Διαβάστε για τον Philani E Dladla εδώ. Δείτε και τα σχόλια.
Έχει και φεισμπουκ.
An Emperor of Books.
Γιατί τέτοιες ιστορίες, (πόσο μα πόσο έχουμε χάσει την εμπιστοσύνη
μας), γιατί μέσα μας παλεύει μονίμως η επιθυμία να είναι αληθινές, με τη
φωνή που λέει κορόιδο, άλλη μια ιστορία που σου πούλησαν.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόσωπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόσωπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
21.6.14
4.6.14
χαρούμενη
Αχ γέρασαν, άσπρισαν, πόσα χρόνια πέρασαν από
τότε που τους πρωτοείδα, σχεδόν τριάντα-το 1984, πάντα μαζί, στην είσοδο
του Ολύμπιον, στους δρόμους του κέντρου, πάντα μας χαιρετούσαν ευγενικά
κι απορούσα, χωρίς να 'χουμε ποτέ γνωριστεί στην πραγματικότητα, εξ
όψεως μόνο, μετά κατάλαβα, όπως γνωρίζουν όλο τον κόσμο του κέντρου της
πόλης.
Τι καλά που μαθαίνω νέα τους, πόσο θα ήθελα να ακούσω κάποτε την ιστορία της ζωής τους.
Πόσο πολύ πολύ με έκανε να χαρώ σήμερα αυτή η φωτογραφία από την parallaxi.
Τι καλά που μαθαίνω νέα τους, πόσο θα ήθελα να ακούσω κάποτε την ιστορία της ζωής τους.
Πόσο πολύ πολύ με έκανε να χαρώ σήμερα αυτή η φωτογραφία από την parallaxi.
10.4.14
RedHat
Δεν είναι ότι μ' ενδιαφέρει η υφαντική με αργαλειό, ούτε πως με συγκινεί ιδιαίτερα η διατήρηση των παραδοσιακών τεχνικών και εργαλείων.
Αλλά θέλω να μοιραστώ αυτό τον ενθουσιασμό και την καλή διάθεση που σου δίνει η χειρωνακτική απασχόληση. Είναι συγκινητικός και υπέροχος.
Κι επίσης την διάθεση της Μαρίας να μοιραστεί τις γνώσεις της, και μάλιστα με τρόπο απλό και εύστοχο. Σαν να τη βλέπω, να πίνει καφέ με μια φίλη της και να λάμπουν τα μάτια της καθώς εξηγεί πρωτόγνωρες, για την άλλη, πληροφορίες.
Στο pokotali.
22.2.14
τι θα φάμε
ΑΠΟΚΡΙΕΣ. ΤΙ ΘΑ ΦΑΜΕ;
Posted on 21/02/2014 by Αλεξάνδρα Θωμά
Αι απόκρεω είναι δυο, η κρεατινή και η τυρινή. Τι θα φάμε λοιπόν. Στην κρεατινή θα κάνουμε μια ωραία κρεατόπιτα και ένα απλό φαγητό όπως κεφτεδάκια με σάλτσα ντομάτας και πιλαφάκι ή μακαρόνια, σαλάτα, τυράκι, και ένα κεϊκ με πορτοκάλι. Κρεατόπιτα ή κοτόπιτα.
Κρεατόπιτα. Υλικά.
Ένας χείμαρρος συνταγές.
Να γινόταν τα βλέπατε την κυρία Αλεξάνδρα, να την ακούγατε. Μιλάει όπως γράφει, κοφτά και γλυκά. Και όλες αυτές οι συνταγές είναι συνεχώς στο τραπέζι τους, μαζί με φίλους, από τα χέρια της νύφης της οι περισσότερες πια.
Posted on 21/02/2014 by Αλεξάνδρα Θωμά
Αι απόκρεω είναι δυο, η κρεατινή και η τυρινή. Τι θα φάμε λοιπόν. Στην κρεατινή θα κάνουμε μια ωραία κρεατόπιτα και ένα απλό φαγητό όπως κεφτεδάκια με σάλτσα ντομάτας και πιλαφάκι ή μακαρόνια, σαλάτα, τυράκι, και ένα κεϊκ με πορτοκάλι. Κρεατόπιτα ή κοτόπιτα.
Κρεατόπιτα. Υλικά.
Ένας χείμαρρος συνταγές.
Να γινόταν τα βλέπατε την κυρία Αλεξάνδρα, να την ακούγατε. Μιλάει όπως γράφει, κοφτά και γλυκά. Και όλες αυτές οι συνταγές είναι συνεχώς στο τραπέζι τους, μαζί με φίλους, από τα χέρια της νύφης της οι περισσότερες πια.
25.12.13
η ευχή μου για το νέο χρόνο
"I need to get to Vegas. That's the place to be!"
"What would you do in Vegas?"
"Don't know. Never been."
"What would you do in Vegas?"
"Don't know. Never been."
Η ευχή μου είναι να θέλω. Να έχω επιθυμία και σχέδια.
