Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα της δουλειάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα της δουλειάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13.10.15

(*) τα χρόνια ήταν 18+2+7

Για χρόνια (*) έπινα ένα φρικτό Νες καφέ με αφρό σαπουνόνερου που είχε αφήσει ο καφετζής στο γκισέ ώρα πριν φτάσω να καθήσω στη θέση μου.
Για λίγο καιρό (*) λυσσούσα χωρίς καφέ μέχρι τις 10, που άνοιγε το Τρε Μαριε κι έφτιαχνε τον καλύτερο καπουτσίνο (με κανέλλα) που έχω πιει εβερ.
Για χρόνια (*) μετά, είχα ένα διπλό εσπρέσο από το Έβερεστ ή την Κανέλλα-Βανιλια, σε πλαστικό, με καλαμάκι, από τις 7:30 μέχρι τη λήξη βάρδιας.
Θέλω να καταλήξω στο ω πως περνούν τα χρόνια και ω τι ωραία που υπάρχει ο καφές και ω τι ωραία όλα.

13.6.14

μια τόσο καλή κυρία

"Σπούδασε αρχιτέκτονας με ειδίκευση στις γέφυρες στην Αμερική. Έχει λίγο καιρό τώρα που πήγε στο Ντουμπάι γιατί εκεί βρήκε δουλειά, μα είναι δύσκολο τόσο νέος στη χώρα να βρει να νοικιάσει αξιοπρεπές κατάλυμα. Έτσι αναγκαστικά μένει για την ώρα σ' ένα διαμέρισμα μ' ένα σωρό εργάτες που έχουν πάει εκεί επίσης για δουλειά, Ινδούς και τέτοια, και αναγκάζεται να τους βλέπει να ζουν στοιβαγμένοι και να τρώνε όλοι μαζί ρύζι με το χέρι από μια πιατέλα."
(hashtag: όλοι οι μετανάστες είναι ίσοι αλλά μερικοί είναι πιο ίσοι από τους άλλους)

Το παραπάνω είναι πραγματικό, μου το είπε μια κυρία σήμερα στη δουλειά και αφορά ένα παλικάρι, συγγενή της. Μέσα στην γενικότερη κουβέντα περί ανεργίας στη χώρα μας. Μια τόσο καλή κυρία, ένιωθε πραγματικά ότι ο δικός της μετανάστης είναι διαφορετικός, πολιτισμένος, σημαντικός, είναι εκεί από ανάγκη κι όχι γιατί το ήθελε, και λυπόταν που μέσα στις λοιπές δυσκολίες του ήταν και οι παραπάνω συναναστροφές. Δεν το λέω ειρωνικά, το λέω με απορία για τον τρόπο που σκέφτεται ο άνθρωπος.

15.5.14

καθημερινά

Σήμερα ένας πελάτης που του ενημέρωσα το βιβλιάριο και είχε μέσα 38 ευρώ γέλασε, είπε πάλι δεν με πλήρωσαν, τι να κάνω τώρα, τι να κάνω με 38 ευρώ, ούτε τσιγάρα δεν έχω επάνω μου, τι θα κάνω, και δεν έφευγε από μπροστά μου, αλλά δεν κλαψούριζε, γελούσε σαν να ήταν έξω από τον εαυτό του και τον παρατηρούσε.

* * *

Μου το είπε ένας γείτονας πρόσεχε μην αφήνεις κανέναν να μπει στην είσοδο, γυρνάνε και παριστάνουν ότι είναι από τηλεφωνικές εταιρίες για να μπαίνουν να βάζουν στα καλώδια και να παρακολουθούν τις συζητήσεις μας και να ξέρουν τις κινήσεις μας.
Γιαυτό κι εγώ, όταν η κοπέλα μού είπε άνοιξε μπάρμπα είμαστε από τον οτε ή κάτι τέτοιο κι έχωσε το πόδι της στην πόρτα για να μείνει ανοιχτή, της έδωσα και κατάλαβε. Ξύλο να δεις εκεί. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Στο πρόσωπο, στην κοιλιά, στα πλευρά, παντού. Την έκανα τόπι στο ξύλο.
Μετά όταν ήρθε το εκατό δεν έφυγα. Εκεί, κύριος. Είπα στους αστυνομικούς-διότι πριν μερικές μέρες είχα εγχειρήσει τον πατέρα του @#$%*&@, πηγαίνετε να ρωτήσετε για να μάθετε για μένα. Κι εκείνοι σφύριξαν στην κοπέλα φύγε για να μη βρεις τον μπελά σου.
Έτσι έληξε το ζήτημα και να δω τώρα αν θα ξανατολμήσει κανείς να προσπαθήσει να μπει μέσα.

26.2.13

κάτοικος μιας φανταστικής Γάνδης

Είναι μερικές μέρες που πεθαίνω σ'αυτή τη δουλειά-αχ αυτή η δουλειά που με έθρεψε μια ζωή, όμως και μια ζωή με σκότωσε ταυτόχρονα. Αναρωτιέμαι, τις ώρες της ημέρας που είμαι μόνη με τις σκέψεις μου και κοιτάζω τις πλάκες στο πεζοδρόμιο και τις νεραντζιές, γιατί δεν γράφω. Γιατί να γράψω.
Να γράψω για τις ομορφιές της ζωής. Για τον Μισέλ Ντεόν, για το Ένα Μωβ Ταξί, το οποίο παρά τη φρικτή του μετάφραση με έχει μαγέψει. Κατάλαβα γιατί τα Άγρια Άλογα με δάγκωσαν τότε που τα διάβασα-έχει πάνω από είκοσι χρόνια, και με κράτησαν και συνεχώς με παρακινούσαν να τα ξαναδιαβάσω. Η γλώσσα του συγγραφέα ήταν το ποίημα. 
Είναι αυτοί που γράφουν για να χαρίσουν στον κόσμο σαν λουλούδια αυτά το όμορφα που έχουν μέσα τους. Ο τρόπος του Μισέλ Ντεόν.
Έψαχνα πληροφορίες για τον Νίκο Καχτίτση.
Τι προσπαθώ να πω τόση ώρα.
Χρειάζεται ένα τέτοιο άρθρο για να δω τα σημαντικά της ζωής. Και να δω πόσο ασήμαντα είναι τα ασήμαντα.

