29.12.06

τέλος χρόνου


Το βράδυ της παραμονής δεν κοιμάμαι αν πρώτα δεν τακτοποιήσω το σπίτι. Θέλω να είναι όλα καθαρά και στη θέση τους, κι η αυγή του νέου χρόνου να βρει το σπίτι μου ήρεμο και ζεστό.
Δεν ξέρω αν είναι φυσιολογικό αυτό. Αλλά εγώ το χρειάζομαι.

* * *

Κάπου είχα διαβάσει, κάποτε, πως όπως περνάς την πρώτη μέρα του χρόνου, έτσι θα περάσεις και όλη σου τη χρονιά.
Φέτος, τη μέρα της πρωτοχρονιάς θα ταξιδεύω.

* * *

Μερικές φορές τρομάζω, όταν με πιάνω σκέφτομαι πως θα ήθελα να γινόταν να μην έβγαινα ποτέ από το σπίτι. Μα, δε μου λείπουν οι φίλοι μου; Ο ήλιος; Ο καιρός;
Όμως, χρειάζομαι ησυχία για να ξέρω ποια είμαι, μέσα σε κόσμο δεν με αναγνωρίζω-έτσι, τότε, δεν θέλω να με γνωρίζω.

* * *

Έχω ήδη τις τρείς νονές. Για την περίπτωση που θα χρειαστούν.

* * *

Στρουθοκάμηλος, η φυγόπονος.




* * * * * * *

24.12.06

Χριστός γεννέθεν χαράν σον κόσμον

Είπε, ότι η ζωή είναι σαν να κινείς μαριονέτες : όλο κλωστές-κλωστές, άλλοτε να τραβάς τη μια κι άλλοτε την άλλη, να είσαι πάντα έτοιμος, και να κάνεις μονάχα ότι πρέπει να γίνει εκείνη την στιγμή.
Σαν αυτόν που κινεί τις κούκλες, πρέπει να μπορείς να κρίνεις, και να δίνεις την προσοχή και την φροντίδα σου μόνο σε ότι έχει βαρύτητα εκείνη τη ώρα στη ζωή σου. Τίποτα πολύ, τίποτα για πάντα, όλα σε μια προσπάθεια να κρατήσεις την ισορροπία, και να φτάσεις στο τέλος έχοντας ζήσει μια ζωή ουσιαστική αλλά και αξιοπρεπή.
Είπε, η μαμά μου.
Και δέχτηκε σαν να είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο, το να είμαι εδώ και όχι εκεί, γιατί της είπα ότι έβαλα λαμπάκια στα παράθυρα και κάθομαι στο σκοτάδι και τα χαίρομαι.
Το μόνο που πρέπει να κάνεις τώρα, είναι να ξεκουραστείς, είπε.




* * * * * * *

20.12.06

...το καλύτερο



Τινάξαμε τα χαλιά, πετάξαμε τα σκουπίδια, αλλάξαμε διακόσμηση,
νέα χρόνια, νέα ζωή.
Και με το αριστερό και με το δεξί, μαζί.
Ωραία.



* * * * * * *

17.12.06

με οικογένεια

Ζούσα σε ένα σπίτι με θέα ….., διαβάζοντας βιβλία, σκεπτόμενη τους άνδρες και την δουλειά. Γκρίνιαζα, έκανα την τρίχα τριχιά.
Τώρα έχω οικογένεια.

Δεν είναι ζωή να κάθεσαι να μιζεριάζεις και να λες: "Γιατί δεν με αξιοποιούν στη δουλειά;", "Γιατί δεν με καταλαβαίνουν οι άνδρες;". Ξέρω πολλές γυναίκες που είναι στην ίδια κατάσταση με μένα. Είναι μόνες τους, "αυτάρκεις" και ζουν μια ψευδαίσθηση. Τη ζωή όμως τη ζεις μέσα από την οικογένεια.

Η dark maiden με οδήγησε στη συνέντευξη που έδωσε η Ελένη Καλογεροπούλου στον Σταύρο Θεοδωράκη, στα ΝΕΑ του Σαββάτου.

Ανατρίχιασα, ντράπηκα, χάρηκα, φοβήθηκα, έχωσα το κεφάλι μου στο χώμα-να μη βλέπω τα δύσκολα-όπως πάντα, μα αυτή τη φορά το ξανάβγαλα.
Και την θαύμασα πάρα πολύ, γιατί αυτό της το βήμα μου φάνηκε το πιο δύσκολο απ όλα, στις διαδρομές που έχει κάνει ως τώρα μέσα σε αγνώστους και σε πολέμους.




