2.1.08

κύκλοι


Ελπίζω να μην περάσω όλη τη χρονιά όπως πέρασα την πρώτη μέρα της: καθισμένη μπροστά στον υπολογιστή, με τα μάτια να μην ανοίγουν από την γκριζάδα της μέρας, χωρίς διάθεση για τίποτα-ούτε να χαθώ στο ίντερνετ, ούτε να κάνω δουλειές, ούτε να διαβάσω, τίποτε.

Ελπίζω να περάσω όλη τη χρονιά όπως πέρασα το πρώτο βράδυ της: παρέα με καλούς ανθρώπους, με κουβέντα και γέλια, με κορίτσια που είναι τα ίδια παντού: ικανά να μιλάνε όλα μαζί μα και ν’ ακούν μια χαρά η μια την άλλη ταυτόχρονα!

Για ακόμη μια φορά, και χθες και σήμερα, είδα πως άμα πάρεις τα πόδια σου και ντυθείς και βγεις από το σπίτι, η ζωή μπαίνει μέσα σου θέλεις δε θέλεις, στρογγυλοκάθεται και σε γεμίζει: ενέργεια και κατ΄επέκταση χαρά. Όμως αυτό το ρημάδι το πρώτο βήμα, πόσο δύσκολο είναι πια να το κάνεις κάθε φορά... Κι αυτό το χοντροκέφαλό μου, τόσες φόρες να την έχει πατήσει με το κλείσιμο μέσα στο σπίτι και μέσα μου, και τόσες φορές νάχει αναστηθεί με μια βόλτα στον καθαρό αέρα, και πάλι, τίποτε, στουρνάρι, αμετακίνητο...




* * * * * * *

1.1.08

το όνειρο

Μερικά πράγματα είναι τέτοια που ο παραμικρός σχολιασμός θα αφαιρούσε αντί να προσθέσει επάνω τους. Μια τέτοια εικόνα έχω βρει εδώ και μερικές μέρες και δεν κρατιέμαι, μπορεί να την έβαλα wallpaper (!), μα ψάχνω τρόπο να την μοιραστώ κι άλλο...

Είναι μια από κείνες τις σκέψεις που τις έχεις σαν μαξιλαράκια για να ακουμπάς σε ώρες δύσκολες, σαν σωσίβια όταν νιώθεις να πνίγεσαι, που τις ανασύρεις και τις χρησιμοποιείς όταν όλα σου φαίνονται μαύρα και δεν έχεις διάθεση για τίποτε.
Όχι ένα, δύο, τρία, μα πολλά βιβλία. Φως, ξύλο, ζεστασιά, βροχή, καφές, κρύος αέρας, φίλοι.
Αν ήταν ένα όνειρο που είχα στην ζωή μου-εκτός από τα ταξίδια και τα παιδιά- ήταν να έχω μια δική μου τέτοια δουλειά.

Καλή μας χρονιά, καλή μας υπόλοιπη ζωή!


* * * * * * *

31.12.07

τέλος χρόνου

Παρασκευή πρωί, ήταν αραδιασμένα στο πεζοδρόμιο κοντά στον Άγιο Αντώνιο. Νυχτερινή προσφορά σ όποιον μπορεί να τα είχε ανάγκη. Το μεσημέρι είχαν εξαφανιστεί. Άραγε τα μάζεψαν με τα σκουπίδια ή τα πήρε κάποιος για να τα χρησιμοποιήσει; (Η ερώτηση είναι ρητορική, η απάντηση δεν έχει σημασία. Το γεγονός ότι υπάρχουν άνθρωποι που μπορεί να τα χρειάζονται, αλλά και ότι υπάρχουν άνθρωποι που τους σκέφτηκαν και βγήκαν μέσα στην νύχτα να τα αραδιάσουν-αυτά είναι που έχουν σημασία). Έτσι, για να τελειώσει η χρονιά κάπως αισιόδοξα.




* * * * * * *

30.12.07

Έχει ένα φεγγάρι απόψε που μελαγχολώ

Το πρωί η Ράνια είπε πως άμα πιστεύεις στον Άγιο Βασίλη, τότε υπάρχει. Κι εκείνη διάλεξε να πιστεύει.

Δεν είχα αυτό σκοπό. Απλά άνοιξα την τηλεόραση μετά από πολύ καιρό, για να πάρω... υπερβολική δόση Χριστουγέννων-να τα χορτάσω- από καμιά ταινία, κανένα "ρεπορτάζ απ’ όλο τον κόσμο"… Κι έπεσα πάνω στην υγεία μας και πέρασα ένα θαυμάσιο Σαββατόβραδο στα μπουζούκια (ααα, ο κύριος Τερζής...!), να χαμογελώ και να τραγουδάω με τα πόδια πάνω στο καλοριφέρ και τις εφημερίδες πεταμένες ένα γύρω!

(Εγώ πάλι διάλεξα να μην πιστεύω. Και παρόλαυτά, ήρθε).




* * * * * * *

26.12.07

υπέροχη ζωή

Φέτος περάσαμε τα Χριστούγεννα με την ταινία «it’s a wonderful life» του Φρανκ Κάπρα.
Ήταν μια έκπληξη για μένα το ότι μπορεί μια ταινία του ‘46 να σε κάνει να κλάψεις!

