Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18.8.17

ακούγοντας την πρωινή ησυχία, Ίλιον, Αύγουστος 2017


Αυτές τις ήσυχες μέρες του Αυγούστου κάθε χρόνο, κάνω ασυναίσθητα, σχεδόν καθημερινά, ανασκόπηση της ζωής μου.
Φέτος παρατήρησα ότι η ανασκόπηση έγινε σε δεκαετίες-έβαλα μάλιστα και τίτλους.
Όχι ότι παίρνω τίποτα αποφάσεις, ούτε λυπάμαι για-ότι-έγινε-έγινε. Όμως το μυαλό μου από μόνο του κάνει στατιστικές, κι αναρωτιέμαι-λίγο όμως, ευτυχώς, όσο ένα χρυσόψαρο, μετά αφήνω όλες τις πολύπλοκες σκέψεις στη μέση-γιατί έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει απάντηση.

14.8.17

κάθε χρόνο και χειρότερα και καλύτερα μαζί

Δίπλα στη μαγευτική Θηβών, κάπου ανάμεσα στις τρύπες που έγιναν πρόσφατα για να βρουν το μέτρο, δύο άσπρες κοτούλες, αμεριμνες. Πώς τα κατάφεραν και το έσκασαν από το κοτέτσι τους, αναρωτιέμαι. Από την άλλη, ποιος δεν θα έψαχνε να βγει από ένα σκονισμένο παράπηγμα όταν βλέπει δίπλα του το δροσερό γρασίδι;
Οι ήσυχες μέρες του Αυγούστου σε ξεγελανε κατά κάποιο τρόπο, σε κάνουν να νομίζεις ότι θα κρατήσουν για πάντα.
Τις άφησα να ζήσουν το όνειρο κι όσο κρατήσει. Καλύτερα έτσι, σκέφτηκα, παρά μια μακριά σκονισμένη ζωή που καταλήγει στο φούρνο με πατάτες.



12.8.17

γίναμε vintage


Είχαμε δυό τέτοια φλυτζάνια κίτρινα: ένα μικρό όπου έπινε για πολλά χρόνια η μαμά μας τον ελληνικό της πρωί-απόγευμα, κι ένα μεγάλο σαν της φωτογραφίας, που επειδή τότε (*) δεν ξέραμε τον καπουτσίνο, είχε καταλήξει θήκη για το σφουγγάρι των πιάτων στην κουζίνα.

Ήταν από τα πρώτα δώρα απορρυπαντικών σε σκόνη-τόσο αξιοπερίεργο αυτό τοτε, όσο αργότερα το ότι στην Τράπεζα δίναμε δώρο με κάθε άνοιγμα λογαριασμού. Ώ καιροί ώ ήθη.

(*) Κάπου ανάμεσα 1972-1976

28.5.15

δε θέλω, ούτε θέλω να ξέρω


Χθες και σήμερα, διάβασα το Κατά Μόνας του Αντρές Νέουμαν (εκδόσεις Opera).
Eίναι ένα πολύ καλό βιβλίο. Πάρα πολύ καλό.
Μαζί του μου συνέβη κάτι που δεν έχω παρατηρήσει ξανά στην αναγνωστική μου πορεία με καλό βιβλίο: δεν ήθελα να το πιάσω στα χέρια μου για να συνεχίσω την ανάγνωση, κι όσο προχωρούσα προς το τέλος τόσο περισσότερο προσπερνούσα προτάσεις, διάβαζα τις παραγράφους διαγώνια, αγωνιούσα για να τελειώσει μια ώρα αρχύτερα.
Φυσικά αυτό μου έχει συμβεί ξανά με βιβλία άσχημα, βαρετά, τα οποία συχνά παράτησα πριν να τα τελειώσω. Πρώτη φορά όμως μου συνέβη με ένα βιβλίο καλό.
Θέλω να καταλήξω επαινώντας τον συγγραφέα: πετυχαίνει το σκοπό του, να περιγράψει δηλαδή τις σκέψεις και τις πράξεις πριν από τον (παγκόσμιο, προφανή, αυτόν που θα έρθει σε όλους μας, το μόνο πράγμα για το οποίο μπορούμε να είμαστε σίγουροι σ΄αυτή τη ζωή) επερχόμενο θάνατο, μέσα από τα μάτια του ετοιμοθάνατου, της γυναίκας και του γιου του, με τρόπο τόσο άψογο που είναι, όπως και στην πραγματικότητα, αβάστακτο.