Ηταν «δύσκολος» και εξ επιλογής εκτός κυκλωμάτων.
Στο Μόντρεαλ αγόρασε ένα παλιό μικρό τυπογραφείο.


(Η δουλειά δεν φταίει ως δουλειά καθεαυτή, είναι οι άνθρωποι που με αφήνουν άναυδη. Οι ίδιοι, παραδόξως, δεν μένουν άναυδοι. Κι έτσι, περνούν πολύ καλύτερα στη δουλειά. Που δεν τους φαίνεται σαν δουλειά γιατί περνούν ωραία.)
Μερικές φορές την ώρα της δουλειάς κάνω στοπ και σκέφτομαι ένα βιβλίο, έναν συγγραφέα, το πλεκτό μου. Για να έρθω στα ίσα μου.
Ο Νίκος Καχτίτσης έπαθε καλπάζουσα λευχαιμία και πέθανε μέσα σ'ένα μήνα. Πριν, κατοίκησε σε μια φανταστική Γάνδη και «έζησε» με τους φίλους του κυρίως μέσω αλληλογραφίας, αφήνωντας πίσω του εκατοντάδες επιστολές προς αυτούς οι οποίες, αν ποτέ δημοσιευθούν, θα αποτελούν το corpus ενός άλλου - άγνωστης μέχρι στιγμής εμβέλειας - λογοτεχνικού έργου. 

  * Τα αποσπάσματα είναι από το κείμενο του Γιάννη Μπασκόζου Το «άλλο» πρόσωπο της ελληνικής λογοτεχνίας.

13.6.11

του (υγιούς) πνεύματος


παιχνιδίζοντας
τα στερεότυπα
ο καφές της αργίας
εμείς, που εργαζόμαστε με το πνεύμα μας

Βγαίνω να πάρω καφέ. Όπως κάθε Σάββατο και κάθε Κυριακή, νωρίς το πρωί. Με φόρμες και με τα μαλλιά μόλις-έβγαλα-το-κλάμερ-που-τα-κρατάει-συνέχεια-μαζεμένα-όταν-είμαι-στο-σπίτι.

Το σουπερμάρκετ είναι ανοιχτό. Γιατί; Μα δεν είναι αργία; Ωχ, μήπως δεν είναι αργία; Μα είναι. Μάλλον δηλαδή, είναι.
Χθες βράδυ προβληματίστηκα (λίγο) πάνω σ'αυτό: είναι σίγουρα αργία αύριο; Μην και μπερδεύτηκα, μην την πατήσω και μου τηλεφωνούν πρωί-πρωί γιατί δεν ήρθες στη δουλειά, συνήθισες στο σεμινάριο και δεν θα μας ξανάρθεις;
Κοίταξα στο google (όχι θα τ'άφηνα) επίσημες αργίες του έτους 2011: 13 Ιουνίου (τα γενέθλια της Χρυσούλας μας-μπαίνει στα 16! Ω, πότε πέρασαν δεκαέξι χρόνια, εμένα-και το μπαμπά της είδε μόλις πρωτοάνοιξε τα ματάκια της, τότε...).
Επανέρχομαι: την Παρασκευή δεν ήμουν στη δουλειά κι έτσι δεν ξέρω αν όλη μέρα όλοι ήταν σε υπερένταση (πού θα πας; θα πάτε στο χωριό; εμείς όχι, εδώ θα είμαστε, θα πάμε ν'αφήσουμε τα παιδιά και θα γυρίσουμε, ευκαιρία να τελειώσω τις δουλειές στον κήπο), ούτε αν φεύγοντας εύχονταν καλό τριήμερο-μα, εδώ που τα λέμε, η κυρία στο κυλικείο στο σεμινάριο είπε κάποια στιγμή, που της ευχήθηκαν καλό Σαββατοκύριακο κυρία Σοφία, είπε και τι Σαββατοκύριακο...!

Σαν τη μαμά μου έγινα, ξεκινάω να πω κάτι και χάνομαι, το μυαλό μου χοροπηδάει σαν κουνέλι εδώ κι εκεί, σε σκέψεις που έχω επεξεργαστεί βέβαια πολλές φορές αναλυτικά μόνη μου, μα που αν πας να τις πεις όλες μαζί τότε γίνονται κουβάρι χωρίς άκρες, στο τέλος χάνεται σε δρόμους δαιδαλώδεις (σαν του Καδίθ, κίτρινους και στενούς). Λες σαν τον Τέρρυ Πράτσεττ νάχω αλζχάιμερ; Θέλω να πω, λες να φοβάμαι μην πάθω αλζχάιμερ, γιαυτό να προσπαθώ όλα τώρα να τα σκεφτώ, να τα αναλύσω, να τα πω, να βγουν από μέσα μου, μπας και χαθούνε σύντομα και χάσει η βενετιά βελόνι;