Πριν τη δεις, λες μια ασπρόμαυρη ταινία, μια κλασική-για το αρχείο του μυαλού μου, μια παλιά.
Καθώς τη βλέπεις, λες εντελώς “αμερικανικό όνειρο”, μα τι αμερικανιά! Με ψεύτικο χιόνι, με φρεσκοσιδερωμένα παιδάκια με φιόγκους στα μαλλιά, με μια σύζυγο αστραφτερή που στολίζει το χριστουγεννιάτικο δέντρο φορώντας γόβες και την πόδια της κουζίνας, και περιμένει με το χαμόγελο τον κύρη να γυρίσει από τη δουλειά.
Κι ένας κακός κι ένας καλός σε σύγκρουση. Για μια ζωή. Κι ένα σωρό όνειρα στην μπάντα. Για μια ζωή.

Μπορεί να μ έπιασε το πνεύμα των Χριστουγέννων, δεν ξέρω, μα στο τέλος έμεινα μ' ένα χαμόγελο ευτυχίας και τα δάκρυα να τρέχουν-χαράς. Όλα τα παραμυθένια που συνέβησαν στην ταινία ήταν τόσο… τόσο παραμυθένια, τόσο καλοσυνάτα, τόσο χριστουγεννιάτικα, που τελικά ήταν εντελώς ανθρώπινα και αληθινά!




* * * * * * *

25.12.07

σήμερα

Έφτιαξα πρωί-πρωί τη γέμιση της…κότας. Με κιμά και κρεμμύδι, ρύζι, δαμάσκηνα και κουκουνάρι, κάστανα και λίγο χυμό πορτοκάλι. Θα τη γεμίσω και θα την ψήσω αργότερα, γιατί το χριστουγεννιάτικο γεύμα μας θα είναι… δείπνο!

Έφτιαξα και μελομακάρονα-μικρά, με τρεις πιρουνιές πάνω στο καθένα για σχέδιο. Έγιναν 80 κομμάτια-δύο φουρνιές. Τα σιρόπιασα και τα γέμισα καρύδια-για να μυρίζει το σπίτι Χριστούγεννα!

Έβαλα κι ένα πλυντήριο, και θυμήθηκα τη μαμά μου να λέει πως τέτοιες μέρες δεν κάνουν δουλειές, είναι αμαρτία, επιτρέπεται μόνο με το φαί ν’ ασχολείσαι.

Εδώ και ώρα είμαι μπροστά στον υπολογιστή με τον καφέ μου. Έχει μια θαυμάσια ησυχία, έξω και μέσα στο σπίτι. Είναι όλα γκρι και ήρεμα, μόνο το βουητό του υπολογιστή ακούγεται. Ξεκουράζω το μυαλό μου.

Όταν έχω το χρόνο και την ησυχία, έτσι, νιώθω σαν να πετάω. Είναι μάλλον που ταξιδεύει η σκέψη μου και πηγαίνω μαζί της κι εγώ. Τακτοποιώ σκέψεις που είχα αφήσει ανάκατες στα συρταράκια του μυαλού μου, δίνω σημασία σε άλλες που είχα παραμελήσει, θυμάμαι, ξεδιαλύνω. Με ξεκουράζει αυτό, κι ακόμα πιο πολύ, το χρειάζομαι. Μόνο έτσι νιώθω πως ζω, όταν με καθαρίζω από τα καθημερινά, τα εξωτερικά, τα γύρω μου, τα ξένα, βουτάω μέσα μου και με ξαναβρίσκω.




* * * * * * *

15.12.07

Σκέψεις που ξαναγυρίζουν


Θέλω να γράψω πως όλο γυρίζει στο μυαλό μου πως, τα τελευταία χρόνια οι τσοπάνηδες-στη δουλειά-έχουν γίνει σκυλιά που γαυγίζουν και που δείχνουν τα δόντια τους συνέχεια, δεν είναι πια οδηγοί, οργανωτές, προστάτες. Που θα πάει αυτή η κατάσταση?

Θέλω να γράψω πως έχω στη δουλειά μου δυό Κρητικιές και τις χαίρομαι, που μιλάνε και δεν αφήνουν τίποτε να πέσει κάτω ανείπωτο. Διαφορετικές μεταξύ τους μα πατάνε το ίδιο γερά στα πόδια τους, δεν ανεμίζονται από δω κι από κει, με τα μέσα και τα έξω τους, όπως η Ποντιακή υψηλότητα μου…

Θέλω να γράψω πως εγώ σου είπα, έλα να δεις τι κάνω, το μπλογκ μου, πως περνάω τα βράδια μου, τι γράφω… κι εσύ απάντησες, ωχ, δεν τα μπορώ αυτά εγώ, και κοίταξες πεταχτά την οθόνη από τα δύο μέτρα-λες και θα τιναζόταν στα μούτρα σου. Όσο περνάει ο καιρός, τόσο σιγουρεύομαι πως τότε κόπηκε το σχοινί.