~ η κατασκευή είναι της Kirsty Elson

24.5.15

της κυριακής τα πρωινά

Αίσθημα Ιλίγγου.

Εδώ φωτογραφήθηκε τυχαία (και επιτυχώς)
η αίσθηση που έχει ο αναγνώστης του Sebald.


Πόσο λίγο κρατάει η άνοιξη-και τι πειράζει;
Σήμερα περπάτησα 3,5 χιλιόμετρα ντάλα μεσημέρι μέσα στην ησυχία. 
Δεν έχω πιο παράδεισο απ΄αυτό.

19.5.15

όλο καλή


Πόσο πολύ δυσκολεύτηκα να καταλάβω εκείνο το ποιο ζυγίζει πιο πολύ, ένα κιλό σίδερο ή ένα κιλό πούπουλα. Απαντούσα σωστά, γιατί είχα καταλάβει ότι κάποιο λάκκο έχει η φάβα αλλά η πραγματική κατανόηση της απάντησης ήρθε χρόνια μετά. Ακόμα ακόμα όταν σκέφτομαι την ερώτηση, κουνάω το κεφάλι μου με θαυμασμό.
Εδώ έχουμε ένα μικρό σάλι από αλπακά-ελαφρύ σαν αέρα και πανάκριβο.

~ οδηγίες/λεπτομέρειες εδώ

14.5.15

σαν τον ταρζάν


Όπως και με τα βιβλία, τελευταία έχω πάρει απόφαση (και την τηρώ) να τελειώνω πρώτα με το τρέχον και μετά να προχωρώ στο επόμενο. Εκτός από μερικές φορές που ξεκινώ κι ένα δεύτερο. Τρίτο όμως ποτέ. Σχεδόν.

12.5.15

να, εδώ


Δεν ήξερα ότι υπάρχει "λαχανόπιτα".
Αλλά πάλι, εμείς εκεί στα βόρεια κάνουμε πρασόρυζο, λαχανόρυζο, σπανακόρυζο (άσπρο), κολοκυθόρυζο-όχι όμως ρυζόπιτα, την οποία φτιάχνουν στα χωριά των Σερρών.
Η παρατήρησή μου δεν είναι τοπικιστική αλλά ακριβώς το αντίθετο: τι ωραία να μαθαίνεις καινούργιες ενδιαφέρουσες ιδέες για συνταγές. Και τι περίεργο, όμως, που παρ΄όλη τη δια-δικτύωση, μέσα στο σπίτι μας σαν προφανή κουβαλάμε μόνο τα φαγητά του τόπου μας. Τι περίεργο.


6.5.15

με ζάχαρη και κανέλλα


Σήμερα η φωτογραφία μας δεν θα έχει βιβλίο-ακούτε τα πουλιά;

Στο κομμάτι των ήχων δίνω πολύ λίγη προσοχή στη λεπτομέρεια, δεν είμαι άνθρωπος της μουσικής, ο διαχωρισμός για μένα είναι απλός, ησυχία-φασαρία. Μόνο ο ήχος που κάνουν τα τζιτζίκια τα μεσημέρια του καλοκαιριού μέσα στη χαύνωση της ζέστης, και αυτός που κάνουν οι δεκαοχτουρες τα πρωινά σαν τώρα, με υποψιάζει σ' αυτή την απόλαυση.

4.5.15

αυτό είναι (και) για εδώ

Εγώ θα μείνω σ΄αυτό που είπε ο Thas ότι δεν ξεκίνησε το μπλογκ για να γνωρίσει ανθρώπους, αλλά για να γράφει.
Δεν γράφω "για να γράφει κείμενα", -στην πορεία αποκαλύφθηκε ότι ένα μεγάλο μέρος των μπλόγκερς ήταν άνθρωποι που είχαν σαν επάγγελμα τη γραφή: δημοσιογράφοι, εκκολαπτόμενοι δημοσιογράφοι, wannabe δημοσιογράφοι και συγγραφείς, σπουδαστές δημιουργικής γραφής-άνθρωποι γενικά οι οποίοι έγραφαν πολύ ωραία μεν κείμενα, αλλά με την βούλα/την ευκολία του επαγγελματία.
Οι άλλοι ήταν αυτοί που, σαν τον Θάνο, μια ζωή γράφαμε και σκίζαμε χαρτιά (σκέψεις, ημερολόγια, σημειώσεις), -οτιδήποτε μπορεί να αδειάσει το μυαλό σου από τις σκέψεις που το κατακλύζουν και σαν αποτέλεσμα να τις βάλει στη σειρά και να το λυτρώσει.
Τα σχόλια ήρθαν μετά, αναπάντεχα σαν δώρο. Και οι γνωριμίες. Και οι μετρητές επισκεψιμότητας (τα αυταρεσκόμετρα!), που ήταν το peak από όπου ξεκίνησε η κάτω βόλτα.
Αυτό ήθελα να πω. Ότι τα μπλογκς ήταν (και γιαυτό δεν θα εκλείψουν, επειδή η ανάγκη δεν θα πάψει να υπάρχει) ένας τρόπος για να σωθείς.