Λέγαμε που δε δουλεύουμε σήμερα.
Λοιπόν, παρόλη την απόλαυση της αργίας, την ξεκούραση (τι ξεκούραση; μάζεψα το χαλί, ξεκαθάρισα τις γλάστρες μου...), εκείνο το διαβολάκι μέσα μου, ο μην-επαναπαύεσαι-ότι-είσαι-ευτυχισμένη-γιατί-αν... με έφερε κατάφατσα με την άλλη πλευρά: Κι αν δε δούλευες; αν τώρα που μιλάμε είχες βγει στη σύνταξη, αν ποτέ-ποτέ πια δεν είχες να ξαναπάς στο γραφείο; θα ήσουν ευτυχισμένη; αυτό θα ήθελες; Να, τότε έτσι θα ήσουν, σαν τώρα, καθημερινά. Με τις φόρμες να σέρνεσαι στο κόφιταιμ να πάρεις καφέ για νάχεις την ψευδαίσθηση ότι βρίσκεσαι σε χώρο ανθρώπων απασχολημένων με κάτι (θυμάσαι τη θεία Έλλη; που κατέβαινε στο μπουγατσάδικο της γωνίας κάθε μέρα, να πάρει τον καφέ της εκεί, κατόπιν συμβουλής του γιατρού της, για να βλέπει κόσμο γύρω της, για νάχει κάτι να κάνει με τη μέρα της; μη λες δεν έκανε παιδιά, μας αγαπούσε όσο κανένας όταν είμασταν μικρές, μας έβγαζε φωτογραφίες, μη λες κατάθλιψη, απόπειρα αυτοκτονίας, ψυχιατρική πτέρυγα. Πέθανε τελικά στο σπίτι των αρμενίων που την "κοίταξαν" τον τελευταίο της χρόνο. Ησύχασε-κατα εμέ. Εκείνη έλεγε πως αγαπούσε τη ζωή. Έλεγε. Κι έπαιρνε υπνωτικά χάπια).

Πάμε πάλι στη δουλειά-που ευτυχώς-έχουμε. Όχι απλά για να μας ζει, αλλά (μαρία αντουανέτα) γιατί μας κάνει να νιώθουμε χρήσιμοι, ευτυχισμένοι, απασχολημένοι. Δεν ξέρω ακριβώς με ποιά σειρά, κι ούτε θα κάτσω τώρα να το σκέφτω. Αλλά και τα τρία, στα σίγουρα.

22.3.11

υπέροχο ζουμπουλί

Αν δείτε μία στριμωγμένη στο τζάμι του μετρό, βουρκωμένη σαν πατημένο λεμόνι, εγώ είμαι. Προσπαθώντας να χωνέψω αυτό που η καθημερινότητα βγάζει από μέσα μου/δείχνει ότι είμαι.
Αν δείτε μία να κλαίει οδηγώντας, τρίβωντας τα μάτια στον ήλιο και πασαλίβοντας τη μάσκαρα, εγώ είμαι πάλι, απαρηγόρητη που είναι έτσι οι άνθρωποι γύρω μου. Απαρηγόρητη που είναι τόσα αυτά που πρέπει να πάρω απόφαση ότι έτσι είναι και τελείωσε, τέρμα η συζήτηση/τα παζάρια, ως εδώ.
Τέτοιες ώρες, η σκέψη πως η τα βιβλία παρηγορούν, πως η τέχνη θεραπεύει, φαίνονται αστείες, παρηγοριά στον άρρωστο, παθέτικ που λέμε κι εμείς στην αγγλία.
Όμως, η αλήθεια να λέγεται, το ανοιξιάτικο αεράκι έξω από τον Άγιο Αντώνιο, όπως κάθε χρόνο τέτοιο καιρό, με έκανε να ξεχάσω τα πριν και να νιώσω ανάλαφρη, και πως κοίτα να δεις, τελικά ξεχνιούνται τα άσχημα και οι πόνοι, κοίτα να δεις τι ωραία είναι που είμαι εδώ, που αναπνέω, το τίποτα είναι ανάλαφρο, είναι σχεδόν ωραίο.

* An Orchard in Spring ~ Claude Monet (1840-1926)

14.1.11

σήμερα κόψαμε την (καρυδό)πιτα!

...
θα σου γράψω μόνο για τη δουλειά σου: χαμογέλασα όταν διάβασα το βρέθηκα σε έναν άγνωστο πλανήτη και απέλπιδα προσπαθώ να συνεννοηθώ με τους κατοίκους του!
Εγώ, σχεδόν 24 χρόνια μετά, εξακολουθώ ακόμη να νιώθω ακριβώς έτσι!
Οπότε, όπως καταλαβαίνεις, δεν έχω και τίποτα αισιόδοξο να σου πώ.
Συχνά, συχνότατα, νιώθω να πνίγομαι, λέω μέσα μου κυριολεκτικά "έχω πέσει σε λάκκο με φίδια, δεν είναι δυνατόν"!
Από την άλλη, σε στιγμές ανθρώπινες, όπως τα χριστούγεννα που στολίζουμε όλοι μαζί το δέντρο, κι έχουμε χριστουγεννιάτικα τραγούδια, συγκινούμαι πραγματικά. (Φέτος ειδικά, βούρκωσα, όταν σκέφτηκα ότι να, είναι χρόνια τώρα που το δέντρο που στολίζω είναι αυτό στη δουλειά μου, μόνο.)
Ή όταν παραγγέλνουμε και τρώμε όλοι μαζί, μαζεμένοι πάνω από ένα γραφείο, όρθιοι, μέσα από τα κουτιά, με τα χέρια ή μοιραζόμενοι 1-2 πηρούνια, ή το πρωί που στριμωχνώμαστε ένα σωρό άτομα μέσα σε μια σταλίτσα κουζίνα, ανοιγοκλείνοντας το ψυγείο, γάλατα, καφές, φρυγανιές, κουταλάκια, τότε ειλικρινά νιώθω σαν να είναι η οικογένειά μου αυτή, οι εκάστοτε άνθρωποι-διότι δεν είμαστε πάντα οι ίδιοι. Είναι όμως μια ομάδα ανθρώπων εντελώς αντιπροσωπευτικών της κανονικής (?!!) ζωής-αυτής της έξω-από-το-ίδρυμα/δουλειά.