* * * * * * *

12.12.06

Χριστουγεννιάτικη γιορτή

-Σου είπα, δεν θέλω να φορέσω πράσινη μπλούζα και μαύρο κολάν, φούστα θέλω να φορέσω…
-Μα, Χρύσα, είδες ποτέ σου εσύ ξωτικό με φούστα?
-Εγώ δεν θέλω να είμαι ξωτικό. Θέλω να είμαι εξωτικό…





* * * * * * *

7.12.06

Τι καλά, τι καλά, άρχισε να Χριστουγεννιάζει…!!!


Μ΄ αρέσουν πολύ τα χριστούγεννα, πάρα πολύ. Αν ήταν δυνατόν, θα τα γιόρταζα όλο το χρόνο. Που τα γιορτάζω δηλαδή, αν λάβει κανείς υπόψη ότι έχω δύο γατάκια με κόκκινα κασκόλ, αγκαλιασμένα, σε μια κούνια κάτω από την επιγραφή «merry christmas» κρεμασμένα στον τοίχο όλο το χρόνο, και παραδίπλα μερικές μπαλίτσες με χριστουγεννιάτικες σκηνές-απ΄ αυτές που τις κουνάς και τα χιονάκια στροβιλίζονται μέσα στο νερό τόσο αργά κι απαλά που νομίζεις ότι είσαι εκεί μέσα και πετάς…

Μ΄ αρέσει που στο ραδιόφωνο έχει ΟΛΗ μέρα χριστουγεννιάτικα τραγούδια, μ αρέσει ν ακούω ξανά και ξανά το Last Christmas I Gave You My Heart-και να θυμάμαι το βιντεοκλίπ με την παρέα μέσα στα χιόνια, μ αρέσει που όπου και να κοιτάξεις αναβοσβήνουν φωτάκια, μέρα-νύχτα, όμορφα και κακόγουστα, μ αρέσει που όλα γίνονται κόκκινα πράσινα και άσπρα, και που η τηλεόραση παίζει ταινίες με χιόνια-και στο βάθος φαίνεται Το Σπίτι, γεμάτο φως, μυρωδιές και ζεστασιά…

Ξέρω πολύ καλά ότι οι οικογενειακές συγκεντρώσεις που φαίνονται τόσο θαυμάσιες στις ταινίες, πάντα, (πάντα, σας λέω), αποτυχαίνουν. Όσο κι αν αρχίσεις τα σχέδια βδομάδες πριν, τα ψώνια και τις ετοιμασίες απο μέρες, όσο κι αν η διακόσμηση του σπιτιού και του τραπεζιού είναι καλύτερη κι απο περιοδικού…

Μετά το φαί, κι αφού ειπωθούν όλων των λογιών οι καλές κουβέντες για τη γέμιση της γαλοπούλας και τις πατατούλες φούρνου, μετά όλοι θέλουν να γυρίσουν στα σπίτια τους για να ησυχάσουν. Τα ταπεράκια με τα υπολείμματα γεμίζουν-συνοδεία αγάπης σ αυτούς που για τη χαρά τού να τους έχεις όλους μαζεμένους γύρω σου μαγείρεψες, και η πόρτα κλείνει.

Τα τελευταία χρόνια πέρασα πολύ όμορφα χριστούγεννα αυτές τις ώρες τις «μετά», με την σκέψη ότι αύριο-δεν-θα-κάνω-απολύτως-τίποτα γιατί είναι ΠΑΛΙ αργία, ότι θα φάω ΠΑΛΙ γέμιση από την (ευτυχώς πολλή!) που περίσσεψε, ότι -επιτέλους- θα αδειάσει το κεφάλι μου μέσα στην ερημιά του σπιτιού από όλα που το βαραίνουν (μπας και βρω εμένα...).

Τα Χριστούγεννα για μένα είναι ταυτισμένα με τη λέξη ΣΠΙΤΙ- γεμάτο φως, μυρωδιές και ζεστασιά…
(Καταλαβαίνεις γιατί δίπλα σου νιώθω συνέχεια Χριστούγεννα?)






* * * * * * *

28.11.06

μάθημα

Γκρινιάρης είναι αυτός που δεν είναι ποτέ ευχαριστημένος με αυτό που έχει, που θέλει όλο και περισσότερα.

