
(απο την έκθεση φωτογραφίας του Τούρκου Σκηνοθέτη και Φωτογράφου Nuri Bilge Ceylan στην Στοά Μπεζεστένι).
* * * * * * *


Η κουβέντα δεν έγινε έτσι-κατά λέξη μα, αυτό το νόημα έμεινε χαραγμένο στο μυαλό μου: όσες οι χαρές άλλοι τόσοι και οι πόνοι, έρχεται η ώρα που ησυχία είναι πια αυτό που χρειάζεσαι, και ξεκούραση.
Δύο οι εικόνες της γιαγιάς με την λευκή-λεπτή κοτσίδα που έφτανε μέχρι τη μέση της: η πρώτη, να κάθεται με τα πόδια κρεμασμένα από το ντιβάνι-κρεβάτι της και να τρίβει τα γόνατα πηγαίνοντας μπρος-πίσω και βογγόντας αυτό το όι, όι, μάννα μου.
Και η άλλη, να κάθεται με τα φώτα σβηστά σε μια καρέκλα που έφερνε μπρος στο παράθυρο και να κοιτάζει έξω, κι έτσι-στα σκοτεινά να τη βρίσκουμε γυρνώντας στο σπίτι...
Πόσο θα ήθελα τώρα-32 χρόνια μετά, να ξέρω τι σκεφτόταν εκείνες τις νύχτες...
Δώδεκα γέννες, οκτώ παιδιά, από τον Πόντο στην Καλαμαριά με βάρκα, με τα υπάρχοντα μπόγο και πέντε μικρά μαζί της, χήρα στα πενήντα. Εξορίες, φασαρίες, κόρες, γάμοι, καυγάδες. Φτώχεια.
Μάλλον τον Νίκο θα σκεφτόταν, τον πρωτότοκό της, που τον έχασε ενώ ήταν φαντάρος, στα είκοσι του από σκωληκοειδίτιδα, και τον έθαψαν μαζί με το νεογέννητο της που έπαθε εντερικά την ίδια μέρα.
Πόσο θα ήθελα τώρα, να ήξερα τι σκεφτόταν εκείνες τις νύχτες...
Με το που πας να πεις «δόξα τω θεώ κατευθείαν φωνάζεις «Παναγιά βοήθα». Αυτό το σκωτσέζικο ντους συνεχίζεται με ανανεωμένη ένταση. Ενώ όταν μια στις τόσες φορές που εμφανίζεσαι δημόσια αντιμετωπίζεσαι σαν εξόριστος βασιλιάς-με ευγένεια αλλά και αδιαφορία για το κακό γύρισμα της τύχης-, εν τούτοις φαίνεσαι μονίμως απών. Είσαι ανάμεσα στους ανθρώπους αλλά ουσιαστικά αποτραβηγμένος στη χώρα του Δεν-Ξέρετε-Τι-Περνάω. Είναι κατανοητό. Έχεις υπομείνει και συνεχίζεις να υπομένεις μερικά επώδυνα φινάλε, και γίνεσαι μάρτυρας της διάλυσης πολλών ψευδαισθήσεων σου για τις σχέσεις. Αυτό που ζεις δεν είναι η χώρα σου, είναι η χώρα του Κρόνου/Χρόνου που παίζει ζάρια στην πλάτη σου. Είναι ώρα πάλι να αντιμετωπίσεις σοβαρά θέματα όπως το νόημα της ζωής και εάν θα αγοράσεις, θα μετακινηθείς ή θα μείνεις στο ίδιο σπίτι.
Λύκειο Καλαμαριάς.
Γύρω στα 1980.
Μάθημα Θρησκευτικών.
Ένας καθηγητής διαφορετικός.
«Το Μυστήριο του Γάμου»
Λοιπόν, μπορεί κάποιος να μας πει τι είναι αυτό το περιβόητο "μυστήριο του γάμου"?
Χέρια σηκώθηκαν, κοινοτυπίες ειπώθηκαν και ακούστηκαν με προσοχή, μέχρι να μιλήσει ο ίδιος:
Γάμος…Τι έχουμε λοιπόν εδώ? Δύο ανθρώπους, αγνώστους μεταξύ τους μέχρι χθες, μεγαλωμένους σε διαφορετικές οικογένειες, με διαφορετικό τρόπο. Ξένους, με άλλο παρελθόν και άλλο τρόπο σκέψης ο καθένας… Και να, ξαφνικά, αυτοί οι δύο Μπορούν να είναι μαζί, Θέλουν να είναι μαζί συνέχεια, να αγκαλιάζονται, να κοιμούνται, να συζητούν, να συναποφασίζουν, να κάνουν παιδιά, να γερνούν…
Ε, δεν είναι μυστήριο αυτό?