Θέλω να γράψω πως αυτό εδώ δεν είναι κρύο, άμα δεν έχεις ζήσει βόρεια δεν ξέρεις τι θα πει κρύο, και πως-εγώ, το παγόβουνο- γελάω μέσα μου ακούγοντας το πρωί στο μετρό τον κόσμο να μουρμουρίζει: πω, πω, έχει ένα κρύο σήμερα…θα χιονίσει…

Και μια που είπα μετρό, σήμερα χώθηκε κάτω απ τα αυτιά μου μια κουβέντα: Τι πάει να πει έλα να δεις τους φίλους μου.. Μα ποιους φίλους σου? Που δεν τους έχεις δει ποτέ, που μόνο γράφετε, γράφετε συνέχεια, είναι φίλοι αυτοί? Τι λες παιδί μου, τι βλακείες είναι αυτές? Τς, τς, τς, δες τι πιστεύουν… Άσε, άσε, γίνονται τρομερά πράγματα εκεί μέσα (στο ίντερνετ)…
Και σκέφτηκα πως εκεί μέσα δεν βρίσκει ο καθένας παρά μόνο ότι έχει μέσα του.




* * * * * * *

12.12.07

απεργία...

Γιατί κεντάνε οι άνθρωποι; Οι γυναίκες; Γιατί πλέκουν; Γιατί φτιάχνουν όλα αυτά τα σεμεδάκια, τα πετσετάκια, τα καρεδάκια, αφού το πιθανότερο είναι πως δεν θα χρησιμοποιηθούν ποτέ;

Είναι δύο συρτάρια κι ένα ντουλάπι γεμάτα με τέτοια. Σεμεδάκια με τα πετσετάκια τους, σταυροβελονιά σε καμβά, με σειρίτια στα τελειώματα και χρυσά κρόσσια. Σεμεδάκια με τα πετσετάκια τους, σε ύφασμα μεταξωτό με μπουκέτα λουλούδια κεντημένα ανεβατό. Ένα τους μόλις τελειωμένο, κεντημένο μα δίχως να έχει κοπεί, να χωριστούν τα πετσετάκια από το σεμέν τους…

Ένα κάδρο-ακαδράριστο, διπλωμένο στα τέσσερα: δύο μαύρα άλογα στο ηλιοβασίλεμα, μέσα σε φλόγες πορτοκαλί και κίτρινες. Και πετσετάκια, πετσετάκια, πετσετάκια όλων των ειδών, με λουλούδι στην άκρη και δαντέλα στο τελείωμα.

Καρέ, σταυροβελονιά και κομποβελονιά, τραπεζομάντηλα άσπρα με τις δώδεκα πετσέτες τους, και καρώ-του φαγητού.

Όχι μόνο κεντημένα μα και ζωγραφισμένα. Όλων των ειδών, με λουλούδια, με κεράκια και γκύ-χριστουγεννιάτικα, και πασχαλινά.

Και πλεκτά. Πλεκτά σετ με τα πετσετάκια τους, πλεκτά μικρά μόνα τους για ασημένιους δίσκους και μεγάλα, πλεκτά αέρινα και άλλα χοντροπλεγμένα, μπεζ μα και λευκά. Και μια κούκλα μπεζ κλωστή τυλιγμένη σε χαρτί. Κι ένα καρούλι χρυσοκλωστή τυλιγμένο μέσα στο πετσετάκι που δεν πρόλαβε να τελειώσει.

* * * * * * *

Ο μπαμπάς μου είχε μαγαζί που πουλούσε τέτοια: καμβάδες και εταμίνες με το μέτρο, μουλινέδες, τσιλεδάκια, κουβαρίστρες και βαμβακάκια. Ήταν καιρός που ξέραμε με την αδελφή μου όλα τα χρώματα με τους κωδικούς τους…

Παρακολουθούσαμε και τις μόδες: μια οι σταμπωτοί καμβάδες, μια οι κεντημένες καρέκλες με βαμβακάκι, μια οι πλεκτές τσάντες με κοκάλινα χερούλια, τα μεταξωτά με τα κρόσσια, τα κάδρα σαλονιού με ηλιοβασιλέματα, η κομποβελονιά, τα μπεζ, τα λευκά, τα κινέζικα …

Είχα-έχω στο σπίτι δύο μεγάλα συρτάρια γεμάτα, αχρησιμοποίητα. Τα άνοιγα κατά καιρούς και τα κοίταζα, τα θαύμαζα, τα χαιρόμουν: έργα τέχνης, κυρίως τα πλεκτά, αυτά είναι η αδυναμία μου: τα πλεκτά τα άσπρα, τα αέρινα. Δεν τα έστρωνα, γιατί βαριόμουνα, και για να μην έχω μετά να πλένω και να σιδερώνω, για να μην πάθουν καμιά ζημιά, μα κυρίως γιατί δεν ταίριαζαν, δεν ταιριάζουν στο σήμερα.

* * * * * * *

Σήμερα τακτοποιούσα κι αναρωτιόμουν, γατί όλα αυτά, γιατί; Για χρηστικούς λόγους; ή για την ψυχοθεραπεία της κατασκευής;
Και μετά, έπεσα στο ποστ της Μιραντολίνας…




* * * * * * *

5.12.07

Βαρκελώνη Ι

Κάτι που μου φάνηκε θαυμάσιο στη Βαρκελώνη και που δεν είχα ξαναδεί αλλού, είναι ότι όλες οι καρέκλες-των καφέ και των εστιατορίων, σε πλατείες και πεζοδρόμια, είναι ολόιδιες-έτσι, απλές και αλουμινένιες , και το μόνο που διαφοροποιεί τα καταστήματα είναι το κάλυμμα τους-κι αυτό είναι πάντα μονόχρωμο, με την φίρμα του μαγαζιού στην πλάτη.