(Αυγίτσα, δε μοιάζει στη μαμά της συμμαθήτριάς σου της Ελένης; Σε όλα;)
16.12.13
ιστορίες για να συνεχίζουμε
Να μια χριστουγεννιάτικη ιστορία. Να η απόδειξη ότι δεν χρειάζεται να περιμένεις την επόμενη ζωή για να ξαναγεννηθείς.
"I’m a substance abuse counselor. I always try to create a linkage between me and the people I’m trying to help— to let them know that we’re doing this together. Because I’ve been there and done that."
“What were you addicted to?”
“I was addicted to lifestyle, actually. I was a substance abuse dealer. I started with marijuana, then graduated to cocaine, then eventually I even had people working under me.”
“What made you start dealing drugs?”
“It’s a long story, but I think it comes down to not having a family. My mom wasn’t around. My stepfather abused my sister. I think I was looking for a family. And with drugs and money, I managed to create a group of people who were loyal to me.”
"I’m a substance abuse counselor. I always try to create a linkage between me and the people I’m trying to help— to let them know that we’re doing this together. Because I’ve been there and done that."
“What were you addicted to?”
“I was addicted to lifestyle, actually. I was a substance abuse dealer. I started with marijuana, then graduated to cocaine, then eventually I even had people working under me.”
“What made you start dealing drugs?”
“It’s a long story, but I think it comes down to not having a family. My mom wasn’t around. My stepfather abused my sister. I think I was looking for a family. And with drugs and money, I managed to create a group of people who were loyal to me.”
12.12.13
you get used to things
"I've put in a lot of years behind prison walls. You get used to things when you're in there. You get comfortable with people telling you what to do, when to get up, when to go to sleep. And when you get out, you don't really know what to do with your freedom. They might not admit it, but most guys who come out are looking for a way back in."
* * *
Aυτό λέγεται ιδρυματοποίηση; Tο ίδιο παθαίνεις
και όταν βγεις στη σύνταξη; Fαίνεται εξωπραγματικά φρικτό αλλά
ταυτόχρονα φαίνεται και πολύ αληθινό.
4.12.13
humans
"We saw each other in the hall, and knew that we should know each other."
* * *
Κάτι τέτοια, εικόνες&κείμενα, τα θεωρώ ποιήματα, ξεχνάω ότι δουλεύω
σε τράπεζα, νομίζω ότι έζησα όλη μου τη ζωή δίπλα σε τέτοιους,
κανονικούς ανθρώπους.
Θέλω να πω ότι, αυτούς τους ανθρώπους, με την φαινομενικά τόσο περίεργη εμφάνιση και τρόπο σκέψης, τους βλέπω σαν εντελώς φυσιολογικούς και ανθρώπινους, σε αντίθεση με τους επιτηδευμένους της καθημερινότητάς μου. Και αυτή η παραδοξότητα με εκπλήσσει, αυτή η σύγκρουση όπου το παράξενο είναι το φυσιολογικό και το σύνηθες είναι το ψεύτικο...
Όμως ούτε στιγμή δεν αμφιβάλλω. Μόνο παραξενεύομαι. Και κυρίως χαίρομαι.
Θέλω να πω ότι, αυτούς τους ανθρώπους, με την φαινομενικά τόσο περίεργη εμφάνιση και τρόπο σκέψης, τους βλέπω σαν εντελώς φυσιολογικούς και ανθρώπινους, σε αντίθεση με τους επιτηδευμένους της καθημερινότητάς μου. Και αυτή η παραδοξότητα με εκπλήσσει, αυτή η σύγκρουση όπου το παράξενο είναι το φυσιολογικό και το σύνηθες είναι το ψεύτικο...
Όμως ούτε στιγμή δεν αμφιβάλλω. Μόνο παραξενεύομαι. Και κυρίως χαίρομαι.
5.10.13
ποίημα
Δεν θέλω πια παρά ένα μόνο δρόμο
και τη σιωπή για να κρυφτώ,και ξέρω πως μάχομαι για ένα λυκόφως καταδικασμένο.
* * *
~ Συγγραφική πορεία, από το ημερολόγιο ενός φιλέλληνα, εκδόσεις Χατζηνικολή
22.10.12
οι άνθρωποι, απλά, αδειάζουν 22102012
Αντιγράφω από το Letters of Note:
In 1969, publisher John Martin offered to pay Charles Bukowski $100 each and every month for the rest of his life, on one condition: that he quit his job at the post office and become a writer. 49-year-old Bukowski did just that, and in 1971 his first novel, Post Office, was published by Martin's Black Sparrow Press.
15 years later, Bukowski wrote the following letter to Martin and spoke of his joy at having escaped full time employment.
Όπου ανάμεσα σε άλλα, γράφει:
And what hurts is the steadily diminishing humanity of those fighting to hold jobs they don't want but fear the alternative worse. People simply empty out. They are bodies with fearful and obedient minds. The color leaves the eye. The voice becomes ugly. And the body. The hair. The fingernails. The shoes. Everything does.
In 1969, publisher John Martin offered to pay Charles Bukowski $100 each and every month for the rest of his life, on one condition: that he quit his job at the post office and become a writer. 49-year-old Bukowski did just that, and in 1971 his first novel, Post Office, was published by Martin's Black Sparrow Press.