Που θεωρεί ότι όλοι οι άλλοι, αυτά που έχουν είναι αυτά που θέλησαν. Που όλα τα θεωρεί περισσότερα και καλύτερα από τα δικά του.

Που όταν είναι μόνος θέλει να είναι ζευγάρι, και όταν είναι ζευγάρι θέλει να είναι στην ίδια πόλη μαζί του, και όταν είναι πια στο ίδιο σπίτι θέλει καινούρια κουζίνα, και όταν φτιάχνει καινούρια κουζίνα την θέλει με κεραμικές εστίες...

Γκρίνια και Εγωισμός.
Όλοι οι άλλοι δεν είναι έτσι. Είναι καλύτεροι.




* * * * * * *

25.11.06

the sky above

Πήγε στο Άγιο Όρος και -άκου να δεις πόσο ελαφρύς είναι- είπε ότι εκεί κυκλοφορούσαν άγγελοι ανάμεσα στους ανθρώπους, είδε ένα σωρό, έναν μάλιστα τον φωτογράφισε κιόλας…


Μα, ναι, σου λέω τον είδα κι εγώ, μου τον έδειξε στην φωτογραφία που τράβηξε με το κινητό του…

Καλά, δεν φαινόταν ότι είναι άγγελος ακριβώς, αλλά ήταν κάτι άσπρο, κάπως αχνό, νομίζω ότι είδα και κάτι σαν πούπουλα…


Ο κύριος Βέντερς πάλι, ήταν εντελώς ανθρώπινος την Τρίτη το πρωί στο «Κασσαβέτης» στο Λιμάνι: έπινε νερό από το πλαστικό μπουκάλι που κουβάλησε μαζί του, αστειεύτηκε με το μικρόφωνο που αντηχούσε δυνατά το «π», και αυτοσχεδίασε όταν το βίντεο της αίθουσας αρνήθηκε να προβάλει τα αποσπάσματα από τις ταινίες του που ήταν προγραμματισμένα για το masterclass.

(Η Μαρία-ντε Μεντέιρος,
ο σκηνοθέτης-του Βερολίνου-στο φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης,
η κουβέντα-με την αδελφούλα μου).




* * * * * * *

23.11.06

returning home


(απο την έκθεση φωτογραφίας του Τούρκου Σκηνοθέτη και Φωτογράφου Nuri Bilge Ceylan στην Στοά Μπεζεστένι).


* * * * * * *

16.11.06

σοβαρά θέματα


Η γιαγιά μου έλεγε «όι, όι, μάννα μου, πότε ν’ αποθάνω πια» κι εγώ (επτάχρονη) μια φορά τη ρώτησα «γιατί γιαγιά θέλεις να πεθάνεις?», θεωρώντας ως μόνο φυσιολογικό την επιθυμία της ζωής.
«Κουράστηκα απ'όλα, κι απο χαρές κι απο πόνους, θέλω πια να ησυχάσω».

Η κουβέντα δεν έγινε έτσι-κατά λέξη μα, αυτό το νόημα έμεινε χαραγμένο στο μυαλό μου: όσες οι χαρές άλλοι τόσοι και οι πόνοι, έρχεται η ώρα που ησυχία είναι πια αυτό που χρειάζεσαι, και ξεκούραση.

* * * * * * * * *

Δύο οι εικόνες της γιαγιάς με την λευκή-λεπτή κοτσίδα που έφτανε μέχρι τη μέση της: η πρώτη, να κάθεται με τα πόδια κρεμασμένα από το ντιβάνι-κρεβάτι της και να τρίβει τα γόνατα πηγαίνοντας μπρος-πίσω και βογγόντας αυτό το όι, όι, μάννα μου.

Και η άλλη, να κάθεται με τα φώτα σβηστά σε μια καρέκλα που έφερνε μπρος στο παράθυρο και να κοιτάζει έξω, κι έτσι-στα σκοτεινά να τη βρίσκουμε γυρνώντας στο σπίτι...

Πόσο θα ήθελα τώρα-32 χρόνια μετά, να ξέρω τι σκεφτόταν εκείνες τις νύχτες...

Δώδεκα γέννες, οκτώ παιδιά, από τον Πόντο στην Καλαμαριά με βάρκα, με τα υπάρχοντα μπόγο και πέντε μικρά μαζί της, χήρα στα πενήντα. Εξορίες, φασαρίες, κόρες, γάμοι, καυγάδες. Φτώχεια.