Φτάσαμε χαράματα, πήραμε το πρώτο λεωφορείο από το αεροδρόμιο για την πλάτσα Καταλουνία, περπατήσαμε φορτωμένοι πάνω-κάτω την Ράμπλα-φτάσαμε ψηλά μέχρι την Πεδρέρα και χαμηλά μέχρι την θάλασσα, είχε υγρασία-σχεδόν ομίχλη και πολύ βάρος (στην πλάτη!), αλλά είχε και υπέροχη ησυχία γιατί ο κόσμος δεν είχε ξυπνήσει ακόμη, είχε άδειους δρόμους και εφημερίδες στις εισόδους του μετρό.
Στην πλατεία του πι (του πεύκου) ήπιαμε τον πρώτο μας καφέ.

* * * * * * * * * *

Το άλλο υπέροχο είναι τα χαμόν-χαμόν κρεμασμένα παντού, να χορταίνει όχι μόνο το στομάχι αλλά και το μάτι!

Στου Martin Villoro στην Μπαρτσελονέτα, φάγαμε τηγανητές αγκινάρες -κομμένες στα 4 και βουτηγμένες σε κουρκούτι, σαλάτα φασόλια με βακαλάο-σαν τα δικά μας φασόλια πιάζ αλλά με λευκά κομμάτια ψαριού ανάμεσα, και χοντρά κομμάτια τορτίγια: έτσι έμαθα πως λέγεται στα ισπανικά το αγαπημένο μου φαγητό, οι πατάτες με αυγά όπως τα φτιάχνει η μαμά μου!


* * * * * * *

3.12.07

sweet home !!

Η Θεσσαλονίκη είναι ένα κανονικό μέρος, με πολύ υγρασία. Αυτό μερικές φορές είναι χάλια, π.χ. μπορεί επί χρόνια να πηγαίνεις το πρωί στη δουλειά με τα δόντια σου να χτυπάνε σαν να παίζουν κλακέτες και να μη μπορείς να βγάλεις το μπουφάν για ώρα ακόμα και μέσα στον κλιματισμό, ή επίσης μπορεί να σε αγκαλιάσει κάποτε κάποιος σ ένα πάρκο-αρχές Γενάρη-και συ να τρέμεις σαν το ψάρι, και τότε εκείνος μπορεί να νομίσει ότι έχεις κάποιο πρόβλημα, κι αυτό να τον γεμίσει σκέψεις για το αν είναι είσαι κατάλληλη για να γίνεις ζευγάρι του ή όχι.

Από την άλλη μεριά, δε λέω, είναι φορές που η υγρασία είναι υπέροχη, όπως τις μέρες που δεν δουλεύεις ΚΑΙ έχεις ραντεβού για πρωινό καφέ με την αδελφή σου-η οποία περιμένει πως και πως αυτές τις μέρες τις δικής σου άδειας για να δώσει κι αυτή άδεια στον εαυτό της ! Μα, η Απόλαυση (με κεφαλαίο) είναι αυτές οι μέρες του Φεστιβάλ Κινηματογράφου τον Νοέμβριο, που δεν μπορεί, αν όχι σε όλες, τουλάχιστον στις μισές θα έχει τρομερή υγρασία (έως ομίχλη), θα βρέχει, ή απλά θα έχει παγωνιά… Βάλε και το ότι όλα αυτά γίνονται δίπλα στη θάλασσα κι τότε έχεις μπροστά σου όλη τη γραφικότητα της πόλης και του Λιμανιού της!

Έχει κι άλλα καλά η Πόλη-με κεφαλαίο, όπως ακριβώς αναφέρεται ο Ντάρελ στην επίσης υγρή Αλεξάνδρεια του - πολλά, μην αρχίσω τώρα και με πιάσει ο λυρισμός, οι αναμνήσεις και οι συγκινήσεις, γιατί δεν το θέλω, καθόλου, ειλικρινά.

Εκεί που θέλω εξαρχής να καταλήξω είναι το, προς θεού, αμάν πια με την ερωτική πόλη και τα ωραία μεζεδάκια, τα τρίγωνα, τα μπαράκια, ταβερνάκια, τα μπουγατσάδικα, και όλα τα υπόλοιπα γραφικά που ξεχειλίζουν απ όλα τα free press που κυκλοφορούσαν τις μέρες του φεστιβάλ στην πόλη, και τα οποία έσπευσα-η χαρτομαζώχτρα- να μαζέψω και να κουβαλήσω μαζί μου εδώ. Έφριξα από την τόση γραφικότητα… Η Θεσσαλονίκη είναι απλά ένα κανονικό μέρος, με πολύ υγρασία.

Να μου πεις ότι γραφικό και υπέροχο είναι που από τον Άγιο Αντώνιο φαίνεται το κέντρο της Αθήνας στο βάθος, να μου πεις για τη μαγεία της Σταδίου το πρωί που είναι άδεια, να μου πεις για τα γιασεμιά που μένουν ανθισμένα όλο το χειμώνα και τις όμορφες μονοκατοικίες μέσα στα στενά, να καταλάβω !

(Ούφ, ξαναγύρισα σπίτι!)




* * * * * * *

2.12.07

sweet home!