15 years later, Bukowski wrote the following letter to Martin and spoke of his joy at having escaped full time employment.
Όπου ανάμεσα σε άλλα, γράφει:
And what hurts is the steadily diminishing humanity of those fighting to hold jobs they don't want but fear the alternative worse. People simply empty out. They are bodies with fearful and obedient minds. The color leaves the eye. The voice becomes ugly. And the body. The hair. The fingernails. The shoes. Everything does.
7.7.12
χαίρω πολύ κύριε Χιμένες
Πουέρτο Ρίκο, άνοιξη του 1956. Ο Χουάν Ραμόν είχε περάσει τη ζωή του πιστεύοντας ότι ανά πάσα στιγμή θα
μπορούσε να πεθάνει. Του έλεγαν: "Τα λέμε αύριο". Κι αυτός συνήθως
απαντούσε: "Αύριο; Και πού θα είμαι εγώ αύριο;" Παρ'όλα αυτά, όταν μετά
από αυτόν τον αποχαιρετισμό έμενε μόνος και πήγαινε στο σπίτι του,
παρέμενε ήρεμος και καθόταν να κοιτάζει τα χαρτιά και τα πράγματά του.
Οι φίλοι του έλεγαν πώς ταλαντευόταν ανάμεσα στην ιδέα ότι μπορούσε να
πεθάνει όπως ο πατέρας του, ενώ κοιμόταν -εκείνον τον είχαν ξυπνήσει
ταρακουνώντας τον για να του πουν την είδηση- και την ιδέα ότι σωματικά
δεν του συνέβαινε τίποτα. Ο ίδιος περιέγραψε αυτή την άποψη την
προσωπικότητάς του σαν "απροστάτευτη αριστοκρατία".
Είχε περάσει τη ζωή του πιστεύοντας ότι ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να πεθάνει, όμως ποτέ δεν του πέρασε από το νου η σκέψη ότι θα πέθαινε πρώτη η Ζηνοβία, η γυναίκα του, η ερωμένη του, η αρραβωνιστικιά του, η γραμματέας του, το χέρι του για καθετί πρακτικό ("ο κουρέας του", έφτασε να πει μιλώντας γι'αυτήν) ο σωφέρ του, η ψυχή του.
Πουέρτο Ρίκο, άνοιξη του 1956. Η Ζηνοβία επιστρέφει από τη Βοστώνη για να πεθάνει στο πλευρό του Χουάν Ραμόν. Δυό χρόνια αγωνίστηκε με θάρρος ενάντια στον καρκίνο αλλά την υπέβαλλαν σε μια υπερβολική θεραπεία με ακτινοβολίες και της έκαψαν τη μήτρα. Η άφιξή της στο Σαν Χουάν, χωρίς να το ξέρει, συμπίπτει με την άφιξη κάποιων Σουηδών δημοσιογράφων, που γνωρίζουν ήδη ότι το βραβείο Νόμπελ εκείνης της χρονιάς θα απονεμηθεί στον Ισπανό ποιητή. Ο ανταποκριτής μιας σουηδικής εφημερίδας στη Νέα Υόρκη ζητά από τη Στοκχόλμη να επισπεύσει την απονομή του βραβείου για να προλάβει να το μάθει η Ζηνοβία πριν πεθάνει. Όμως όταν εκείνη το μαθαίνει, δεν μπορεί πια να μιλήσει. Ψιθυρίζει ένα νανούρισμα -λένε ότι η φωνή της θύμιζε τον αμυδρό ήχο του χαρτιού που τσαλακώνεται- και την επομένη μέρα πεθαίνει.
Ο Χουάν Ραμόν, βραβείο Νόμπελ, μένει σαν ανάπηρος. Το νανούρισμα έχει διαπεράσει την απροστάτευτη αριστοκρατία. Όταν μετά την κηδεία τον πάνε πίσω στο σπίτι του, η υπηρέτρια -που ζει ακόμα, είναι πάνω από ενενήντα χρονών και τα θυμάται πολύ καλά όλα αυτά, τα αφηγείται σήμερα στο Σαν Χουάν σε όποιον τη ρωτήσει σχετικά- θα γίνει μάρτυρας μιας παρανοικής συμπεριφοράς, προμήνυμα του προσηλυτισμού του Χουάν Ραμόν στην τέχνη του Όχι.
Όλη η δουλειά που είχε κάνει η Ζηνοβία οργανώνοντας σοφά το έργο του άντρα της, όλο εκείνο το έργο τόσων χρόνων, όλη εκείνη η μεγαλειώδης και υπομονετική εργασίας της πιστής μέχρι το θάνατο ερωτευμένης γυναίκας, χαραμίζεται όταν ο Χουάν Ραμόν τα κάνει όλα άνω κάτω, απελπισμένος, τα πετάει με δύναμη στο πάτωμα και τα τσαλαπατάει οργισμένος. Από τη στιγμή που η Ζηνοβία έχει πεθάνει, δεν τον ενδιαφέρει πια το έργο του. Θα πέσει από εκείνη τη μέρα σε μια απόλυτη λογοτεχνική σιωπή, δεν θα ξαναγράψει ποτέ πια. Θα ζει μονάχα για να τσαλαπατάει μέχρι τέλους, σαν πληγωμένο ζώο, το ίδιο του το έργο. Θα ζει μονάχα για να λέει στον κόσμο οτι τον ενδιέφερε να γράφει μόνο επειδή ζούσε η Ζηνοβία. Αφού πέθανε εκείνη, πέθαναν τα πάντα. Ούτε μια γραμμή παραπάνω, μόνο βαθιά ζωώδης σιωπή. Και στο βάθος του βάθους μια αξέχαστη φράση του Χουάν Ραμόν -δεν ξέρω πότε την είπε αλλά το σίγουρο είναι πως την είπε- για την ιστορία του Όχι: "Το καλύτερο έργο μου είναι η μεταμέλεια για το έργο μου".