Μάλλον τον Νίκο θα σκεφτόταν, τον πρωτότοκό της, που τον έχασε ενώ ήταν φαντάρος, στα είκοσι του από σκωληκοειδίτιδα, και τον έθαψαν μαζί με το νεογέννητο της που έπαθε εντερικά την ίδια μέρα.

Πόσο θα ήθελα τώρα, να ήξερα τι σκεφτόταν εκείνες τις νύχτες...




* * * * * * *

15.11.06

θα μετακινηθείς

Με το που πας να πεις «δόξα τω θεώ κατευθείαν φωνάζεις «Παναγιά βοήθα». Αυτό το σκωτσέζικο ντους συνεχίζεται με ανανεωμένη ένταση. Ενώ όταν μια στις τόσες φορές που εμφανίζεσαι δημόσια αντιμετωπίζεσαι σαν εξόριστος βασιλιάς-με ευγένεια αλλά και αδιαφορία για το κακό γύρισμα της τύχης-, εν τούτοις φαίνεσαι μονίμως απών. Είσαι ανάμεσα στους ανθρώπους αλλά ουσιαστικά αποτραβηγμένος στη χώρα του Δεν-Ξέρετε-Τι-Περνάω. Είναι κατανοητό. Έχεις υπομείνει και συνεχίζεις να υπομένεις μερικά επώδυνα φινάλε, και γίνεσαι μάρτυρας της διάλυσης πολλών ψευδαισθήσεων σου για τις σχέσεις. Αυτό που ζεις δεν είναι η χώρα σου, είναι η χώρα του Κρόνου/Χρόνου που παίζει ζάρια στην πλάτη σου. Είναι ώρα πάλι να αντιμετωπίσεις σοβαρά θέματα όπως το νόημα της ζωής και εάν θα αγοράσεις, θα μετακινηθείς ή θα μείνεις στο ίδιο σπίτι.

(αντιγραφή από την AV, τεύχος 142)




* * * * * * *

29.10.06

για την κούκλα της φίλης μου

'Ολο χαρές και κουδουνάκια να είναι η ζωή σου,
να αλαφροπατάς, να μη σ αγγίξει πόνος...
Μια βδομάδα κλείνεις σήμερα κουκλίτσα
κι ας είναι χιλιάδες οι βδομάδες της ζωής σου,
όλες μόνο με χαρές...



* * * * * * *

22.10.06

παί-ζω και μαθαίνω

Λύκειο Καλαμαριάς.
Γύρω στα 1980.
Μάθημα Θρησκευτικών.
Ένας καθηγητής διαφορετικός.

«Το Μυστήριο του Γάμου»

Λοιπόν, μπορεί κάποιος να μας πει τι είναι αυτό το περιβόητο "μυστήριο του γάμου"?
Χέρια σηκώθηκαν, κοινοτυπίες ειπώθηκαν και ακούστηκαν με προσοχή, μέχρι να μιλήσει ο ίδιος:
Γάμος…Τι έχουμε λοιπόν εδώ? Δύο ανθρώπους, αγνώστους μεταξύ τους μέχρι χθες, μεγαλωμένους σε διαφορετικές οικογένειες, με διαφορετικό τρόπο. Ξένους, με άλλο παρελθόν και άλλο τρόπο σκέψης ο καθένας… Και να, ξαφνικά, αυτοί οι δύο Μπορούν να είναι μαζί, Θέλουν να είναι μαζί συνέχεια, να αγκαλιάζονται, να κοιμούνται, να συζητούν, να συναποφασίζουν, να κάνουν παιδιά, να γερνούν…
Ε, δεν είναι μυστήριο αυτό?

* * * * * * * *

Πάνε σχεδόν 25 χρόνια από τότε, και αυτό είναι μάλλον το μόνο πράγμα που θυμάμαι από τα σχολικά χρόνια. Μπορεί να είναι απλοικό, μπορεί να μην έδωσε εξηγήσεις σ αυτό το άλυτο μυστήριο. Όμως αυτά τα λόγια έχουν μείνει μέσα μου σαν το μόνο σημείο όπου τα σχολικά χρόνια είχαν επαφή με την πραγματικότητα της μετέπειτα ζωής.