Ελπίζω να βρεις έναν τρόπο, να ρυθμίσεις το πήγαινε-έλα σου, εποικοδομητικά (με βιβλία και μουσικές) κι ευχάριστα, ξεκούραστα, γιατί πια θα φεύγει σχεδόν όλη σου η μέρα στο δρόμο. Με τους ανθρώπους μην προβληματίζεσαι και πολύ, μην περιμένεις και πολλά, θέλω να πω-χωρίς, ελπίζω, να σε απογοητεύσω εντελώς-για καλό το λέω...

Ελπίζω οι μέρες σου εκεί, να γίνονται ολοένα κι ευκολότερες, και να δεις που θα έρθει η ώρα που θα γελάς με την αγωνία σου αυτή των πρώτων ημερων!
Δ.

4.7.10

δεν ξεκίνησα για τίποτα

1929
Τον Οκτώβριο πεθαίνει ο πατέρας του. Μπαρκάρει ναύτης στο φορτηγό πλοίο «Άγιος Νικόλαος»: «Δεν ξεκίνησα για τίποτα. Μ ο ν ά χ α - γ ι α - ν α - τ α ξ ι δ ε ύ ω . Εκείνοι που μαζί πρωτομπαρκάραμε, σε τέσσερα χρόνια πήρανε το χαρτί τους, εσύ το ίδιο. Εμένα μ’ άρεσε η πλώρη. Η ξενοιασιά. Πιάσανε πολλοί πατριώτες μας καπετάνιοι να με συμβουλέψουνε. Άλλοι με κοροϊδεύανε και με δαχτυλοδείχνανε. Με πήρε το φιλότιμο. Ετοιμάστηκα να πάρω του τρίτου. Τότε συνάντησα έναν εφοπλιστή, ξάδελφο της μάνας μου. Ο μόνος άνθρωπος που με καταλάβαινε και με συγχωρούσε. Μου ʼδινε πάντα δουλειά, χωρίς να με ρωτάει γιατί ταξιδεύω. Του τα ʼπα. Να γίνεις μαρκονιστής, μου ʼπε. Απο να σπάσουμε μια πλώρη, καλύτερα να τσακίσουμε έναν ασύρματο. Έπινα... καταλαβαίνεις...» (Βάρδια).

Από τα αφιερώματα σε μεγάλους λογοτέχνες του ΕΚΕΒΙ, αυτό για τον Νίκο Καββαδία.

* * *


Νομίζω πως ποτέ, όσα χρόνια δουλεύω, δεν ευχαριστήθηκα άδεια τόσο πολύ.
Και το τρομερό είναι ότι δεν έγινε τίποτε λιγότερο ή περισσότερο από τις άλλες φορές: ήταν απλά θέμα απόφασης, ξεκίνησα αποφασισμένη να περάσω καλά. Όχι τόσο γιατί χρειαζόμουν ξεκούραση όσο γιατί χρειάζομαι να περνάω καλά στη ζωή μου, ΠΙΑ.

Μέχρι και όλη την διαδρομή της επιστροφής, πετούσα στα σύννεφα.
Μα σήμερα, με έχει πιάσει από το πρωί αυτή η τσατίλα που θα ξαναγυρίσω στην πραγματική δουλειά, στα στεγαστικά εννοώ, και στους πελάτες...
Ξέρω πως μέσα σε 5-10 λεπτά θα έχουν σβήσει και οι διακοπές και οι θάλασσες και το γαλάζιο, και θα είναι σαν να δεν είχα φύγει ποτε. Αλλά τώρα, δεν είμαι καλά: έχω άγχος, κοιτάζω και ξανακοιτάζω την τσάντα μου, αν τα έχω πάρει όλα, αν ρύθμισα το ξυπνητήρι...
Άει στο καλό πια...

25.5.10

Mr F.

With his 78th birthday, he decided to stop his career as a professional driver.

Ο Νori από το Hiroshima Daily Photo, σε ένα αναμνηστικό ενσταντανέ με τον 78άχρονο συνάδελφό του που α π ο φ ά σ ι σ ε να βγει στη σύνταξη.
(Λες να χρειαστεί να δουλέψω άλλα 34 χρόνια;)

Σοβαρά τώρα, ίσως σε κάποιον ιδανικό, (γιαπωνέζικο μάλλον) κόσμο, θα περνούσαμε τόσο καλά στη δουλειά που δεν θα επιθυμούσαμε να βγούμε στη σύνταξη παρά μόνο όταν το σώμα πια δεν μας βοηθούσε...

Να βγαίνεις στη σύνταξη γιατί δεν μπορείς πια να δουλεύεις, όχι γιατί προτιμάς να κάαααθεσαι.
Κι ούτε (να σταματάς τη δουλειά) γιατί είναι θέμα επιβίωσης από την ανάποδη: γιατί αν μείνεις λίγο παραπάνω, μια ώρα αρχύτερα θα αποχαιρετήσεις και το βίο και τα μυαλά σου...

(Μήπως έπρεπε να γινω γκέισα;!)