Βαρκελώνη, Θεσσαλονίκη, Φεστιβάλ. Το καθένα τους μια ιστορία ή μάλλον, πολλές ιστορίες μαζί.
Ταξιδιάρα ψυχή, μάλλον δεν έχω. Ή ίσως έχω, μα ταξιδιάρικο σώμα δεν έχω!
Μου έλειψε το σπίτι και η ησυχία μου, πολύ, και σιγά-σιγά τα ξαναβρίσκω.
Ευτυχώς, μπροστά μας έχουμε Χριστούγεννα!


* * * * * * *

14.11.07

Xocolata amb xurros!


Ποστ απο το κινητο, θαυμα-θαυμα της τεχνολογιας! Οχι απο το δικο μου-το ροζ, εκεινο το εχασα, το εκλαψα, το διεγραψα και το ξεχασα, μολις φτασαμε... Σε μερικες ωρες φευγουμε, η ερχομαστε-και το νεο μου κοσκινακι ειναι μαυρο, φθηνοτερο και... ισπανικο!


* * * * * * *

3.11.07

ο ένας απο τους επτά


Είχα πιει πολύ
και ξερνούσα στο μπάνιο
όταν κατάλαβα να στέκεται πίσω μου
κι η σκιά του
Τεράστια τον χώρο να καλύπτει
Σκέφτηκα… τώρα μάλιστα
Σαν τον Ελπήνορα κατάντησες οράματα να βλέπεις…

Όμως Εκείνος μίλησε
ήρεμα καθησυχαστικά
παρ’ όλο που διέκρινα μια κούραση
στην αποκόσμια, απροσδόκητη φωνή του.
«Είναι τριακοστή τρίτη φορά
απ’ τη μέρα που ανέλαβα να σε προσέχω…
Δεν είσαι πια παιδί
Σκέψου ταυτόχρονα πως πρέπει νάμαι στη Βομβάη
προσέχοντας ένα τετράχρονο με χρόνια πνευμονία,
πρέπει να βρίσκομαι στην Κίνα
δίπλα σε κάποιο γεροντάκι
που σκέφτεται ν' αυτοκτονήσει
μετά το θάνατο της κόρης του,
πρέπει να κάνω διπλοβάρδιες
μέσα σε μια παμπάλαια θερμοκοιτίδα
σ’ ένα μωρό με αναπνευστικά από τη Μολδαβία
κι ακόμα ν’ αγωνίζομαι
να μη μου φύγει
ένας πυγμάχος είκοσι χρονών μέσα στο κώμα του
Έχω και δυο δίδυμους –σκλήρυνση κατά πλάκας–…
Εσύ τουλάχιστον
θάπρεπε μέσα στην ορθολογική σου απιστία
να σέβεσαι όσους τους έχουν αναθέσει
τέτοιες αποστολές…»
Γύρισα να τον δω
κι ένιωσα μόνο τον αέρα απ’ τις φτερούγες του
που άνοιξαν…

Τότε θυμήθηκα ένα καλόγερο παππού
που μου 'χε πει στο Όρος:
Είτε πιστεύεις είτε όχι
κάθε επτά από εμάς
μας προστατεύει κι ένας Άγγελος
μέρα και νύχτα
κι είναι υπόλογος για την υπόσταση μας…


Ηλίας Κουτσούκος, απο τον "Ακροβάτη των Λέξεων", απο την Λέσχη Ανάγνωσης Άνω Τούμπας.



* * * * * * *

30.10.07

γη της πέτρας

Άν τ' αφήσεις σε μένα, μπορεί και να μην ξαναβγώ ποτέ απο το σπίτι...

Άν ήταν στο χέρι μου, αν δεν έπρεπε να πάω στη δουλειά, να πάω για ψώνια, να βρεθώ με φίλους με τους οποίους έχω δώσει ραντεβού, δεν θα έβγαινα ποτέ απο το σπίτι.
Μέσα στους τοίχους νιώθω προστατευμένη. Απο τον καιρό και απο τα μάτια.
Πράγμα που μου θυμίζει πως, όταν αναρωτήθηκα (διότι ρωτήθηκα) γιατί οι κούπες μου είναι όλες με καπάκι, το πρώτο που μου ήρθε στο μυαλό ήταν "μα, για προστασία"..(?).

Όμως, με απόλυτη συνέπεια, κάθε μα κάθε φορά που βγαίνω απο το σπίτι, πραγματικά το χαίρομαι, και μετανοιώνω για τους πρωτύτερους ενδοιασμούς μου.

Ένα βράδι με μια φίλη, πρώτα για καφέ και μετά στο θέατρο: σ' ένα μέρος όπου δεν είχα ξαναπάει: στη στάση μετρό φίξ, στο θέατρο του νέου κόσμου: σ' ένα όμορφο παλιό σπίτι διαμορφωμένο σε θέατρο, σε μια πολύ όμορφη παράσταση: ένας στους δέκα (κατοίκους στη χώρα μας είναι αλλοδαπός).

Ένα απόγευμα με άλλη φίλη, ξανά για καφέ, και κουβέντα, πολύ-πολύ κουβέντα, σαν να μπορούν να χωρέσουν δυό ζωές συνολικής διάρκειας σχεδόν ογόντα χρόνων σε τρείς ώρες!

Τα πρωινά του Σαββάτου στην πόλη: στη λαική της γειτονιάς, στο σουπερμάρκετ, σε βόλτες με το αυτοκίνητο σε μακρινές γειτονιές. Ουρανός, αέρας, αναπνοή, ζωή.