17.4.15

ησυχία, παρακαλώ

Αν δείτε κάποιον που πίνει καφέ καθισμένος στο πιο απόμερο σημείο να κλείνει που και που με τις παλάμες τ΄αυτιά του, πιθανόν να είμαι εγώ.
Δεκαπέντε χρόνια στο γκισέ και δώδεκα χρόνια σε γραφείο-από τις οκτώ μέχρι τις δυόμισι, άνθρωποι κι ένα τηλέφωνο που χτυπούσε συνέχεια.
Λάβετε επίσης υπόψιν σας ότι εξ απ΄ανέκαθεν δεν μπορώ να διαβάσω με μουσική.

5.2.15

ruthless

Σήμερα ένα σκυλάκι (πιτμπουλάκι μάλλον, μωρό) με κοίταξε μέσα από το τζάμι της βιτρίνας όπου το είχαν βάλει προς διάθεση στη Θηβών, με λυπημένα ματάκια. Μα το θεό, για πρώτη φορά στη ζωή μου βρέθηκα τόσο κοντά στο να το πάρω και να του δώσω όση αγάπη χρειαζόταν για να ξεθολώσει το βλέμμα του, να ξεφοβηθεί, να ηρεμήσει  και να γελάσει.
Νομίζω ότι δεν κοιτάζουν όλα τα μικρά/προς διάθεση ζώα έτσι, σκεφτόμουν πως ίσως αυτό ήταν πολύ συναισθηματικό, και πού να ήταν άραγε η μανούλα του.

(*) adjective
     having or showing no pity or compassion for others.

31.1.15

Σάββατο βράδυ

Είδα αυτό, κι έτσι όπως είναι βράδυ, και ησυχία, και κρύο έξω, και ζέστη με υγρασία μέσα, θυμήθηκα που φτιάχναμε κάτι τέτοια όταν ήμασταν μικρά, κολλούσαμε κάτι πλαστικά ψηφιδάκια σε χαρτόνι, μου ήρθε η μυρωδιά τους-ή να είναι η μανιταρόπιτα που μόλις έσβησα στο φούρνο;
Πάντως, χάλια-τότε. Καλύτερα, ναι, καλύτερα τώρα, δε θέλω να γυρίσω πίσω καθόλου, ούτε μήνα, ούτε λεπτό.


5.9.14

περίεργα πράγματα

Μου θύμισε το σημείο όπου το 24 κάνει σχεδόν επί τόπου μεταβολή, στο τέρμα του δρόμου, δίπλα στο Μακεδονικό, για να ξαναπεράσει μπροστά από τη Μονή Βλατάδων με κατεύθυνση τα κάστρα.
Στο Μακεδονικό έφαγα-και δεν ξέρω άλλο μέρος που να τα σερβίρει-για πρώτη φορά αμελέτητα.
Εκεί, επίσης, σ΄ένα τραπέζι ακριβώς δίπλα στο τείχος, έγινε σεισμός μια βραδιά την ώρα που τρώγαμε. (Δεν υπονοώ τίποτα ρομαντικό, στ΄αλήθεια σεισμός έγινε).

Συχνά, όταν ψάχνω να κάνω μια επιλογή από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου, τέτοιες που να λες ωραία πέρασα που έζησα, τέτοιες που λέγεται ότι περνούν σαν ταινία μπροστά από τα μάτια σου όταν πεθαίνεις, η πρώτη που έρχεται έχει να κάνει μ΄αυτή την περιοχή, με κείνες τις μέρες.
Είναι καλοκαίρι, νύχτα, η πόλη άδεια, κι εγώ συνεπιβάτης στη μηχανή με ανοιχτά τα χέρια να χαϊδεύω τον ζεστό αέρα σαν να πετάω. Και στο ψυγείο εκείνο το γλυκό με τα μπισκότα, κρέμα ζελέ, και ξανά μπισκότα κρέμα ζελέ. 