Και φυσικά, είτε με τη μορφή του γάμου, είτε της σχέσης, εδώ και τόσα χρόνια ακόμη αυτό παραμένει το Μέγα Μυστήριο, και οι παραπάνω κουβέντες έρχονται συχνά και ξανάρχονται στο μυαλό μου, με διάφορες αφορμές.




* * * * * * *

17.10.06

κορίτσι με μαργαριταρένιο σκουλαρίκι

(προς θεού, μη ρωτήσετε "που?"...)

Ο πίνακας βρίσκεται στο Μουσείο Μauritshuis στη Χάγη, ζωγραφισμένος κάπου ανάμεσα στα 1632-1675 από τον-της σχολής των Φλαμανδών- Johannes Vermeer.

Η κυρία Τracy Chevalier σπούδασε «δημιουργική γραφή», κάτι που με απωθεί εντελώς σαν ιδέα, αλλά οφείλω να παραδεχτώ ότι εδώ άξιζε τον κόπο: το βιβλίο της με γοήτευσε ε-ντε-λώς. Χωρίς να διαθέτει ιδιαίτερη πλοκή, ήταν απ΄ αυτά που όταν βυθιστείς στην ατμόσφαιρά τους, δεν θέλεις πια να βγεις από μέσα, κι έτσι προσπαθείς να παρατείνεις όσο γίνεται περισσότερο την διάρκεια της ανάγνωσης.

Η ταινία είναι τόσο πιστή μεταφορά του βιβλίου, που αναρωτιέσαι αν ο σκηνοθέτης ήταν μέσα στο μυαλό σου την ώρα που το διάβαζες, και πως στο καλό κατάφερε να πετύχει τόσο τα χρώματα του Βερμέερ παντού, ώστε να νομίζεις ότι όλη η ταινία εξελίσσεται μέσα σε μια σειρά από πίνακές του…
Επίσης, θέλεις να την έχεις για δικιά σου, για να τη βάζεις να τη βλέπεις όποτε χρειάζεσαι να θυμηθείς οτι η ζωή μπορεί να είναι όμορφη σαν πίνακας, αργή, χρωματιστή, τρυφερή και ανθρώπινη.

* * * * *

Τα τρία παραπάνω συστήνονται ανεπιφύλακτα-κυρίως σε δεκατετράχρονα ανήψια, για να αποφύγουμε άλλα κρούσματα αποριών του είδους «το σκουλαρίκι το φοράει στη γλώσσα?» όπως με ρώτησε χθες η Σοφιούλα μου όταν ανέφερα τον τίτλο της ταινίας…

(Μόλις συνήλθα από την λιποθυμία, έτρεξα να κάνω το παρόν κοινοφελές ποστ…).

Αφιερωμένη στην Φίλη της ζωής μου, γιατί όλα τα παραπάνω της τα είπα επι τροχάδην σήμερα στον καφέ, αλλά δεν είχα μαζί μου τον πίνακα να της τον δείξω... Και γιατί όλα διπλασιάζονται σε αξία όταν τα μοιράζομαι μαζί της.




* * * * * * *

10.10.06

ιστορία ενός έρωτα


«Σε λίγο καιρό θα γίνεις 82 χρόνων. Έχεις κοντύνει έξι εκατοστά, έχεις μείνει 45 κιλά και είσαι πάντα όμορφη, χαριτωμένη και ποθητή. Είμαστε 58 χρόνια μαζί και σ' αγαπώ περισσότερο από ποτέ».

Έτσι. Πολύ αγάπη, μεγάλη, απίστευτη. Να χορτάσει η καρδιά, να ησυχάσει πια.
Να βλέπω τέτοιες ιστορίες θέλω, να ησυχάζω κι εγώ. Να βεβαιώνομαι οτι γίνεται το όνειρο πραγματικότητα καμιά φορά, κι ας είναι σπάνιο, κι ας είναι μια φορά στα χίλια χρόνια. Να ξέρω ότι δεν είναι αδύνατον, όμως. Ότι γίνεται.

(σε πραγματικές διαστάσεις εδώ)



* * * * * * *

4.10.06

ευχής, έργο


Δεν το ήξερα ότι η φωτογραφία ήταν της κυρίας Βούλας Παπαιωάννου, όταν την έκοψα (κάποια στιγμή, από κάπου) και την κρέμασα στο ψυγείο μου.