* * * * * * *

29.4.10

πολύ προσωπικό

Όταν δεν είμαι καλά, μαγειρεύω και μετά είμαι καλά.
Φτιάχνω τζατζίκι και συκωτάκια κότας με ρίγανη. Καθαρίζω την τουαλέτα και παραμιλάω, κορόιδο, κορόιδο, αφελής. Είμαι, δεν είμαι, αρνούμαι ότι είμαι, είμαι, άστα, δε γίνεται, τρίψε κι άλλο.
Η πράσινη μυρωδιά από το αγγουράκι διώχνει το δεν μπορώ να σας δώσω κάτι παραπάνω, εκτός αν τα κλείσετε για τρείς μήνες, τα μπιζελάκια από χθές είναι ζουμερά και αρκετά για αύριο, τα συκωτάκια μόλις άρχισαν να αχνίζουν, ας ρίξω μπόλικη ρίγανη, ας ξεχάσω το κορόιδο... κορόιδο...
Ο άνθρωπος γεννιέται, δε γίνεται. Γεννήθηκα αφελής, κοντεύω ολοένα στο σημείο που πρέπει να το αποδεχτώ. Ο μπαμπάς μου πίστευε πως είμαι η πιο έξυπνη στον κόσμο-εκείνος ήταν ακόμα πιο αφελής από μένα (και πιο καλός άνθρωπος) αλλά μάλλον δεν το ήξερε (ότι ήταν αφελής).
Σκεφτόμουν σήμερα, πάω σ'έναν γιατρό, και του λέω, είμαι αφελής και δεν θέλω να είμαι, θέλω να με βοηθήσετε να αλλάξω. Μα γίνεται αυτό; Κι αν γίνεται, το θέλω; Ή μήπως δεν το θέλω γιατί δεν γίνεται, σαν την αλεπού με τα κρεμαστάρια;
Ας ανακατέψω τα συκωτάκια.


* * * * * * *

9.4.10

κάθε μέρα

Ελάτε νεράιδες, πάρτε μ' έξω απ'αυτό το βαρετό κόσμο,
για' θα μπορούσα μαζί σας να ταξιδεύω με τον άνεμο
και να χορεύω με τα βουνά,
σα φλόγα.

O Απρίλιος είναι διεθνής μήνας ποίησης κι εγώ σκέφτομαι τη Δευτέρα να κολλήσω στον τοίχο της κουζίνα της Τράπεζας το παραπάνω ποίημα του W.B.Yeats.
Έτσι κι αλλιώς το κουζινάκι είναι πολύ μικρό, στο υπόγειο: κάθε πρωί το ίδιο, (όμορφα/βαρετά/φρικτά, κι όλα αυτά εναλλάξ και συνέχεια-σχεδόν σαν οικογένεια) κάνουμε ακροβατικές κινήσεις προσπαθώντας να μην πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλο, τέσσερα, πέντε, έξη άτομα, τρώγωντας κορνφλεικς, ανοιγοκλείνοντας το ψυγείο, για τις μπανάνες, τα γιαούρτια, το κολατσιο τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο, και ζεσταίνοντας νερό στο βραστήρα -και στο γκαζάκι- για τον ελληνικό καφέ.
Μόνο η ποίηση έλειπε από κει-ως τώρα όμως.

Κατά τα άλλα, η ημέρα μου περνάει με ανθρώπους επι το πλείστον δυστυχισμένους.
Οι μεν γιατί δεν μπορούν να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους και οι δε γιατί δεν ξέρουν πως να προστατέψουν τα λεφτά τους.
Εν ολίγοις, όλοι είναι σε απόγνωση, είτε έχουν (πολλά) λεφτά είτε δεν έχουν καθόλου. Περίεργο δεν είναι?
Σήμερα παρατήρησα πως ο βαθμός δυστυχίας τους είναι πάνω-κάτω ο ίδιος, για λόγους όμως εκ διαμέτρου αντίθετους.
Φεύγει ο ένας κι έρχεται ο επόμενος, κι εναλλάσεται μπροστά μου συνέχει το ίδιο σκηνικό.
Τι να τα κάνω? Εσείς τι θα κάνατε? Και, δεν μπορώ να δίνω τίποτα, τίποτα, για 6 μήνες τουλάχιστον, για ένα χρόνο, να παγώσουν οι πληρωμες...

Κι εγώ, σαν αδελφή του ελέους, προτείνω λύσεις, όσο το δυνατόν πιο ανώδυνες, χαμογελώ, παρηγορώ, κατευνάζω.
Σε λάθος δουλειά δουλεύω. Να ήμουνα νοσοκομα σε γηροκομείο. Παραμάνα σε βρεφοκομείο. Αυτί σε τηλεφωνική γραμμή βοήθειας. Μαγείρισσα. Χαιδεύτρια κεφαλιών και χεριών.
Κρίμα.


* * * * * * *

6.3.10

δύο περιστατικά (*)


Κατεβαίνω τη Λαρίσης. Στην πλευρά του δρόμου που δεν φωτίζεται από τον πρωινό, ανοιξιάτικο ήλιο, ένας ηλικιωμένος μέ κομένο από τον καρπό το αριστερό του χέρι κάθεται μπροστά σε μια βιτρίνα και ζητιανεύει, προτείνοντας ένα λευκό πλαστικό κύπελο στους περαστικούς.
Ένα τηλέφωνο ακούγεται να χτυπάει. Ο ζητιάνος βγάζει το κινητό του από την τσέπη του, σηκώνεται όρθιος κι αρχίζει, με το πρόσωπό του να λάμπει από χαρά, να κουβεντιάζει με τον συνομιλητή του.

Ένας παππάς, με την μαμά και την αδελφή του, τρία άτομα που πιάνουν πολύ χώρο (μεγαλόσωμα και με πολλά κιλά), πλησιάζουν το γραφείο μου. Καθώς τους εξυπηρετώ, ακούω καμπάνες να χτυπάνε, ντίν-ντάν, ντίν-ντάν, χαρμόσυνα, σαν στην Ανάσταση. Ο παππάς βάζει το χέρι και βγάζει το κινητό του, συνομιλεί εκνευρισμένος, ζητάει εξηγήσεις για το αν το θέμα είναι επείγον και τελικά το αναβάλλει για αργότερα.

