσω μια φωτογραφία κι αν δεν πω ότι μπορεί τα βιβλία να τα βρεις κι αλλού, αλλά τόσους βιβλιόφιλους βιβλιοφίλους, να πίνουν βιβλιοκαφέδες και να τρώνε βιβλιοchocobanaκεικ, και να μην κάνουν παρά βιβλιοσυζητήσεις... εεε, όχι, πουθενά σαν στο Booktalks (βιβλιοπωλείο-καφέ).


Eπίσης, έχει και ιπτάμενα βιβλία.

8.11.11

ομοιοπαθητική

Τι όμορφη που είναι η Αθήνα! Πόσο μ'αρέσει να είμαι έξω στο δρόμο το βράδυ-Σάββατο βράδυ! Έφυγα με μιαν αίσθηση ότι βρε παιδι μου η ζωή είναι ωραία, ωραία. Ωραία χωρίς σημαντικό λόγο, απλά γιατί μπορώ να περπατάω στην Ιπποκράτους κι από πάνω να βρέχει. Με τα μαλλιά σγουρά, φορτωμένη την τσάντα με τα βιβλία, νιώθω (υπέροχα) ανάλαφρη και δυνατή-σαν φοιτήτρια.

(γραμμένο το Σάββατο 8 Οκτωβρίου, γυρνώντας από καφέ με τις φίλες μου στο ράδιο μπάμπλ)

* η φωτογραφία

18.6.11

να σωθώ από τις σκέψεις μου

Έφτασα νωρίς και διέσχισα με το αυτοκίνητο την πόλη κάθετα, μέσα από τα στενά της: τι όμορφη ησυχία, τι ησυχία, ηρεμία, σαν όλα να γίνονται σε slow motion, όλοι (οι ελάχιστοι που βλέπεις) κάθονται ή ποδηλατούν αργά. Έχει χώρο, απλωσιά, έχει χώρο να παρκάρεις, να περπατήσεις, να έχεις κήπο, να αναπνέεις.

Καθήσαμε δίπλα στη θάλασσα, και τώρα νιώθω το πρόσωπό μου φλογισμένο, σαν να έμεινα ώρες στον ήλιο κι ας ήμουν στη σκιά-απ' τον αέρα της θάλασσας.

Με πιάνει μια αίσθηση ότι πετάω, ότι χρειάζομαι ελευθερία, ότι μπορώ να αναπνεύσω, ότι θέλω να φύγω, να φύγω, όποτε είμαι στην Ελευσίνα και στη θάλασσά της.
Περίεργο, γιατί ζούσα σε μια πόλη με θάλασσα, μα εκεί ποτέ δεν το ένιωσα αυτό.
Η θάλασσα στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης είναι ακίνητη, βρώμικη, σαν λάδι. Στην Καλαμαριά επίσης το ίδιο.
Στην Ελευσίνα είσαι σαν σε νησί, σα να είσαι πάνω σε πλοίο.
Όμως έχει και σχέση με το πώς αισθάνομαι αυτόν τον καιρό, και με το πώς νιώθω τα καλοκαίρια.

Δεν ξέρω να σου το περιγράψω ακριβώς, δεν έχω λόγια, ντρέπομαι και λίγο.
Έβλεπα εκείνη τη θάλασσα δίπλα μου, μπλέ σκούρη, και μου 'ρχόταν να πετάξω τα ρούχα μου, να βουτήξω και να μην ξαναβγώ. Σαν να χρειαζόμουν τη δροσιά της, σαν να ξέπλενε από πάνω μου όλες μου τις σκέψεις, ήθελα την ησυχία της, ακόμα και το αλάτι της στο δέρμα μου.
Να παγώσω και να καώ, να βγώ από τη γυάλα, να ζήσω.

Τώρα θα σταματήσω, γιατί δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις αυτά που λεω ή αν σου φαίνονται γελοία και γελάς, και ντρέπομαι.

13.6.11

του (υγιούς) πνεύματος


παιχνιδίζοντας
τα στερεότυπα
ο καφές της αργίας
εμείς, που εργαζόμαστε με το πνεύμα μας

Βγαίνω να πάρω καφέ. Όπως κάθε Σάββατο και κάθε Κυριακή, νωρίς το πρωί. Με φόρμες και με τα μαλλιά μόλις-έβγαλα-το-κλάμερ-που-τα-κρατάει-συνέχεια-μαζεμένα-όταν-είμαι-στο-σπίτι.