Ένα βράδι σκαρφαλωμένοι στο μπάρ, με την πόλη στα πόδια μας. Σκοτεινά και όλο φώτα.


* * * * * * *

24.10.07

καφές και συμπάθεια...


Μα, είναι δυνατόν να προβληματίζομαι τόσο πολύ για όλα? Αγαπημένα μου αντικείμενα? Τι εννοεί η renata ? Όλα όσα κουβαλάω στην τσάντα μου? Αχ, και σήμερα ακριβώς είναι που είπα, ε όχι, φτάνει πια, δε γίνεται να τα κουβαλάω όλα αυτά μαζί μου συνέχεια, δεν κλείνει η τσάντα μου πια, με βαραίνει. Τελείωσε, ή πρέπει να αγοράζω μεγαλύτερες τσάντες ή κάτι να περικόψω, δε γίνεται...

Μα, δε λέει «τι κουβαλάτε συνέχεια μαζί σας απο ανασφάλεια μήπως σας χρειαστεί» (διότι είναι αποδεδειγμένο πως ότι βγάλεις απο την τσάντα σου, εκείνη την ίδια μέρα τυχαίνει να το χρειαστείς, το αναθεματισμένο, κι ας μην το χρησιμοποίησες ποτέ τόσο καιρό που το κουβαλούσες...).

Τέλος πάντων, ξεφεύγω απο το θέμα.

Λοιπόν, τι εννοεί «αγαπημένα μου αντικείμενα»? Τις κούπες μου μήπως? Μα, αυτό ήταν άλλο ποστ, το προηγούμενο, και πως έγινε, πριν καλά καλά αποφασίσω ποιά απ΄όλες είναι η αγαπημένη μου, αν είναι καλύτερα να φωτογραφίσω την πιο αγαπημένη μου μόνη της ή αυτήν που χρησιμοποιώ συνήθως (για να μη σπάσω κατά λάθος την πιο αγαπημένη μου !) ή όλες μαζί, ή άραγε να τις βάλω στη σειρά σαν σε παρέλαση ή καλύτερα τυχαία ανακατεμένες? Καλύτερα να βάλω την αγαπημενη μου μπροστά και τις άλλες γύρω ανάκατες... Και, καλύτερα ας περιμένω να είναι μέρα με ήλιο, να μην κάνω νύχτα τη φωτογράφιση και δε βγει καλά η φωτογραφία... Και τσούπ, πάει, προχωρήσαμε, αλλάξαμε θέμα, κι εσύ κάθεσαι και σκέφτεσαι ακόμη, και χάνεις και το πριν και το μετά...

Πάμε παρακάτω.

Αγαπημένα μου τι εννοεί τελικά? Αυτά που κουβαλάω στην τσάντα μου-τα πιο απαραίτητα? Όχι, αγαπημένα είπαμε, όχι απαραίτητα.

Αυτά που κουβαλάω στο σπίτι μαζί μου απο δωμάτιο σε δωμάτιο? Απο τον υπολογιστή στο κρεβάτι και τανάπαλιν? Μμμ, μάλλον αυτά, κατέληξα, αυτά πρέπει να εννοεί.

Όμως, αν θέλουμε να κυριολεκτίσουμε, εμένα τα ΠΙΟ αγαπημένα μου αντικείμενα είναι μερικά βιβλία. Τι να κάνω, να βάλω στη σειρά τα βιβλία και να τα φωτογραφίσω?

Αφου εγώ θέλω να φωτογραφίσω την κινέζικη κούπα μου... Ή μάλλον, τη χριστουγεννιάτικη, που είναι δώρο της κουμπάρας μου και έχει και καπάκι, και τη χρησιμοποιώ συνέχεια-αν και φοβάμαι μην τη σπάσω, αλλά αποφάσισα πως καλύτερα να τη χρησιμοποιώ κι ας σπάσει (προσέχω όμως) παρά να πεθάνω εγώ κάποια στιγμή και μείνει αυτή ανέπαφη και αχρησιμοποίητη... Α, και γιατί θέλω να έχω όλο το χρόνο χριστούγεννα, το είπαμε αυτό, ε?

Λοιπόν, καταλήξαμε πουθενα?
Ουφφφ...


* * * * * * *

22.10.07

ααα, ένα απλωμένο χέρι!

Βαριά σύννεφα στον αττικό ουρανό σήμερα το απόγευμα. Υπέροχα!

Έκανα μία ώρα και είκοσι λεπτά για να φθάσω απο τη Νέα Ερυθραία στη Θηβών, γιατί ήταν αργά το απόγευμα: ώρα μαζικής επιστροφής στο σπίτι, αλλά επίσης και γιατί επέλεξα-επι τούτου, τη διαδρομή μέσα απο την πόλη: Κηφισίας, Ηράκλειο, Νέα Φιλαδέλφεια. ΟΑΚΑ, Νέα Ιωνία, άλσος Δεκελείας.

Δε χορταίνω, δε χορταίνω να χαζεύω τους δρόμους και τις γειτονιές της πόλης, τα στενάκια, τα σπίτια, τους ανθρώπους. Λες και με είχανε κλεισμένη σε κανένα ερημητήριο και ξαφνικά με αφήσανε ελεύθερη στη Νέα Υόρκη.
Απορώ, απορώ κι εγώ η ίδια με τον εαυτό μου-κι ας έχω την ευχέρεια να τον παρατηρώ απ' τα μέσα!
Μα πιο πολύ απορώ που δε θέλω τίποτε άλλο παρά να βλέπω, μόνο να βλέπω και να σκέφτομαι, κι έτσι να απολαμβάνω. Μυστήριο.