16.6.14

ένα παραμύθι



 Μια μέρα που είχε πάρα ΠΑΡΑ πολύ κρύο, τέτοιο που είσαι τυλιγμένος με κασκόλ, σκούφο και γάντια έτσι που δε φαίνονται παρά τα μάτια και η μύτη σου, και φύσουσε κιόλας πολύ κρύο, είχαμε ραντεβού με τη Σταυρούλα για καφέ. Σάββατο πρωί πρέπει να ήταν, όπως συνήθως.
Μάλλον επίσης είχαμε αποφασίσει να εξερευνήσουμε το καφέ που είχαμε μάθει ότι υπάρχει στον ημιόροφο των εκδόσεων Πατάκη στην Ακαδημίας. Βιβλιοπωλείο ΚΑΙ καφέ μαζί- ε, δεν υπήρχε περίπτωση να μην το επισκεφτούμε.
Πήραμε λοιπόν την Ακαδημίας-υπέροχος δρόμος η Ακαδημίας, από τους πιο αγαπημένους μου δρόμους του κέντρου και όλης της Αθήνας, ειδικά το καλοκαίρι που είναι έρημη και έχει έντονες σκιές. Εκείνη τη μέρα είχε παγωνιά βέβαια και φυσούσε, είπαμε μόλις ένα γειά και το βάλαμε στα πόδια δίπλα-δίπλα, μέχρι να φτάσουμε κάπου ζεστά. Δεν γνωριζόμασταν και πολύ καλά τότε ακόμα-κι έχει σημασία που το λεω αυτό. Μάλλον ήταν τον χειμώνα του 2008, αφού εκείνος ήταν ο πρώτος χειμώνας που περνούσα στην Αθήνα.
Για να μην πολυλογώ άλλο, μπήκαμε, καθήσαμε, παραγγείλαμε τον καφέ μας. Δεν νομίζω ότι έχει σημασία αλλά η Σταυρούλα παίρνει σχεδόν πάντα νες καφέ κι εγώ τότε έπαιρνα καπουτσίνο.
Δεν θυμάμαι πόσα τραπέζια είχε για καφέ στον ημιόροφο, μπορεί να είχε κι άλλα, αλλά κόσμο δεν είχε, οπότε αυτό που έχει μείνει στο μυαλό μου είναι εμείς, ένα τραπέζι με καφέδες και γύρω μας βιβλία, ΒΙΒΛΙΑ, όπως στις ζωγραφιές, δυό κοριτσάκια με κόκκινες μύτες και γύρω τους στίβες τα βιβλία.
Εκείνη τη μέρα είναι που ανακαλύψαμε με τη Σταυρούλα ότι, παρόλο που μεγαλώσαμε σε διαφορετικές πόλεις, σε διαφορετικά σχολεία, σε άλλες γειτονιές, πρέπει όμως να ήμασταν συμμαθήτριες... Τα βιβλία που διαβάσαμε, τα βιβλία που δανειστήκαμε από βιβλιοθήκες, οι σκέψεις μας, η ασφυξίες μας, οι τρέλες μας, τα όνειρά μας, όλα τα είχαμε ζήσει, ερήμην μας, μαζί.
Ξεκινώντας από εκείνη τη μέρα αρχίσαμε να χτίζουμε κομματάκι κομματάκι τη σχέση μας, με υλικό τα βιβλία. (Και τους πίνακες. Και τα ταξίδια.) Κι έτσι εμείς οι δύο, οι εντελώς διαφορετικές σε ένα σωρό πράγματα, γίναμε αδελφές.


14.2.14

βόλτα

Περπατάω στο Παρίσι μέσα στο google maps και, χωρίς να θυμάμαι την οδό, βρίσκω το ξενοδοχείο όπου μείναμε πριν 13 χρόνια. Αναγνωρίζω ένα ένα τα μαγαζιά που προσπερνούσαμε τρέχοντας κάθε μέρα λόγω παγωνιάς για να μπούμε στο σταθμό του Μετρό. Βλέπω τους δρόμους, τα κτήρια, τα μπαλκόνια, τα μαγαζιά και τα θυμάμαι σαν να ήταν χθες. Γιατί δεν μπήκαμε στο σουπερμάρκετ; Γιατί δεν καθήσαμε πουθενά για καφέ; Ποιά ήμουν τότε, ήμουν άλλη; Πού ήμουν η εγώ;

5.3.13

άνοιξη

Εν τω μεταξύ, στον κήπο τα γυμνά κλαδιά των δέντρων είναι γεμάτα στρόγγυλους καρπούς σαν κουδουνάκια, σαν δεντρα χριστουγεννιάτικα που ξεράθηκαν μαζί με τα στολίδια τους.