(*) ή βρείτε τις ομοιότητες και τις διαφορές.

Η φωτογραφία από το Pixdaus


* * * * * * *

1.12.09

πιο away

Το πρωί επιχείρησαν να μου πάρουν το πορτοφόλι από την τσάντα. Στο μετρό, ανεβαίνοντας τις κυλιόμενες. Είχα μείνει τελευταία και τρία μικρά πίσω μου-απόρησα που κόλλησε στην πλάτη μου ενώ γύρω ερημιά. Έκανα ένα βήμα μπροστά κι αυτό πάλι ένα βήμα κοντά μου. Τότε κατάλαβα, γύρισα και του είπα τι πας να κάνεις (το κουμπί της τσάντας μου ήταν ήδη ανοιχτό κι έτρεμα) και μου απάντησε στα ξένα, κάτι πως είναι Βούλγαρος και δεν καταλαβαίνει. Τρία μικρά ήτανε, στην ηλικία της ανεψιάς μου. Τον κοίταξα στα μάτια, ακόμα απορώ πως γίνεται να μην νιώθουν ντροπή. Από το πρωί αυτό σκέφτομαι. Νιώθω κάτι σαν βιασμένη.
* * *
Η πρώτη πελάτισσα της μέρας πήρε την κάρτα μου και το τηλέφωνο των παραπόνων δηλώνοντας πως δεν θα το αφήσει αυτό έτσι, θα το πάει δικαστικά. Διότι την ενημέρωσα ότι ο κοσμοτέ σταμάτησε να χρεώνεται στην κάρτα της (και έμεινε απλήρωτος) γιατί όταν δήλωσε (τηλεφωνικά) απώλεια κάρτας, η νέα κάρτα που βγήκε είχε άλλο νούμερο και όφειλε να ειδοποιήσει γιαυτό την κοσμοτέ. Εκείνη επαναλάμβανε συνεχώς πως “εδώ έχουμε σοβαρές δουλειές να κάνουμε και η τράπεζα “ψυχανεμίζεται”... Άσχετη εντελώς δεν είναι αυτή η λέξη?
Εγώ πάλι, τέρας ψυχραιμίας.
* * *
Η διπλανή μου συνάδελφος χώθηκε επιθετικά σε κουβέντα που είχα με πελάτισσα με σκοπό να τη βάλει στη θέση της-αφού δεν το έκανα εγώ και ήμουν πολύ μαλακή απέναντί της. Το αποτέλεσμα ήταν να της πω μην ανακατεύεσαι, δεν θέλω να μιλάς έτσι σε πελάτες, εγώ έχω άλλο τρόπο, άφησέ με ή πάρτην στο γραφείο σου και ανέλαβε εσύ. Και άρχισε τα τι εννοείς πως εγώ είμαι απότομη και αγενής, και της είπα μη βάζεις κουβέντες, δε σε χαρακτήρισα, είπα ξεκάθαρα τι ακριβώς ήθελα να γίνει, κι εκείνη συνέχισε κι άλλο, τι εννοείς πως είμαι τρελή και δεν μπορώ να συνενοηθώ...
Κάποιος θα τρελαθεί εκεί μέσα σύντομα πάντως, στα σίγουρα....
* * *
Έκανα και παρατήρηση-εγώ η τέλεια-στην αδελφούλα μου από το τηλέφωνο: αν ήταν η τελευταία μέρα της ζωής σου σήμερα, δεν θα μετάνιωνες πχ που δεν ήρθες μόνη σου Αθήνα, να σε πάω στη Στοά του βιβλίου και να κάνεις μόνη βόλτες στους δρόμους?
Ότι αρέσει σε μένα, δηλαδή, καμία σχέση με ότι εκείνη ονειρεύεται.
Και μετά σκέφτηκα, αν ήταν η δική μου τελευταία μέρα στη γη, θα μετάνιωνα που πέρασα τόσα χρόνια, τη μισή μου ζωή ακριβώς, εξηγώντας σε ανθρώπους που δεν έχουν την καλή θέληση να καταλάβουν τον τρόπο λειτουργίας μιας εταιρίας, τον οποίο δεν επέλεξα εγώ, ούτε τον επικροτώ, αλλά έτσι βρε παιδί μου έχουν τα πράγματα, και η εταιρία είναι ιδιωτική στο κάτω-κάτω, έχει τους κανόνες της, τον τρόπο λειτουργίας της, το τιμολόγιο της, τους λογής-λογής υπαλλήλους της. Έχει και τμήμα παραπόνων.


* * * * * * *

8.9.09

ευτυχώς, (κάποτε) χριστουγεννιάζει...


Όσο γελοίο κι αν ακούγεται, δύο φορές σήμερα, η σκέψη πως υπάρχουν τα χριστούγεννα με έσωσε.
Κυριολεκτικά.
Όχι πως θα πνιγόμουνα κιόλας-σε ποτάμι, αλλ'όμως κυριολεκτικά πνιγόμουν, δεν μπορούσα να πάρω ανάσα, απ'τη στεναχώρια.
Γυρνώντας απο τη δουλειά, με το μυαλό θολωμένο, σε πανικό, να παίρνει ανάποδες και ξαφνικές αποφάσεις όπως θα παραιτηθώ, θα ζητήσω μετάθεση, θα πάρω αναρρωτική, αχ μακάρι να έμενα έγκυος, μακάρι να μην αλλάξει το ασφαλιστικό και να προλάβω να βγω στη σύνταξη, μακάρι να αλλάξει ο χαρακτήρας μου και να μην με πειράζουν τα όσα με πειράζουν-καλά, αυτό ήταν μαύρο χιούμορ, δεν ήταν κανονική σκέψη, αλλά είπαμε, δε σκεφτόμουν κανονικά...
Πως θα αντέξω, πως, πως... Οκτώβριος, Νοέμβριος, ....ααα, καλέ κοίτα τι έχει μετά, χριστούγεννα!