Ήταν γιατί ήθελα να βλέπω καθημερινά αυτή τη χαρά που δεν εκφράζεται με χαμόγελο αλλά με υπόκλιση, αυτό το άνοιγμα των χεριών που κρατάνε τα παλιά παπούτσια-τα κρατάνε μακριά σαν να θέλουν να τα πετάξουν-να μη βαραίνουν πια, να μη σκοτεινιάζει τίποτε παλιό και σκονισμένο τη χαρά τους… Που τα κρατάνε μακριά σαν να είναι φτερά, σαν να θέλουν να πετάξουν, να παραμερίσουν κάθε βάρος για να γίνει χώρος να σταθούν τα νέα, τα γυαλιστερά…
Μα τα κρατάνε όμως, ακόμα, γιατί είναι ταλαιπωρημένα κι αγαπημένα.
Άσε που τα νέα παπούτσια είναι τόσο λαμπερά κι άνετα, ποιος ξέρει αλήθεια αν είναι στ’ αλήθεια αληθινά, κι αν δεν χαθούν από στιγμή σε στιγμή… Ναι, ας μείνουν τότε, τουλάχιστον, τα φθαρμένα στο χέρι…
Και το βλέμμα κολλημένο εκεί, στη γη, στο παιχνίδι, στο θησαυρό, να μην μπορεί να σηκωθεί ψηλά, να θέλει να χορτάσει και το μάτι όπως και η καρδιά, από το δώρο…

Θέλησα να μοιραστώ την αγαπημένη μου φωτογραφία επ’ ευκαιρίας της έκθεσης της φωτογράφου στο Μουσείο Μπενάκη που ξεκίνησε προχθές στο Κτήριο της οδού Πειραιώς και θα διαρκέσει έως τις 19/11/2006.

* * * * * * *

2.10.06

τραγουδώντας στον αέρα


Όσο για μένα, είμαι πολύ καλά και το ίδιο επιθυμώ και δι υμάς!

Διάφορα σχολικά ποιήματα του στυλ "τσιριτρί, τσιριτρό" - τα σπουργίτια που τρώνε το σταφύλι- μου φέρνει στο νου το φθινόπωρο, μαζί με την αηδιαστική μυρωδιά πλαστικού από τετράδια, ξύστρες, σβήστρες και τσάντες…

Δόξα τω θεώ, εδώ και χρόνια ΔΕΝ χρειάζεται πια να πηγαίνω σχολείο… Και μην ακούσω, παρακαλώ, τίποτα λόγια για δουλειά, ρουτίνα, καθημερινό πρωινό ξύπνημα, προισταμένους, και στόχους-φτηνά επιχειρήματα υπέρ των «ανέμελων σχολικών χρόνων» σε σχέση με τα σημερινά, διότι ούτε ανέμελα ήτανε τα τότε χρόνια, ούτε καθόλου καλύτερα από τα τωρινά. Τώρα τουλάχιστον πίνεις κι έναν καφέ βρε αδερφέ στη δουλειά, ακούς και καμιά καλή κουβέντα που και που, και κανένας στο σπίτι δε σου λέει «γιατί πήρε αυτός τον καλύτερο βαθμό και όχι εσύ» όταν έρχεται η ώρα της κρίσης...

Μόνο εκείνη η χαρά, του να γυρίζεις στο σπίτι φορτωμένος με τα νέα βιβλία, λεία και ανέγγιχτα, μου λείπει. Μετά βέβαια, όταν ανάμεσα σε σένα και στα βιβλία έμπαινε η καθημερινότητα και το καθήκον, τότε ακόμη κι αυτή η χαρά χανόταν…

Δε μ’ αρέσει το φθινόπωρο, δε μ’ αρέσει που αρχίζει να κάνει κρύο, που πρέπει να φοράς κάλτσες, που δεν ξέρεις πότε να βγάλεις τα καλοκαιρινά και πότε να βάλεις τα χειμωνιάτικα…
Όταν επιτέλους ο καιρός καταλήξει και σταθεροποιηθεί για τα καλά, τότε όλα πια παίρνουν το δρόμο τους-κι εγώ μαζί.

Θα σας ξανάβρω στους χειμώνες, λοιπόν.