26.2.13

κάτοικος μιας φανταστικής Γάνδης

Είναι μερικές μέρες που πεθαίνω σ'αυτή τη δουλειά-αχ αυτή η δουλειά που με έθρεψε μια ζωή, όμως και μια ζωή με σκότωσε ταυτόχρονα. Αναρωτιέμαι, τις ώρες της ημέρας που είμαι μόνη με τις σκέψεις μου και κοιτάζω τις πλάκες στο πεζοδρόμιο και τις νεραντζιές, γιατί δεν γράφω. Γιατί να γράψω.
Να γράψω για τις ομορφιές της ζωής. Για τον Μισέλ Ντεόν, για το Ένα Μωβ Ταξί, το οποίο παρά τη φρικτή του μετάφραση με έχει μαγέψει. Κατάλαβα γιατί τα Άγρια Άλογα με δάγκωσαν τότε που τα διάβασα-έχει πάνω από είκοσι χρόνια, και με κράτησαν και συνεχώς με παρακινούσαν να τα ξαναδιαβάσω. Η γλώσσα του συγγραφέα ήταν το ποίημα. 
Είναι αυτοί που γράφουν για να χαρίσουν στον κόσμο σαν λουλούδια αυτά το όμορφα που έχουν μέσα τους. Ο τρόπος του Μισέλ Ντεόν.
Έψαχνα πληροφορίες για τον Νίκο Καχτίτση.
Τι προσπαθώ να πω τόση ώρα.
Χρειάζεται ένα τέτοιο άρθρο για να δω τα σημαντικά της ζωής. Και να δω πόσο ασήμαντα είναι τα ασήμαντα.

Ηταν «δύσκολος» και εξ επιλογής εκτός κυκλωμάτων.
Στο Μόντρεαλ αγόρασε ένα παλιό μικρό τυπογραφείο.


(Η δουλειά δεν φταίει ως δουλειά καθεαυτή, είναι οι άνθρωποι που με αφήνουν άναυδη. Οι ίδιοι, παραδόξως, δεν μένουν άναυδοι. Κι έτσι, περνούν πολύ καλύτερα στη δουλειά. Που δεν τους φαίνεται σαν δουλειά γιατί περνούν ωραία.)
Μερικές φορές την ώρα της δουλειάς κάνω στοπ και σκέφτομαι ένα βιβλίο, έναν συγγραφέα, το πλεκτό μου. Για να έρθω στα ίσα μου.
Ο Νίκος Καχτίτσης έπαθε καλπάζουσα λευχαιμία και πέθανε μέσα σ'ένα μήνα. Πριν, κατοίκησε σε μια φανταστική Γάνδη και «έζησε» με τους φίλους του κυρίως μέσω αλληλογραφίας, αφήνωντας πίσω του εκατοντάδες επιστολές προς αυτούς οι οποίες, αν ποτέ δημοσιευθούν, θα αποτελούν το corpus ενός άλλου - άγνωστης μέχρι στιγμής εμβέλειας - λογοτεχνικού έργου. 

  * Τα αποσπάσματα είναι από το κείμενο του Γιάννη Μπασκόζου Το «άλλο» πρόσωπο της ελληνικής λογοτεχνίας.

12.2.13

Όταν έχει απεργία το μετρό, πηγαίνω στη δουλειά με το αυτοκίνητο.

Κατεβαίνοντας την Ιουλιανού, μεσημέρι. Όταν πριν από εικοσιπέντε χρόνια κατέβηκα για δεύτερη φορά στη ζωή μου στην Αθήνα, έμεινα για μια βδομάδα σ'ένα διαμέρισμα της Ιουλιανού. Πήγα με τα πόδια μέχρι τη Νομική Σχολή στη Σίνα για τις εξετάσεις της Τράπεζας βρίσκοντας τον δρόμο μόνη μου σε έναν τουριστικό χάρτη και βγήκα φωτογραφία στο Σύνταγμα φορώντας μαύρα λουστρίνια με βελούδινους φιόγκους.
Ούτε στιγμή δεν φαντάστηκα ότι θα κατέβαινα κάποτε την Ιουλιανού οδηγώντας σημειωτόν, επιστρέφοντας από την δουλειά μου.