~ Ενρίκε Βίλα-Μάτας, Μπάρτλεμπυ και Σία
Είχε περάσει τη ζωή του πιστεύοντας ότι ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να πεθάνει, όμως ποτέ δεν του πέρασε από το νου η σκέψη ότι θα πέθαινε πρώτη η Ζηνοβία, η γυναίκα του, η ερωμένη του, η αρραβωνιστικιά του, η γραμματέας του, το χέρι του για καθετί πρακτικό ("ο κουρέας του", έφτασε να πει μιλώντας γι'αυτήν) ο σωφέρ του, η ψυχή του.
Πουέρτο Ρίκο, άνοιξη του 1956. Η Ζηνοβία επιστρέφει από τη Βοστώνη για να πεθάνει στο πλευρό του Χουάν Ραμόν. Δυό χρόνια αγωνίστηκε με θάρρος ενάντια στον καρκίνο αλλά την υπέβαλλαν σε μια υπερβολική θεραπεία με ακτινοβολίες και της έκαψαν τη μήτρα. Η άφιξή της στο Σαν Χουάν, χωρίς να το ξέρει, συμπίπτει με την άφιξη κάποιων Σουηδών δημοσιογράφων, που γνωρίζουν ήδη ότι το βραβείο Νόμπελ εκείνης της χρονιάς θα απονεμηθεί στον Ισπανό ποιητή. Ο ανταποκριτής μιας σουηδικής εφημερίδας στη Νέα Υόρκη ζητά από τη Στοκχόλμη να επισπεύσει την απονομή του βραβείου για να προλάβει να το μάθει η Ζηνοβία πριν πεθάνει. Όμως όταν εκείνη το μαθαίνει, δεν μπορεί πια να μιλήσει. Ψιθυρίζει ένα νανούρισμα -λένε ότι η φωνή της θύμιζε τον αμυδρό ήχο του χαρτιού που τσαλακώνεται- και την επομένη μέρα πεθαίνει.
Ο Χουάν Ραμόν, βραβείο Νόμπελ, μένει σαν ανάπηρος. Το νανούρισμα έχει διαπεράσει την απροστάτευτη αριστοκρατία. Όταν μετά την κηδεία τον πάνε πίσω στο σπίτι του, η υπηρέτρια -που ζει ακόμα, είναι πάνω από ενενήντα χρονών και τα θυμάται πολύ καλά όλα αυτά, τα αφηγείται σήμερα στο Σαν Χουάν σε όποιον τη ρωτήσει σχετικά- θα γίνει μάρτυρας μιας παρανοικής συμπεριφοράς, προμήνυμα του προσηλυτισμού του Χουάν Ραμόν στην τέχνη του Όχι.
Όλη η δουλειά που είχε κάνει η Ζηνοβία οργανώνοντας σοφά το έργο του άντρα της, όλο εκείνο το έργο τόσων χρόνων, όλη εκείνη η μεγαλειώδης και υπομονετική εργασίας της πιστής μέχρι το θάνατο ερωτευμένης γυναίκας, χαραμίζεται όταν ο Χουάν Ραμόν τα κάνει όλα άνω κάτω, απελπισμένος, τα πετάει με δύναμη στο πάτωμα και τα τσαλαπατάει οργισμένος. Από τη στιγμή που η Ζηνοβία έχει πεθάνει, δεν τον ενδιαφέρει πια το έργο του. Θα πέσει από εκείνη τη μέρα σε μια απόλυτη λογοτεχνική σιωπή, δεν θα ξαναγράψει ποτέ πια. Θα ζει μονάχα για να τσαλαπατάει μέχρι τέλους, σαν πληγωμένο ζώο, το ίδιο του το έργο. Θα ζει μονάχα για να λέει στον κόσμο οτι τον ενδιέφερε να γράφει μόνο επειδή ζούσε η Ζηνοβία. Αφού πέθανε εκείνη, πέθαναν τα πάντα. Ούτε μια γραμμή παραπάνω, μόνο βαθιά ζωώδης σιωπή. Και στο βάθος του βάθους μια αξέχαστη φράση του Χουάν Ραμόν -δεν ξέρω πότε την είπε αλλά το σίγουρο είναι πως την είπε- για την ιστορία του Όχι: "Το καλύτερο έργο μου είναι η μεταμέλεια για το έργο μου".