Και φυσικά, είτε με τη μορφή του γάμου, είτε της σχέσης, εδώ και τόσα χρόνια ακόμη αυτό παραμένει το Μέγα Μυστήριο, και οι παραπάνω κουβέντες έρχονται συχνά και ξανάρχονται στο μυαλό μου, με διάφορες αφορμές.
Ο πίνακας βρίσκεται στο Μουσείο Μauritshuis στη Χάγη, ζωγραφισμένος κάπου ανάμεσα στα 1632-1675 από τον-της σχολής των Φλαμανδών- Johannes Vermeer. Η κυρία Τracy Chevalier σπούδασε «δημιουργική γραφή», κάτι που με απωθεί εντελώς σαν ιδέα, αλλά οφείλω να παραδεχτώ ότι εδώ άξιζε τον κόπο: το βιβλίο της με γοήτευσε ε-ντε-λώς. Χωρίς να διαθέτει ιδιαίτερη πλοκή, ήταν απ΄ αυτά που όταν βυθιστείς στην ατμόσφαιρά τους, δεν θέλεις πια να βγεις από μέσα, κι έτσι προσπαθείς να παρατείνεις όσο γίνεται περισσότερο την διάρκεια της ανάγνωσης.
Η ταινία είναι τόσο πιστή μεταφορά του βιβλίου, που αναρωτιέσαι αν ο σκηνοθέτης ήταν μέσα στο μυαλό σου την ώρα που το διάβαζες, και πως στο καλό κατάφερε να πετύχει τόσο τα χρώματα του Βερμέερ παντού, ώστε να νομίζεις ότι όλη η ταινία εξελίσσεται μέσα σε μια σειρά από πίνακές του…
Επίσης, θέλεις να την έχεις για δικιά σου, για να τη βάζεις να τη βλέπεις όποτε χρειάζεσαι να θυμηθείς οτι η ζωή μπορεί να είναι όμορφη σαν πίνακας, αργή, χρωματιστή, τρυφερή και ανθρώπινη.
* * * * *
Τα τρία παραπάνω συστήνονται ανεπιφύλακτα-κυρίως σε δεκατετράχρονα ανήψια, για να αποφύγουμε άλλα κρούσματα αποριών του είδους «το σκουλαρίκι το φοράει στη γλώσσα?» όπως με ρώτησε χθες η Σοφιούλα μου όταν ανέφερα τον τίτλο της ταινίας…
(Μόλις συνήλθα από την λιποθυμία, έτρεξα να κάνω το παρόν κοινοφελές ποστ…).
Αφιερωμένη στην Φίλη της ζωής μου, γιατί όλα τα παραπάνω της τα είπα επι τροχάδην σήμερα στον καφέ, αλλά δεν είχα μαζί μου τον πίνακα να της τον δείξω... Και γιατί όλα διπλασιάζονται σε αξία όταν τα μοιράζομαι μαζί της.



Όσο για μένα, είμαι πολύ καλά και το ίδιο επιθυμώ και δι υμάς!
Διάφορα σχολικά ποιήματα του στυλ "τσιριτρί, τσιριτρό" - τα σπουργίτια που τρώνε το σταφύλι- μου φέρνει στο νου το φθινόπωρο, μαζί με την αηδιαστική μυρωδιά πλαστικού από τετράδια, ξύστρες, σβήστρες και τσάντες…
Δόξα τω θεώ, εδώ και χρόνια ΔΕΝ χρειάζεται πια να πηγαίνω σχολείο… Και μην ακούσω, παρακαλώ, τίποτα λόγια για δουλειά, ρουτίνα, καθημερινό πρωινό ξύπνημα, προισταμένους, και στόχους-φτηνά επιχειρήματα υπέρ των «ανέμελων σχολικών χρόνων» σε σχέση με τα σημερινά, διότι ούτε ανέμελα ήτανε τα τότε χρόνια, ούτε καθόλου καλύτερα από τα τωρινά. Τώρα τουλάχιστον πίνεις κι έναν καφέ βρε αδερφέ στη δουλειά, ακούς και καμιά καλή κουβέντα που και που, και κανένας στο σπίτι δε σου λέει «γιατί πήρε αυτός τον καλύτερο βαθμό και όχι εσύ» όταν έρχεται η ώρα της κρίσης...
Μόνο εκείνη η χαρά, του να γυρίζεις στο σπίτι φορτωμένος με τα νέα βιβλία, λεία και ανέγγιχτα, μου λείπει. Μετά βέβαια, όταν ανάμεσα σε σένα και στα βιβλία έμπαινε η καθημερινότητα και το καθήκον, τότε ακόμη κι αυτή η χαρά χανόταν…
Δε μ’ αρέσει το φθινόπωρο, δε μ’ αρέσει που αρχίζει να κάνει κρύο, που πρέπει να φοράς κάλτσες, που δεν ξέρεις πότε να βγάλεις τα καλοκαιρινά και πότε να βάλεις τα χειμωνιάτικα…
Όταν επιτέλους ο καιρός καταλήξει και σταθεροποιηθεί για τα καλά, τότε όλα πια παίρνουν το δρόμο τους-κι εγώ μαζί.