Τα χριστούγεννα είναι πιο σημαντικά απο τη δουλειά, έχουν λαμπάκια και μελομακάρονα, έχουν χιονισμένες ταινίες και γέμιση γαλοπούλας, η ζωή είναι ωραία, τι καλά!!
Κι ευτυχώς, έχει κάθε χρόνο χριστούγεννα!

(Μην πω και για τα χριστουγεννιάτικα επεισόδια του δρ.Χάουζ, θα βγούμε απ'τα όρια...!)

* Η φωτογραφία του Aaron Turner


* * * * * * *

12.5.09

κωδικός: χιόνια

Αααα, μια γκέισα βγήκε απ΄την οθόνη μου..!
Πιθανόν να πάγωσε απο τα χιόνια, και να θέλει να πάμε καμμιά εκδρομή στη Μασσαλία. Ή στη Βενετία. Ή στις Κάννες.
Στη δουλειά πάντως δεν θα την πάρω. Γιατί είναι η happy, happy, happy, και δεν ταιριάζει εκει μέσα..!


* * * * * * *

24.2.09

go where you're feeling free (*)


Ο Νικολάκης είχε μάθει να κάνει μπάνιο μόνος του. Δεν τον είχα δει πως μπανιαρίζεται-για να ξέρω αν καθαρίζεται «επαρκώς»- (εδώ εμφανίστηκε η μαμά μου μέσα μου..), αλλά τον είδα να βγαίνει, να κάνει ολόκληρη προσπάθεια για να δρασκελίσει το τοίχωμα της μπανιέρας-σα να λέμε εμείς να σκαρφαλώνουμε σε κανένα τοίχο-, να τυλίγεται εντελώς άτσαλα με το κίτρινο μπουρνούζι, και να κάθεται ανακούρκουδα στο πατάκι του μπάνιου, τρέμοντας σαν πουλάκι. Τα μαλλιά του κόκκινα σαν φλογίτσες, λευκός σα γάλα και γεμάτος μεγάλες φακίδες, να δαγκώνει την άκρη της πετσέτας και να περιμένει υπομονετικά να στεγνώσει. Κι εντωμεταξύ, να με κοιτάζει με τα ματάκια του γεμάτα υπομονή, δίχως ίχνος αυτολύπησης: έτσι είναι τα πράγματα, κάνουμε μπάνιο, και μετά σκουπιζόμαστε. Κι εσύ τι με κοιτάζεις, σταμάτα πια να με γεμίζεις φιλιά.

Τον αγκάλιασα ολόκληρο, μαζί με την πετσέτα, τον πήρα στα χέρια μου, τον σήκωσα στην αγκαλιά μου, και έκατσα εγώ στο πάτωμα, μ’ εκείνον στα πόδια μου, να τον χαιδεύω, να τον σκουπίζω ταυτόχρονα, και να κουνιέμαι πέρα δώθε. Δεν έφερε αντίρρηση-ποιος θα έφερνε αντίρρηση σε μιαν αγκαλιά?

Αυτό έπρεπε να κάνω στη ζωή μου. Όχι επανεκδώσεις χαμένων καρτών και καταναλωτικά δάνεια.

* η φωτογραφία απο το TrekEarth και ο τίτλος taken from a song of the band Whale. Η αφορμή όμως, για την ανάσυρση της ανάμνησης, ήρθε απο εδώ.


* * * * * * *

18.2.09

ιδιωτικώς υπάλληλος


Χα, μα τι νομίζει ο χαζός , πως καλός υπάλληλος είναι αυτός που ψειρίζει τα πράγματα? Καλός υπάλληλος είναι αυτός που κάνει πωλήσεις!

Και μένω άναυδη, διότι συνειδητοποιώ πως αυτό που περίμενα να βγει από το στόμα του (πολύ καλού στις πωλήσεις) συναδέλφου (που αναφερόταν σε άλλο συνάδελφο, ο οποίος συνεχώς κομπάζει ότι δεν παρεκτρέπεται ποτέ και για κανένα λόγο από το γράμμα του νόμου) είναι πως, καλός υπάλληλος είναι αυτός που φροντίζει να μη κάνει δύσκολη τη ζωή των συναδέλφων του, αυτός που όσο περνάει από το χέρι του, φροντίζει να τους διευκολύνει, μαζί και τους πελάτες, ώστε να περνάει η μέρα, και κατ΄επέκταση η ζωή όλων μας ήρεμα-όσο γίνεται, αφού είμαστε αναγκασμένοι να συνυπάρχουμε τόσες ώρες στη δουλειά.
Και μένω άναυδη, διότι συνειδητοποιώ πως δεν υπάρχει ένας μοναδικός ορισμός του καλού υπαλλήλου, αλλά (τουλάχιστον τρείς...) κι εδώ επίσης, εξαρτάται από ποια πλευρά βλέπεις τα πράγματα…

* ιδιωτικώς, ή, έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε...
* η κουκλίτσα της ligreego


* * * * * * *

9.2.09

άρωμα πράσινης παπάγιας


Ω, μα τι όμορφη ταινία, τι ηρεμία, τι ποίηση… Τόσο τραβήχτηκα σιγά-σιγά μέσα της, μέσα στο πράσινο και την υγρασία του Βιετνάμ, μέσα στους κίτρινους και τους κανελί τοίχους, στις γάζες γύρω απ΄τα κρεβάτια, στα ξυπόλητα πόδια που διέσχιζαν αθόρυβα τα πατώματα, στο χαμόγελο της Μούι, στην κίτρινη πουκαμίσα και την κοιλίτσα της (everything comes to the one who waits, άραγε?), που όταν είδα στον καθρέφτη του μπάνιου αυτό το (πρησμένο?) πρόσωπο, κυκλωμένο από ένα θάμνο μαλλιά, με τη ρόζ πιτζάμα και τα κουρασμένα μάτια, σχεδόν τρόμαξα, ποια είναι αυτή?