~ Ενρίκε Βίλα-Μάτας, Μπάρτλεμπυ και Σία
18.3.12
λογοτεχνία
Έγινα μεταφραστής τυχαία, όσο βρισκόμουν στη φυλακή στα χρόνια της δικτατορίας. Ο Στρατής Τσίρκας μου μήνυσε πως έπρεπε να μεταφράσω το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, του Μαρσέλ Προύστ. Χωρίς άλλη κουβέντα, μου έστειλε τον πρώτο τόμο για ν'αρχίσω. Διαμαρτυρήθηκα. Εξήγησα πως δεν μπορούσα να καταπιαστώ μ'ένα τέτοιο εγχείρημα μη έχοντας μεταφραστική πείρα. Αρνήθηκα. Ύστερα από δεκαπέντε μέρες, στο επόμενο επισκεπτήριο της γυναίκας μου, ζητούσε κιόλας τα πρώτα χειρόγραφα. Δεν μπορούσα να φαντασθώ τις συνέπειες της πρότασης του Τσίρκα. Όχι μόνο πάνω στην προσωπική μου ζωή, που διαμορφώθηκε από τότε εντελώς διαφορετικά, αλλά και στον τρόπο της σκέψης μου, στις σχέσεις μου με τη λογοτεχνία και το γράψιμο...
(Αποσπάσματα από σημειώματα δημοσιευμένα στο συλλογικό τόμο Παύλος Ζάννας, α'έκδοση 1993, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, β'έκδοση 1999.)
* Αντιγράφω από το Πρώτο Πλάνο, τεύχος 261, 14ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης για την ευτυχή συγκυρία της συνάντησής των Παύλου Ζάννα-Στρατή Τσίρκα-Μαρσέλ Προυστ.
(Αποσπάσματα από σημειώματα δημοσιευμένα στο συλλογικό τόμο Παύλος Ζάννας, α'έκδοση 1993, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, β'έκδοση 1999.)
* Αντιγράφω από το Πρώτο Πλάνο, τεύχος 261, 14ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης για την ευτυχή συγκυρία της συνάντησής των Παύλου Ζάννα-Στρατή Τσίρκα-Μαρσέλ Προυστ.
14.1.12
χάρηκα
@moloch82 Apostolos Gk
Ζέστανα και πήγα λίγο από το φαγητό στο Σπύρο, τον άστεγο εδώ δίπλα. "Ρε παιδιά θα με κάνετε τετράπαχο", είπε. Χάρηκα :-)
20 hours ago
Δεν ξέρω και πολλά για το τουίτερ, δεν θέλω να γράψω για τον καρκίνο, για τον αρκούδο, συνήθως στέλνω λίνκς σε ένα-δύο άτομα αλλά τελευταία το έκοψα-σκέφτομαι πως ο καθένας βρίσκει ότι ψάχνει,
αλλά δεν μπορώ, τη χαρά, όταν τη βρίσκω, να μην την μοιραστώ, ακόμη και με το υπερπέραν.
Ζέστανα και πήγα λίγο από το φαγητό στο Σπύρο, τον άστεγο εδώ δίπλα. "Ρε παιδιά θα με κάνετε τετράπαχο", είπε. Χάρηκα :-)
20 hours ago
Δεν ξέρω και πολλά για το τουίτερ, δεν θέλω να γράψω για τον καρκίνο, για τον αρκούδο, συνήθως στέλνω λίνκς σε ένα-δύο άτομα αλλά τελευταία το έκοψα-σκέφτομαι πως ο καθένας βρίσκει ότι ψάχνει,
αλλά δεν μπορώ, τη χαρά, όταν τη βρίσκω, να μην την μοιραστώ, ακόμη και με το υπερπέραν.
1.11.11
παιδάκια έχεις;
Εμείς δεν κάναμε παιδιά. Μα με τον άντρα μου είχαμε μια υπέροχη σχέση. Η ζωή μου δίπλα του πέρασε όμορφα, ήμασταν ευτυχισμένοι, η ζωή μου ήταν σαν μέλι.
Ήμασταν αριστεροί, εξορίες, στη χούντα να φανταστείς μας συνέλαβαν την ίδια μέρα.
Όχι, γιατί να στεναχωρηθώ που δεν έκανα παιδιά; Έτσι ήρθαν τα πράγματα, τι να κάνουμε;
Στη ζωή δεν πρέπει να το βάζεις κάτω ποτέ. Αρκεί να φροντίσεις να τηρείς ένα-δυό πράγματα για να μπορέσεις να ζήσεις ευτυχισμένος.
Να μην είσαι ανταγωνιστικός. Να έχεις μέσα σου καλοσύνη. Και ποτέ να μην το βάζεις κάτω. Ποτέ. Να συνεχίζεις. Μπορείς. Το πόσα μπορεί ο άνθρωπος είναι απίστευτο, όλα τα μπορεί, όλα ότι βάλει με το νου του.
Και τώρα που είναι έτσι τα πράγματα, πάλι ξέρω πως θα τα καταφέρουμε. Θα βάλουμε το κεφάλι κάτω και θα δουλέψουμε.