Στη φωτό βλέπουμε τρείς βλόγερς (απο τους επτά σαμουράι), μουσκεμένους ως το κόκαλο από τα πρωτοβρόχια, με την απογοήτευση ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους για το καλοκαίρι που τελείωσε μαζί με τα παιχνίδια στην ακρογιαλιά… Κοιτάζουν σκεπτικοί το χειμώνα που έρχεται-ή είναι άραγε κάποιο νέο ποστ αυτό που φαίνεται να απασχολεί το μυαλό τους?…

Το κιμονό του σαμουράι στα δεξιά όπως κοιτάτε την οθόνη σας, είναι κόκκινο σκούρο με άσπρα σχέδια, το βλέπετε?




* * * * * * *

16.9.06

"Μια Γυναίκα"

Συγκινήθηκα πολύ, πολύ, απ'αυτό...
Θυμήθηκα που διάβαζα τα βιβλία της, τότε, στα δεκαπέντε μου.

Το "γράμμα σ ένα παιδί που δεν γεννήθηκε ποτέ", τότε που με αφορούσε αλλιώς. Που ήταν ωραίο, δυνατό και ξεκάθαρο-σε μια ηλικία που χαίρεσαι να μαθαίνεις οτι υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν ξεκάθαρα για θέματα δύσκολα.
Το "Ένας Άντρας", που το έθαψα βαθειά μου για να μην το θυμάμαι, μα δεν το ξέχασα ποτέ-τα βασανιστήρια που περιγράφει επανέρχονται στο μυαλό μου ακόμη και σήμερα, σε στιγμές άσχετες, κι ακόμη προσπαθώ να τα πιστέψω.

* * * * *

Αχ, μερικές φορές παραξενεύομαι που βλέπω οτι οι άνθρωποι δεν είναι σαν τα βιβλία-που ακόμα κι όταν δεν τάχεις καθημερινά μπροστά σου, περιμένουν υπομονετικά-σχεδόν αιώνια, στο ράφι, μέχρι να τα ξαναθυμηθείς. Αλλά όμως ξέρεις οτι είναι εκεί, ασφαλή και αναλλοίωτα.
Όμως αχ, οι άνθρωποι δεν είναι έτσι...
Είδα με τρόμο, οτι καθόλου δεν αναρωτήθηκα τόσα χρόνια τι έκανε η κυρία Φαλάτσι στη ζωή της, αν έκανε οικογένεια, εκείνο το παιδί αν γεννήθηκε τελικά ποτέ-κι αν έχει εγγόνια, αν ήταν ευτυχισμένα τα χρόνια της... Που να φανταστώ την αρρώστια της?

Όχι, εβδομηνταέξι χρονών δεν μπορώ να την φανταστώ.
Την αφήνω ξανά στην άκρη του μυαλού μου, όπως την είχα ως τώρα.
Τον καθρέφτη μου, όμως, πως μπορώ να τον αρνηθώ?

* * * * * * *

6.9.06

μακρυά, στην Ινδονησία





Σ΄ αυτή τη ζωή, ένα πράγμα μόνο έχουμε (δικό μας), το κουράγιο. Αν δεν έχουμε αυτό, τότε τι αξίζει η ζωή μας?


Pramoedya Ananta Toer (6.2.1925-30.4.2006)





Ο ίδιος στη φυλακή δεν μπορούσε να γράψει, αφού οι δεσμώτες του τού απαγόρευσαν να χρησιμοποιεί χαρτί και μολύβι. Ο τρόπος που αντέδρασε ήταν εκπληκτικός. Ανέπτυξε τη μνημοτεχνική σε τέτοιον βαθμό, ώστε συνέθεσε προφορικά και με τη βοήθεια των άλλων φυλακισμένων απομνημόνευσε, τέσσερα από τα πιο γνωστά του μυθιστορήματα : Αυτή η γη του ανθρώπινου γένους, Τέκνο όλων των εθνών, Βήματα, και Γυάλινο σπίτι.

Το 1979 απελευθερώθηκε, αλλά ως το 1992 έζησε στην Τζακάρτα σε κατ' οίκον περιορισμό, όπου δεν σταμάτησε να γράφει.

Τα γράμματα που έγραφε στην κόρη του δεν του επιτρεπόταν να τα ταχυδρομεί, αυτό όμως δεν τον πτόησε. Τα γράμματα εκείνα αποτέλεσαν αργότερα το υλικό για την αυτοβιογραφία του.

Αυτός ο αλύγιστος άνθρωπος που πέρασε 15 χρόνια στη φυλακή, κατάφερε να διατηρήσει το χιούμορ και το χαμόγελό του ως το τέλος της ζωής του.

Το ΒΗΜΑ, 27/08/2006

* * * * * * *