Θα σας ξανάβρω στους χειμώνες, λοιπόν.
Στη φωτό βλέπουμε τρείς βλόγερς (απο τους επτά σαμουράι), μουσκεμένους ως το κόκαλο από τα πρωτοβρόχια, με την απογοήτευση ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους για το καλοκαίρι που τελείωσε μαζί με τα παιχνίδια στην ακρογιαλιά… Κοιτάζουν σκεπτικοί το χειμώνα που έρχεται-ή είναι άραγε κάποιο νέο ποστ αυτό που φαίνεται να απασχολεί το μυαλό τους?…
Το κιμονό του σαμουράι στα δεξιά όπως κοιτάτε την οθόνη σας, είναι κόκκινο σκούρο με άσπρα σχέδια, το βλέπετε?
Συγκινήθηκα πολύ, πολύ, απ'αυτό...
Το 1979 απελευθερώθηκε, αλλά ως το 1992 έζησε στην Τζακάρτα σε κατ' οίκον περιορισμό, όπου δεν σταμάτησε να γράφει.
Τα γράμματα που έγραφε στην κόρη του δεν του επιτρεπόταν να τα ταχυδρομεί, αυτό όμως δεν τον πτόησε. Τα γράμματα εκείνα αποτέλεσαν αργότερα το υλικό για την αυτοβιογραφία του.
Αυτός ο αλύγιστος άνθρωπος που πέρασε 15 χρόνια στη φυλακή, κατάφερε να διατηρήσει το χιούμορ και το χαμόγελό του ως το τέλος της ζωής του.

Τέτοια ώρα ήταν, που γύρισαμε απο την πιτσαρία. Μας άφησαν-εμένα και τον Κ. έξω απο το πατρικό μου, η αδελφή μου και ο άντρας της. Εκείνος, φαντάρος σε 48ωρη άδεια, της είπε πειραχτικά «κοιτα μη γεννήσεις νυχτιάτικα και με ξενυχτάς, δυό μέρες ήρθα να ξαποστάσω...». Κι εγω να την παρακαλάω, «γέννα κοριτσάκι μου, γέννα σήμερα, αύριο είναι η τελευταία μέρα για να βγει το μωρό μας λιονταράκι, μην εξαντλείς τις μέρες σου, άντε ζορίσου και γέννα...»!
Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι θα ήταν τόσο δύσκολο το προφανές.
Κι όμως, η αλήθεια είναι ότι πιστεύω σε κάθε είδους παραμύθια, σε ιστορίες, σε χρώματα.
Τα διαβάζω, τα βλέπω, τα σχεδιάζω, τα ονειρεύομαι.
Τα διηγούμαι, τα γράφω, τα μοιράζομαι.
Τα ζω κιόλας, περπατάω δίπλα τους, μιλάω με τον αέρα, χορεύω με τις σκέψεις μου.
Πρώτη φορά όμως ήρθαν τόσο κοντά αυτά τα δύο, αυτό που υπάρχει κι αυτό που δεν υπάρχει, αυτό που ονειρεύτηκα κι αυτό που έχω, αυτό που θέλησα κι αυτό που συμβαίνει. Και μπερδεύτηκα. Απ την ανάποδη.
Μπροστά στον τρόμο να δεχτώ ότι μέχρι τώρα ζούσα ανάποδα, αντί να χαρώ, αμφισβητώ τις αισθήσεις μου, αμφισβητώ τα αυτιά μου, τα μάτια μου, το μυαλό μου.
Δεν τσιμπιέμαι καν να ξυπνήσω, απλά παρακολουθώ, και περιμένω ψύχραιμη τους τίτλους του τέλους… Και σε στεναχωρώ.
Όμως χθες, στο περιβόλι, έκανα μια ευχή...

"Η Βέρα Εβσέεβνα Σλόνιμ γεννήθηκε δύο φορές. Όσο κι αν ακούγεται αλλόκοτο σε αυτιά που δεν άκουσαν ποτέ την μελωδία των εσωτερικών τοπίων, της γεωγραφίας της ψυχής, κάθε άνθρωπος που σέβεται τη βαθιά ανθρώπινη υπόστασή του γεννιέται δύο φορές (τουλάχιστον). Η Βέρα Εβσέεβνα Σλόνιμ γεννήθηκε στις 5 Ιανουαρίου 1902. Γεννήθηκε, επίσης, εικοσιένα χρόνια αργότερα, στις 8 Μαίου 1923, στο Βερολίνο, σε μια γέφυρα πάνω απο ένα ποτάμι, κάτω απο πλατύφυλλες καστανιές, μες στον πορφυρό και φαιογάλαζο λαβύρινθο του Χρόνου, του Έρωτα, του Θαυμασμού, και της Λογοτεχνίας.