Ο άνθρωπος μπορεί και με πολλά, μπορεί και με λίγα. Δε χάνεται. Τα καταφέρνει.
Σε κουράζω τώρα που σου τα λέω αυτά; Να με συγχωρείς.
Είμαι γεννημένη το 1927. Έχει επτά χρόνια που έχασα τον άντρα μου.
Και τώρα που με βλέπεις να έρχομαι, είναι για τον εγγονό της αδελφής μου, καλό παιδί μα έκανε ένα γάμο χάλια-χάλια. Γι' αυτό έρχομαι και πληρώνω το δάνειό του, τι να κάνω;
Μη με βλέπεις έτσι, στη ζωή μου ποτέ δεν το έβαλα κάτω εγώ. Είμαι πολύ δυνατός άνθρωπος.
Δεν με άφησε να τη βοηθήσω να σηκωθεί από την καρέκλα. Έκανε μία, δύο, τρεις, τέσσερις προσπάθειες, κάποια στιγμή κατάφερε να σηκωθεί και να στηριχτεί στο μπαστούνι της.
Ήμασταν αριστεροί, εξορίες, στη χούντα να φανταστείς μας συνέλαβαν την ίδια μέρα.
Όχι, γιατί να στεναχωρηθώ που δεν έκανα παιδιά; Έτσι ήρθαν τα πράγματα, τι να κάνουμε;
Στη ζωή δεν πρέπει να το βάζεις κάτω ποτέ. Αρκεί να φροντίσεις να τηρείς ένα-δυό πράγματα για να μπορέσεις να ζήσεις ευτυχισμένος.
Να μην είσαι ανταγωνιστικός. Να έχεις μέσα σου καλοσύνη. Και ποτέ να μην το βάζεις κάτω. Ποτέ. Να συνεχίζεις. Μπορείς. Το πόσα μπορεί ο άνθρωπος είναι απίστευτο, όλα τα μπορεί, όλα ότι βάλει με το νου του.
Και τώρα που είναι έτσι τα πράγματα, πάλι ξέρω πως θα τα καταφέρουμε. Θα βάλουμε το κεφάλι κάτω και θα δουλέψουμε.
Ο άνθρωπος μπορεί και με πολλά, μπορεί και με λίγα. Δε χάνεται. Τα καταφέρνει.
Σε κουράζω τώρα που σου τα λέω αυτά; Να με συγχωρείς.
Είμαι γεννημένη το 1927. Έχει επτά χρόνια που έχασα τον άντρα μου.
Και τώρα που με βλέπεις να έρχομαι, είναι για τον εγγονό της αδελφής μου, καλό παιδί μα έκανε ένα γάμο χάλια-χάλια. Γι' αυτό έρχομαι και πληρώνω το δάνειό του, τι να κάνω;
Μη με βλέπεις έτσι, στη ζωή μου ποτέ δεν το έβαλα κάτω εγώ. Είμαι πολύ δυνατός άνθρωπος.
Δεν με άφησε να τη βοηθήσω να σηκωθεί από την καρέκλα. Έκανε μία, δύο, τρεις, τέσσερις προσπάθειες, κάποια στιγμή κατάφερε να σηκωθεί και να στηριχτεί στο μπαστούνι της.
3.9.11
παραμύθια
Ζήλευα το καθετί που είχε ζήσει δίχως εμένα, αν και ήξερα ότι δεν έπρεπε ν'αφήνω να φωλιάζουν στην καρδιά μου τέτοια συναισθήματα, αφού χάρη στην καλοσύνη του θεού αξιώθηκα να μοιραστώ με τον Σεμπάστιαν σχεδόν τη μισή ζωή του.
* Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο Μικρό Χρονικό της Άννας Μαγκνταλένα Μπαχ και ο πίνακας του Vladimir Volegov: Hydrangeas
* * * * *
Η Άννα Μαγκνταλένα ήταν η δεύτερη γυναίκα του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπάχ. Ήταν είκοσι χρονών όταν παντρεύτηκαν, και παρέλαβε τέσσερα παιδιά (από τα επτά που έφερε στον κόσμο πριν φύγει ξαφνικά από τη ζωή και η ίδια) από την πρώτη του σύζυγο, την Μαρία Μπάρμπαρα. Του έκανε ακόμη δεκατρία παιδιά η ίδια (από τα οποία επέζησαν τα έξι).
Έτσι, μεγάλωσε μεγαλώνοντας δέκα παιδιά μέσα σ' ένα σπίτι όπου (σύμφωνα με το ανωτέρω Μικρό Χρονικό) βασίλευαν η μουσική και η αγάπη.
7.8.11
ήλιος θα είναι
Ό,τι πολύ επιθύμησες, θά 'ρθει μια μέρα
χωρίς να το 'χεις επιδιώξει,
χωρίς να το 'χεις για δικό σου ονειρευθεί.
Ό,τι είχες επιδιώξει σε πόνεσε πολύ,
το χάρηκες, αλλά σε πόνεσε πολύ,
το έχασες στο τέλος κι έμεινες,
είπες πως η ζωή σου είναι
πικρία μεστή, κλειστή,
κι αφέθηκες να ζεις στη μοναξιά σου.