Πόσο χάρηκα που στο σπίτι με περίμενε μια αγκαλιά φρέζες!


* * * * * * *

20.10.07

ζωή εσωτερικού χώρου

Βλέπω τις γλαστρούλες μου στο μπαλκόνι που έγιναν μούσκεμα κι αναρωτιέμαι-στα σοβαρά- μήπως πρέπει να τις μαζέψω, να τις καλύψω, να τις πάρω μέσα να μη βρέχονται, μήπως τους κάνει ζημιά τόσο νερό, μη σοκαριστούν τα φυτάκια μου, μη σαπίσουν, μη χαλάσουν...

Ψάχνω στο μυαλό μου να βρω τι να κάνω, να βρω εικόνες απο χρυσάνθεμα, και βρίσκω αυτά που είναι φυτεμένη στην αυλή της μαμάς μου, στη μέση του κήπου. Ούτε υποστεγο εκεί, ούτε προστασία, ούτε τίποτα. Μόνο χώμα άπλετο-εντελώς γή, μέσα στον καιρό απ' το κατακαλόκαιρο ως το χειμώνα, και επίσης μέσα στα πόδια του Ρέξ που χοροπηδάει γύρω τους συνέχεια... Και ζουν μια χαρά ανέμελα, και λάμπουν γερά και στιβαρά!

Και γελάω μέσα μου, που μάθαμε στο λίγο-λίγο: λίγο νεράκι με το ποτήρι κάθε δυό μέρες, λίγες σταγόνες βιταμίνες κάθε μερικούς μήνες δυαλυμένες σε πλαστικό μπουκάλι του νερού, δυό-τρεις χούφτες χώμα του σουπερ μάρκετ κάθε άνοιξη να ανέβει κάπως αυτό της γλάστρας που εξαφανίζεται... Τα μαθαίνουμε νάναι λιγόφαγα, ολιγαρκή, καχεκτικά και ντελικάτα.
Μετά λυπάμαι λίγο και για μάς.


* * * * * * *

14.10.07

Κυριακή. Ωραία.


Απ' το παράθυρο ο ουρανός είχε γίνει γκρίζος σαν μολύβι, κοντεύει να γίνει ένα με την ταραγμένη θάλασσα. Ο Άρνι έβαλε μια ολόσωμη φόρμα πάνω από τα ρούχα του, έλυσε τέσσερα από τα είκοσι σκυλιά του και τα έζεψε στο ξύλινο έλκηθρό του πάνω στο οποίο είχε στρώσει μια γούνα από κάποιο θήραμα. Πήρε το όπλο και τα κιάλια του, χαιρέτισε την γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά του και με ένα μακρόσυρτο συριγμό έδωσε το σύνθημα στα σκυλιά να ξεκινήσουν. «Είναι τρεις λίμνες που πρέπει να περάσουμε» μου είπε. «Το σημείο όπου πηγαίνουμε είναι πολύ μακριά από δω. Αν όλα πάνε καλά θα γυρίσουμε το βράδυ». Αναρωτήθηκα μέσα μου τι σήμαινε το «αν όλα πάνε καλά θα γυρίσουμε το βράδυ» και τον ρώτησα. “Αν δεν γυρίσουμε το βράδυ πότε θα γυρίσουμε;”. “Αύριο.”. “Και που θα κοιμηθούμε;”. Με ένα νεύμα του χεριού του μου έδειξε μια σκηνή και μια λάμπα θυέλλης, «έξω» απάντησε.

Απο τις ανταποκρίσεις του Γιώργου Αυγερόπουλου απο τη Γροιλανδία,
στο forum του Εξάντα στην ΕΡΤ.

Ω καιροί, ω ήθη...
Γραπτό ντοκιμαντέρ να το πω;
Βιβλίο οnline να το πω;
Ζωή-σαν-μυθιστόρημα-σε-συνέχειες να το πω;
Εικονικό ταξίδι για όλους εμάς που πιθανότατα δεν θα το κάνουμε ποτέ στην πραγματικότητα, να το πω;
Όπως και να το πω, το βρήκα θαυμάσιο, όχι μόνο σαν θέμα αλλά και σαν τρόπο επικοινωνίας.

Έξω βρέχει.
Την calluna bulgaris/Heide winterhart την φύτεψα χθες!



* * * * * * *

12.10.07

... σα μυθιστόρημα


Η αδελφούλα μου είδε στον ύπνο της πως με έψαχνε, προχθές. Ήμουνα λέει σε μια μεγάλη πόλη, κι όλο γύρω μου είχε αρχαία, ναούς, χαλάσματα…
Έτσι δεν είναι?