Ααα, σήμερα το μεσημέρι καθώς μαζευόμουν για να φύγω, στη δουλειά, ανέφερα, έτσι για να περάσω λίγα λεπτά νωρίτερα στο έξω από το εκεί μέσα, στην κανονική ζωή, πως γράφτηκα χθες στο e-poema, ένα σαιτ απ΄ όπου σου στέλνουν ένα ποίημα με μειλ κάθε βδομάδα. Ήταν καθαρά θέμα τύχης που δεν είχαμε λιποθυμίες και εγκεφαλικά. Οι δύο συνάδελφοι που ήταν δίπλα μου εκείνη τη στιγμή, απόρησαν τόσο, λες και τους είχα πει πως πετιέμαι που και που για σαββατοκύριακα στον Άρη. Και μετά, με κοίταξαν με συγκατάβαση, σχεδόν με λυπήθηκαν για την αφελή ευτυχία μου!

Εκεί πήγε αυτόματα το μυαλό μου όταν, με τη μουσική της ταινίας στο μυαλό μου και το χαμόγελό της στα χείλη μου, με είδα στον καθρέφτη. Βρέθηκα ξαφνικά στο αύριο.


* * * * * * *

2.1.09

What would you attempt to do if you knew you could not fail?


Σήμερα άνοιξα λογαριασμό σε μια κυρία γύρω στα 70, που δεν ήξερε να γράφει το όνομά της. Αρχικά προσπάθησε να το αντιγράψει βλέποντας την ταυτότητά της, αλλά δυσκολεύτηκε πολύ (με τα κεφαλαία). Μετά μου είπε πως μπορεί και το γράφει μόνο όταν η ανεψιά της το δίνει γραμμένο, οπότε το έγραψα σ΄ ένα χαρτί, χάρηκε, και το αντέγραψε προσεκτικά, ζωγραφίζοντας ένα-ένα τα γράμματα, αργά, τέσσερις φορές. Σαν να σας έβαλα τιμωρία, είπα, και γελάσαμε. Φεύγοντας κοίταζε το (παλιο)χαρτάκι που είχα γράψει το όνομά της, ντροπαλά. Να το πάρω αυτό; με ρώτησε. Και το πήρε μαζί της.
* * * * *
Στην φωτογραφία, η ωραιότερη βασιλόπιτα που έχω δει (και έχω φάει, επίσης), δώρο από πολύ-πολύ αγαπημένη μου φίλη!
* * * * *
What would you attempt to do if you knew you could not fail?
Ξεκινώ τη χρονιά με το παραπάνω καρφωμένο στο μυαλό μου-από τότε που το είδα, δε λέει να ξεκολλήσει.
(...μας προτρέπει να πάρουμε το ‘σπαθί’ μας, και να πολεμήσουμε για κάθε ένα από τα όνειρα μάς, καταρρίπτοντας την έννοια των ‘ορίων’ και του ΄παραλόγου’. Παράλογο είναι μόνο κάτι που είναι αντίθετο με αυτό που έχουμε ‘ορίσει’ εμείς ως λογικό. Ονειρευτείτε και αγωνιστείτε!!...)
Αντί για νιού γίαρς resolution.


* * * * * * *

13.10.08

Ιστορίες, ε;


Κάθε πρωί που βλέπω τα περιστέρια στην πλατεία να βόσκουν κομματάκια ψωμί-την ώρα που πάω για καφέ, πριν χωθώ στον κλιματισμό της ημέρας, όλο γύρω-γύρω τους περπατάνε ιστορίες, κάθονται στα παγκάκια, στην ουρά του ταμείου για τον καφέ, τρέχουν προς την σκάλα του μετρό, περνούν αργά-αργά το δρόμο μασουλώντας κουλούρια... Τους βλέπω όλους σαν κινούμενα ποστ, και λίγο ντρέπομαι, μα πιο πολύ γελάω μέσα μου, μου φτιάχνει τη διάθεση, με βλέπω κι εμένα από πάνω, σαν ποστ μέσα στο ποστ που λέει και ο έντεκα, κι είμαστε μια χαρά. Άμα βλέπεις, δηλαδή άμα η ματιά σου είναι προς τα έξω αντί προς τα μέσα σου, όλα είναι μια χαρά. Μια κίτρινη γάτα σήμερα έκανε σύννεφο τα περιστέρια να’ ρθουν προς τα πάνω μου. Μετά, στη δουλειά, δε σταματάνε (συνεχίζουν) οι ιστορίες. Μερικές τις κοιτάζω στα μάτια, μερικοί κλαίνε μπροστά μου-εγώ δεν κλαίω, είμαι σκληρή, τους λέω πως ο κρόνος θα φύγει σε ενάμισι χρόνο απ την παρθένο, πως τα επιτόκια μπορεί να συνεχίσουν να ανεβαίνουν αλλά μπορεί και να κατέβουν, και διάφορα επαγγελματικά επιχειρήματα όπως μη στεναχωριέστε…. Ρωτάω κυρίες συνταξιούχες αν ασχολούνται με το ίντερνετ και τους το συνιστώ, δείχνω σε παλικαράκια τα παπούτσια που αγόρασα από το ιμπει και γελάμε συνωμοτικά.

* Είναι η Jennifer Ehle απο την τηλεοπτική σειρά του bbc περηφάνια και προκατάληψη.


* * * * * * *