Ό,τι πολύ επιθύμησες, θα 'ρθει μια μέρα.
Ήλιος θα είναι, θα είναι θάλασσα,
θα 'ναι κάποιο βουνό,
μια ρεματιά πρωτόγνωρη,
η νύχτα στο βουνό,
μια ευφροσύνη πρωταγρίκητη,
μια τόλμη, ένα φρόνημα πρωτόφαντο,
κάτι ανεμώνες που θα φέγγουν στις πλαγιές,
κάτι ανεμώνες που θα μείνουν
ξεχασμένες στο χορτάρι σας,
σημάδι της πλαγιάς
όπου σου δόθηκε ο έρωτας,
μέσα στη νύχτα,
μες στην ομίχλη του βουνού,
κάτω απ' τα στίλβοντα άστρα.
Ό,τι πολύ επιθύμησες,
θά 'ρθει μια μέρα που θα το χάσεις.
Τόσο αναπάντεχα, τόσο άδικα, τόσο νωρίς.
Μα αυτό θα σε πληρώνει τόσο ως μέσα σου,
θα σ' έχει κάνει πλούσιο τόσο, τόσον ώριμο,
θα σ' έχει φέρει τόσο μέσα
στο όλο νόημα της ζωής σου,
της ζωής όλου του κόσμου,
που μια και κάποτε το απόχτησες,
το αξιώθηκες, σου μένει δώρο σου ακριβό,
βαθιά αναφαίρετο, που το κατέχεις εσαεί,
σάρκα της σάρκας σου,
χωρίς ν' αφήνει ούτε μια πτυχή κενή
για την ενέδρα της φθοράς και της πικρίας.
* * * * *
Το Τέλος της Ζήλειας, Μαρσέλ Προυστ
Η γραφή του Προύστ είναι δύσκολη: πολύ μεγάλες προτάσεις (πολύ μεγάλες, συχνά πιάνουν παραγράφους ολόκληρες, σελίδες σχεδόν ολόκληρες) στις οποίες είναι πολύ εύκολο να χάσεις το νόημα, ή για να είμαι πιο ακριβής, στις οποίες με πολύ προσπάθεια βρίσκεις και κρατάς τον ειρμό της σκέψης σου/του.
χωρίς να το 'χεις επιδιώξει,
χωρίς να το 'χεις για δικό σου ονειρευθεί.
Ό,τι είχες επιδιώξει σε πόνεσε πολύ,
το χάρηκες, αλλά σε πόνεσε πολύ,
το έχασες στο τέλος κι έμεινες,
είπες πως η ζωή σου είναι
πικρία μεστή, κλειστή,
κι αφέθηκες να ζεις στη μοναξιά σου.
Ό,τι πολύ επιθύμησες, θα 'ρθει μια μέρα.
Ήλιος θα είναι, θα είναι θάλασσα,
θα 'ναι κάποιο βουνό,
μια ρεματιά πρωτόγνωρη,
η νύχτα στο βουνό,
μια ευφροσύνη πρωταγρίκητη,
μια τόλμη, ένα φρόνημα πρωτόφαντο,
κάτι ανεμώνες που θα φέγγουν στις πλαγιές,
κάτι ανεμώνες που θα μείνουν
ξεχασμένες στο χορτάρι σας,
σημάδι της πλαγιάς
όπου σου δόθηκε ο έρωτας,
μέσα στη νύχτα,
μες στην ομίχλη του βουνού,
κάτω απ' τα στίλβοντα άστρα.
Ό,τι πολύ επιθύμησες,
θά 'ρθει μια μέρα που θα το χάσεις.
Τόσο αναπάντεχα, τόσο άδικα, τόσο νωρίς.
Μα αυτό θα σε πληρώνει τόσο ως μέσα σου,
θα σ' έχει κάνει πλούσιο τόσο, τόσον ώριμο,
θα σ' έχει φέρει τόσο μέσα
στο όλο νόημα της ζωής σου,
της ζωής όλου του κόσμου,
που μια και κάποτε το απόχτησες,
το αξιώθηκες, σου μένει δώρο σου ακριβό,
βαθιά αναφαίρετο, που το κατέχεις εσαεί,
σάρκα της σάρκας σου,
χωρίς ν' αφήνει ούτε μια πτυχή κενή
για την ενέδρα της φθοράς και της πικρίας.
* * * * *
Το Τέλος της Ζήλειας, Μαρσέλ Προυστ
Ε, λοιπόν στο παραπάνω βιβλίο μετά τις 2-3 πρώτες σελίδες ανάγνωσης, γύρισα έκπληκτη ν' άναζητήσω τον μεταφραστή: το κείμενο κυλάει με τόση άνεση, που όχι μόνο το νόημα δε χάνεις, μα απολαμβάνεις επιπρόσθετα και τις λέξεις που έχουν επιλεχθεί. Αυτό δηλαδή που λέμε λογοτεχνία. Και που είναι από τα πιό δύσκολα το να διατηρηθεί στη μετάφραση. Εκτός κι αν είσαι ο Παύλος Ζάννας (για τον Προύστ). Ή ο Νάσος Δετζώρτζης, όπως αποδείχθηκε.