* * * * * * *

10.10.07

η μοναξιά μας


Και μετά έχει πιο χειρότερα, κι όσο λες πως πιο κάτω δεν έχει, τόσο βλέπεις να εξευτελίζεται στα μάτια σου ο άνθρωπός σου.
Εγω θέλω να πιστεύω πως δεν καταλαβαίνουν τι τους συμβαίνει. Θέλω.
Όμως με τα ίδια μου τα αυτιά άκουσα το μπαμπά μου να μου λέει, ένα βράδυ που ήμασταν οι δυό μας κι έτσι δεν έχω μάρτυρες, και γιαυτό χρειάζεται να με πιέσω για να παραδεχτώ ότι είναι αλήθεια και πως δεν είναι της φαντασίας μου, πάνω που τον είχαμε πως πια δεν καταλάβαινε τίποτα, πως μας έβλεπε όλους ξένους.
Είχαν φύγει οι φίλοι μας, τους χαιρέτησε ευγενικά ακολουθώντας μας στην πόρτα: "γειά σας, γειά σας", όλος χαμόγελο. Καταλάβαινες πως δεν καταλαβαίνει ποιούς χαιρετάει, μα πως καταλαβαίνει ότι φεύγουν κάποιοι, και πρέπει να είναι ευγενικός οικοδεσπότης.
Την ευχαριστήθηκε την παρέα εκείνο το απόγευμα, κι ας μη γνώριζε ποιοί είμαστε και τι λέγαμε. Είχε καιρό να είναι σε χώρο άλλο απο το σπίτι τους με τη μαμά, είχε καιρό να είναι σε χώρο με νέους ανθρώπους που κουβεντιάζουν.
Κι εγώ, χάθηκε ο κόσμος να τον έπαιρνα στο σπίτι μου συχνότερα? Έπρεπε να φτάσει στο αμήν η μαμά, να πει πάρτον λίγο, ένα Σαββατοκύριακο, γιατί κουράστηκα, να ξεκουραστώ, να κοιμηθώ, να ξαναβρώ και το δικό μου μυαλό γιατί ώρες-ώρες πάει να χαθεί κι αυτό μαζί με το δικό του...
Τι, βάρος ήτανε? Σαν παιδάκι με ακολουθούσε μέσα στο σπίτι, ντρεπότανε που δεν μπορούσε να φάει μόνος του κι έπρεπε να τον ταίσω, ήθελε τότε να είμαστε οι δυό μας μόνοι, στην κουζίνα.
Ποιός να τόλεγε κυρ Γιάννη πως θα δεχόσουν καλεσμένους με τις μπιζάμες, εσύ που τρελαινόσουνα για το καλό ντύσιμο, που έβαζες κουστούμι ραμένο στα μέτρα σου στο ράφτη, με το γιλέκο του απο μέσα, για να βγεις για εφημερίδα τις Κυριακές?
Δεν μπορεί, δεν θα καταλάβαινε. Αν καταλάβαινε θα είχε γίνει πολύ χάλια.
Όταν έφυγαν λοιπόν, και τον οδήγησα στο κρεβάτι του, και τον σκέπασα και τον χάιδεψα για να κοιμηθεί-γιατί να μην τον έχω χαιδέψει περισσότερο? άραγε χόρτασε χάδια στη ζωή του? Ήταν απο τους αυστηρούς, τους απόμακρους όταν είμασταν μικρές, δεν ήταν για πολλά πολλά, για αγκαλιές και γέλια. Μόνο οι δρόμοι του άρεζαν, να οδηγάει-αυτό με το οδήγημα το πήραμε και οι δύο οι κόρες του, οι κατά τα άλλα ακοινώνητες: να μας αρέσουν οι δρόμοι, να οδηγάμε, να πηγαίνουμε, να κοιτάμε.
Ανεβαίναμε λοιπόν στο αυτοκίνητο και πηγαίναμε, όλη μέρα, με ελάχιστες στάσεις, και η μαμά γινότανε μπαρούτι και ορκιζότανε πως ποτέ πια δεν θα ξανάρθω μαζί σου εκδρομή, και πάλι πονοκέφαλο είχε, τόσες ώρες στο αυτοκίνητο, στην άκρη του κόσμου... Στο δέυτερο πόδι της Χαλκιδικής ανοίγανε το δρόμο τότε, κι ο μπαμπάς ήθελα να δει ως που πάει, και να πιάσει καμιά κουβέντα με τους ντόπιους, να ρωτησει πόσο πάει το μέτρο εδω, να ξετρυπώσει και κανένα γνωστό-που παντού του βρισκότανε τέτοιοι, τόσο κοινωνικός που ήταν! Μονο μετά απο χρόνια είπε η μαμά, σαν το μπαμπά σας δε γίνατε, κοινωνικές, να βρίσκετε τις άκρες με τα δημόσια και της υπηρεσίες. Εκείνος πάντα τα κατάφερνε...
Όταν έσβησα το φως λοιπόν, κι έκατσα λίγο δίπλα του, σχεδόν ψηλαφιστά, ψάχνοντας να βρει τα λόγια, μου είπε, με ρώτησε, εγώ δεν ήμουν έτσι, πως έγινα έτσι, πως έγινα... Δεν ήμουν έτσι εγώ, ήμουν? Μα πως έγινα?
Προσπαθώ απο τότε να τα σβήσω απο τα αυτιά μου αυτά τα λόγια, να κάνω πως δεν υπήρξαν, πως δεν τα άκουσα, πως τα φαντάστηκα ίσως ότι θα τα σκεφτόταν. Μα κοροιδεύω τον εαυτό μου. Εκεί ήμουν και τα άκουσα. Και δεν θέλω να είναι αλήθεια.


* * * * * * *