Τότε συνάντησε, με αξιοθαύμαστα δική της πρωτοβουλία (οι πάντες λένε οτι υπήρξε γενναία γυναίκα), έναν ποιητή, τον οποίο θαύμαζε και ο οποίος έμελλε να την θαυμάσει απο την πρώτη στιγμή και για πάντα...
Η Βέρα Εβσέεβνα Σλόνιμ και ο Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς Ναμπόκοφ, δυό εξαίσια πείσμονες άνθρωποι, συναντήθηκαν, και σε χρόνο μηδέν διαπίστωσαν οτι είναι πλασμένοι ο ένας για τον άλλον, συναντήθηκαν και σε χρόνο μηδέν μάγεψαν ο ένας τον άλλον, συναντήθηκαν και αποφάσισαν να αναγάγουν σε υψηλή τέχνη την καθημερινή τους ζωή και να μοιραστούν τα πάντα...
Οι Ναμπόκοφ ήρθαν κι έφυγαν σαν ζευγάρι. Οι πιο πολλοί άνθρωποι δεν είδαν ποτέ τον Βλαντιμίρ χωρίς τη Βέρα. Δεν ήταν μόνο αχώριστοι, αλλά έσμιγαν και οι λέξεις τους, οι φράσεις τους, οι προτάσεις τους, τόσο στον προφορικό λόγο όσο και στο χαρτί. Είχαν το ίδιο καρνέ. Εύρισκες στα σημειωματάριά τους, μπερδεμένους τους γραφικούς χαρακτήρες και των δύο.
Η σύζυγος του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ υπήρξε κάτι περισσότερο απο γυναίκα του: μητέρα, νοσοκόμα, βοηθός, μούσα.
Ο γάμος τους την έφερε στο φώς των προβολέων, ο χαρακτήρας της την έκανε να κινείται προς τις σκιές. Σε έναν άνθρωπο ήταν πάντα και πανταχού ορατή: ο Ναμπόκοφ είχε απόλυτη συναίσθηση της παρουσίας της. Έλαμπε απο χαρά κοντά στη γυναίκα του. Βρίσκονταν οι δυό τους σε διαρκή άμιλλα μεταξύ τους και συμπεριφέρονταν σαν να είχαν κάποια κοινά μυστικά. Στους επισκέπτες έμοιαζαν σαν δυό παιδιά που συνωμοτούσαν, με έναν δικό τους κώδικα, για το πόσα και τι θα αποτολμούσαν να πούν στους ενήλικες.
* * *
Ένας Αμερικάνός θαυμαστής είχα αναζητήσει το ζευγάρι στην Ιταλία το 1967. κατηφόριζαν ένα ορεινό μονοπάτι, με απόχες στα χέρια. Ο Ναμπόκοφ αγαλλιούσε. Νωρίτερα, εκείνη την ημέρα, είχε δει μια σπάνια πεταλούδα, ακριβώς εκείνη που αναζητούσε απο καιρό. Είχε επιστρέψει στη γυναίκα του, με την οποία ήταν ήδη σαράντα δύο χρόνια παντρεμένος. Ήθελε να είναι μαζί του όταν θα αιχμαλώτιζε την πεταλούδα".
(Αποσπάσματα απο τη βιογραφία «Βέρα-η κυρία Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ», της βραβευμένης με Πούλιτζερ συγγραφέως Στέισι Σίφ, και απο το εισαγωγικό σημείωμα του μεταφραστή Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη.
Ο πίνακας του Lucien Freud )

Πολιτική ανάλυση όμως μη βάζεις, γιατί η βία εδώ είναι εντελώς αληθινή, και πονάει - δεν είναι ο Αντόνιο που ξεπαστρεύει χορεύοντας ένα μπαρ ολόκληρο στο Desperado, ούτε η Νύφη που εξολοθρεύει την μισή Ασία, στο Volume II του Kill Bill...
Και οι ταινίες…αχ, οι ταινίες είναι καράβια που μας ταξιδεύουν.
Εσύ τουλάχιστον έχεις φίλες για να μιλήσεις (να πεις ότι αναποδογύρισε η ζωή σου, να κλαφτείς, να τα βγάλεις από μέσα σου, να πάρεις μια παρηγοριά βρε αδερφέ). Εγώ που δεν έχω κανέναν (παρά εσένα, που όμως δεν είμαστε πια μαζί…) σε ποιόν να τα πω??
Φταίει μήπως ότι οι άντρες δεν ανοίγονται ποτέ στους φίλους τους και έτσι όταν μένουν μόνοι, μένουν πραγματικά μόνοι?
Και, φταίω εγώ γιαυτό?