Το σουπερμάρκετ είναι ανοιχτό. Γιατί; Μα δεν είναι αργία; Ωχ, μήπως δεν είναι αργία; Μα είναι. Μάλλον δηλαδή, είναι.
Χθες βράδυ προβληματίστηκα (λίγο) πάνω σ'αυτό: είναι σίγουρα αργία αύριο; Μην και μπερδεύτηκα, μην την πατήσω και μου τηλεφωνούν πρωί-πρωί γιατί δεν ήρθες στη δουλειά, συνήθισες στο σεμινάριο και δεν θα μας ξανάρθεις;
Κοίταξα στο google (όχι θα τ'άφηνα) επίσημες αργίες του έτους 2011: 13 Ιουνίου (τα γενέθλια της Χρυσούλας μας-μπαίνει στα 16! Ω, πότε πέρασαν δεκαέξι χρόνια, εμένα-και το μπαμπά της είδε μόλις πρωτοάνοιξε τα ματάκια της, τότε...).
Επανέρχομαι: την Παρασκευή δεν ήμουν στη δουλειά κι έτσι δεν ξέρω αν όλη μέρα όλοι ήταν σε υπερένταση (πού θα πας; θα πάτε στο χωριό; εμείς όχι, εδώ θα είμαστε, θα πάμε ν'αφήσουμε τα παιδιά και θα γυρίσουμε, ευκαιρία να τελειώσω τις δουλειές στον κήπο), ούτε αν φεύγοντας εύχονταν καλό τριήμερο-μα, εδώ που τα λέμε, η κυρία στο κυλικείο στο σεμινάριο είπε κάποια στιγμή, που της ευχήθηκαν καλό Σαββατοκύριακο κυρία Σοφία, είπε και τι Σαββατοκύριακο...!

Σαν τη μαμά μου έγινα, ξεκινάω να πω κάτι και χάνομαι, το μυαλό μου χοροπηδάει σαν κουνέλι εδώ κι εκεί, σε σκέψεις που έχω επεξεργαστεί βέβαια πολλές φορές αναλυτικά μόνη μου, μα που αν πας να τις πεις όλες μαζί τότε γίνονται κουβάρι χωρίς άκρες, στο τέλος χάνεται σε δρόμους δαιδαλώδεις (σαν του Καδίθ, κίτρινους και στενούς). Λες σαν τον Τέρρυ Πράτσεττ νάχω αλζχάιμερ; Θέλω να πω, λες να φοβάμαι μην πάθω αλζχάιμερ, γιαυτό να προσπαθώ όλα τώρα να τα σκεφτώ, να τα αναλύσω, να τα πω, να βγουν από μέσα μου, μπας και χαθούνε σύντομα και χάσει η βενετιά βελόνι;

Λέγαμε που δε δουλεύουμε σήμερα.
Λοιπόν, παρόλη την απόλαυση της αργίας, την ξεκούραση (τι ξεκούραση; μάζεψα το χαλί, ξεκαθάρισα τις γλάστρες μου...), εκείνο το διαβολάκι μέσα μου, ο μην-επαναπαύεσαι-ότι-είσαι-ευτυχισμένη-γιατί-αν... με έφερε κατάφατσα με την άλλη πλευρά: Κι αν δε δούλευες; αν τώρα που μιλάμε είχες βγει στη σύνταξη, αν ποτέ-ποτέ πια δεν είχες να ξαναπάς στο γραφείο; θα ήσουν ευτυχισμένη; αυτό θα ήθελες; Να, τότε έτσι θα ήσουν, σαν τώρα, καθημερινά. Με τις φόρμες να σέρνεσαι στο κόφιταιμ να πάρεις καφέ για νάχεις την ψευδαίσθηση ότι βρίσκεσαι σε χώρο ανθρώπων απασχολημένων με κάτι (θυμάσαι τη θεία Έλλη; που κατέβαινε στο μπουγατσάδικο της γωνίας κάθε μέρα, να πάρει τον καφέ της εκεί, κατόπιν συμβουλής του γιατρού της, για να βλέπει κόσμο γύρω της, για νάχει κάτι να κάνει με τη μέρα της; μη λες δεν έκανε παιδιά, μας αγαπούσε όσο κανένας όταν είμασταν μικρές, μας έβγαζε φωτογραφίες, μη λες κατάθλιψη, απόπειρα αυτοκτονίας, ψυχιατρική πτέρυγα. Πέθανε τελικά στο σπίτι των αρμενίων που την "κοίταξαν" τον τελευταίο της χρόνο. Ησύχασε-κατα εμέ. Εκείνη έλεγε πως αγαπούσε τη ζωή. Έλεγε. Κι έπαιρνε υπνωτικά χάπια).

Πάμε πάλι στη δουλειά-που ευτυχώς-έχουμε. Όχι απλά για να μας ζει, αλλά (μαρία αντουανέτα) γιατί μας κάνει να νιώθουμε χρήσιμοι, ευτυχισμένοι, απασχολημένοι. Δεν ξέρω ακριβώς με ποιά σειρά, κι ούτε θα κάτσω τώρα να το σκέφτω. Αλλά και τα τρία, στα σίγουρα.