Δεν τον ήξερα τον Νάσο Δετζώρτζη. Έμαθα πως ήταν στη ζωή του τόσο λογοτέχνης όσο μου τον παρουσίασε το έργο του.
Το παραπάνω είναι ένα ποίημά του που βρήκα εδώ.
10.5.11
avatar
H Hideko Takamine γεννήθηκε στις 27 Μαρτίου του 1924.Παιδί-θαύμα του Ιαπωνικού κινηματογράφου από το 1929, αποθεώθηκε από τον Mikio Naruse στο Όταν μια Γυναίκα Ανεβαίνει τις Σκάλες.
Στον κόσμο των φίλμς μέχρι το 1979 και μετά μια πνευματώδης δοκιμιογράφος (μτφ. google translate/wikipedia).
Πενήντα πέντε χρόνια παντρεμένη με τον Zenzo Matsuyama, σκηνοθέτη και συν-σεναριογράφο του The Human Condition (της εννιάωρης ταινίας του Masaki Kobayashi): από το 1955 μέχρι το θάνατό της στις 28 Δεκεμβρίου του 2010.
Μερικούς μήνες μετά, βλέπω την ταινία και μαγεύομαι, κι εγώ, από την κομψότητά της, από τη γλυκύτητα του προσώπου και του χαρακτήρα της.
Naruse once remarked: "From the youngest age, I have thought that the world we live in betrays us. Τhis thought still remains with me."
* ε, τα προφανή:
ω, τι θαύμα, θαύμα, να μένεις μ' έναν άνθρωπο πενήντα πέντε χρόνια, μια ζωή, μέχρι να σας χωρίσει ο θάνατος... Δεν αναρωτιέμαι καθόλου αν η σχέση τους κατέληξε συμβατική, αν έσερναν τις παντόφλες τους μέσα σε σιωπηλά δωμάτια, αν ήταν καρφωμένοι αυτός στις ταινίες του κι αυτή στα γραπτά της. Αυτό αποκλείεται. Είμαι σίγουρη ότι πέρσι τέτοιον καιρό βγήκαν μαζί να δουν τα πορτοκαλί φύλλα των japanese maples στο πάρκο...
ω, αυτό που είπε ο Ναρούσε δεν μπόρεσα να το μεταφράσω, χάνει τη λεπτότητά του άμα του αλλάξεις γλώσσα... Εξάλλου, τι λεω είπε, μέσα απ' τα δόντια του, μονολόγησε... Εμείς τι ανακατευόμαστε με τις σκέψεις του;
ω, μήπως πρν γεννηθώ έτσι, ήμουν γιαπωνέζα γκέισα;
23.4.11
20.3.11
10.2.11
Εφτούνα που ζεις είναι η ζωή σου
«Εβρήκε ο άντρας μου πέρα, στην Ιερά Οδό. Εφτιασε τα συμβόλαια κι αγόρασε ένα οικοπεδάκι. Είχε δυο δωμάτια, ένα κουζινάκι. Τα σουλουπώσαμε. Εκάτσαμε μέσα. Δίχως πόρτες, δίχως παράθυρα. Ηρθε κι η μάνα μου μαζί. Να με βοηθήσει. […] Καθότανε κι η μάνα μου παρέκει. Στο ντιβανάκι της. Είχε και το μύλο της. Γκρούγκου, γκρούγκου. Αλεθε. Εκαμε τον καφέ της. Δεν εμιλάγαμε. Τα μάτια μου ήσαν θολά. Μ’ ήβλεπε που ήμουνα πια να σκάσω. “Ολα για τους ανθρώπους είναι, θυγατέρα. Και τα ψηλά και τα χαμηλά. Θα σιάξουν τα πράματα”. “Πότε μάνα; Πότε; Θαρρείς ίσαμε τώρα έχω καλά περάσει στη ζωή μου εγώ;” “Αλλο δεν έχει, θυγατέρα. Εφτούνα που ζεις είναι η ζωή σου. Αμέ τι νόμισες;” “Εμόχθησα, εδούλεψα, εκουράστηκα. Πάλι στον γκρεμό θα κρέμομαι; Κουράστηκα”. “Τράβα να ξαπλώσεις λιγάκι, θα τις εσυγυρίσω ‘γω τις μπάμιες, έχει για όλους ο Θεός”».
Δεν μπόρεσα να μην το μοιραστώ αυτό. Το έχω εδώ και μέρες ανοιχτό, το βλέπω, το ξαναβλέπω, δεν κλείνω το παράθυρο.
Θέλει μεγάλη κουβέντα.
Είναι από την καθημερινή, του Νίκου Ξυδάκη. Κι εδώ, λέει κι άλλα.
Δεν μπόρεσα να μην το μοιραστώ αυτό. Το έχω εδώ και μέρες ανοιχτό, το βλέπω, το ξαναβλέπω, δεν κλείνω το παράθυρο.
Θέλει μεγάλη κουβέντα.
Είναι από την καθημερινή, του Νίκου Ξυδάκη. Κι εδώ, λέει κι άλλα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







