23.11.06

returning home


(απο την έκθεση φωτογραφίας του Τούρκου Σκηνοθέτη και Φωτογράφου Nuri Bilge Ceylan στην Στοά Μπεζεστένι).


* * * * * * *

16.11.06

σοβαρά θέματα


Η γιαγιά μου έλεγε «όι, όι, μάννα μου, πότε ν’ αποθάνω πια» κι εγώ (επτάχρονη) μια φορά τη ρώτησα «γιατί γιαγιά θέλεις να πεθάνεις?», θεωρώντας ως μόνο φυσιολογικό την επιθυμία της ζωής.
«Κουράστηκα απ'όλα, κι απο χαρές κι απο πόνους, θέλω πια να ησυχάσω».

Η κουβέντα δεν έγινε έτσι-κατά λέξη μα, αυτό το νόημα έμεινε χαραγμένο στο μυαλό μου: όσες οι χαρές άλλοι τόσοι και οι πόνοι, έρχεται η ώρα που ησυχία είναι πια αυτό που χρειάζεσαι, και ξεκούραση.

* * * * * * * * *

Δύο οι εικόνες της γιαγιάς με την λευκή-λεπτή κοτσίδα που έφτανε μέχρι τη μέση της: η πρώτη, να κάθεται με τα πόδια κρεμασμένα από το ντιβάνι-κρεβάτι της και να τρίβει τα γόνατα πηγαίνοντας μπρος-πίσω και βογγόντας αυτό το όι, όι, μάννα μου.

Και η άλλη, να κάθεται με τα φώτα σβηστά σε μια καρέκλα που έφερνε μπρος στο παράθυρο και να κοιτάζει έξω, κι έτσι-στα σκοτεινά να τη βρίσκουμε γυρνώντας στο σπίτι...

Πόσο θα ήθελα τώρα-32 χρόνια μετά, να ξέρω τι σκεφτόταν εκείνες τις νύχτες...

Δώδεκα γέννες, οκτώ παιδιά, από τον Πόντο στην Καλαμαριά με βάρκα, με τα υπάρχοντα μπόγο και πέντε μικρά μαζί της, χήρα στα πενήντα. Εξορίες, φασαρίες, κόρες, γάμοι, καυγάδες. Φτώχεια.

Μάλλον τον Νίκο θα σκεφτόταν, τον πρωτότοκό της, που τον έχασε ενώ ήταν φαντάρος, στα είκοσι του από σκωληκοειδίτιδα, και τον έθαψαν μαζί με το νεογέννητο της που έπαθε εντερικά την ίδια μέρα.

Πόσο θα ήθελα τώρα, να ήξερα τι σκεφτόταν εκείνες τις νύχτες...




* * * * * * *

15.11.06

θα μετακινηθείς

Με το που πας να πεις «δόξα τω θεώ κατευθείαν φωνάζεις «Παναγιά βοήθα». Αυτό το σκωτσέζικο ντους συνεχίζεται με ανανεωμένη ένταση. Ενώ όταν μια στις τόσες φορές που εμφανίζεσαι δημόσια αντιμετωπίζεσαι σαν εξόριστος βασιλιάς-με ευγένεια αλλά και αδιαφορία για το κακό γύρισμα της τύχης-, εν τούτοις φαίνεσαι μονίμως απών. Είσαι ανάμεσα στους ανθρώπους αλλά ουσιαστικά αποτραβηγμένος στη χώρα του Δεν-Ξέρετε-Τι-Περνάω. Είναι κατανοητό. Έχεις υπομείνει και συνεχίζεις να υπομένεις μερικά επώδυνα φινάλε, και γίνεσαι μάρτυρας της διάλυσης πολλών ψευδαισθήσεων σου για τις σχέσεις. Αυτό που ζεις δεν είναι η χώρα σου, είναι η χώρα του Κρόνου/Χρόνου που παίζει ζάρια στην πλάτη σου. Είναι ώρα πάλι να αντιμετωπίσεις σοβαρά θέματα όπως το νόημα της ζωής και εάν θα αγοράσεις, θα μετακινηθείς ή θα μείνεις στο ίδιο σπίτι.

(αντιγραφή από την AV, τεύχος 142)




* * * * * * *

29.10.06

για την κούκλα της φίλης μου

'Ολο χαρές και κουδουνάκια να είναι η ζωή σου,
να αλαφροπατάς, να μη σ αγγίξει πόνος...
Μια βδομάδα κλείνεις σήμερα κουκλίτσα
κι ας είναι χιλιάδες οι βδομάδες της ζωής σου,
όλες μόνο με χαρές...



* * * * * * *

22.10.06

παί-ζω και μαθαίνω

Λύκειο Καλαμαριάς.
Γύρω στα 1980.
Μάθημα Θρησκευτικών.
Ένας καθηγητής διαφορετικός.

«Το Μυστήριο του Γάμου»

Λοιπόν, μπορεί κάποιος να μας πει τι είναι αυτό το περιβόητο "μυστήριο του γάμου"?
Χέρια σηκώθηκαν, κοινοτυπίες ειπώθηκαν και ακούστηκαν με προσοχή, μέχρι να μιλήσει ο ίδιος:
Γάμος…Τι έχουμε λοιπόν εδώ? Δύο ανθρώπους, αγνώστους μεταξύ τους μέχρι χθες, μεγαλωμένους σε διαφορετικές οικογένειες, με διαφορετικό τρόπο. Ξένους, με άλλο παρελθόν και άλλο τρόπο σκέψης ο καθένας… Και να, ξαφνικά, αυτοί οι δύο Μπορούν να είναι μαζί, Θέλουν να είναι μαζί συνέχεια, να αγκαλιάζονται, να κοιμούνται, να συζητούν, να συναποφασίζουν, να κάνουν παιδιά, να γερνούν…
Ε, δεν είναι μυστήριο αυτό?

* * * * * * * *

Πάνε σχεδόν 25 χρόνια από τότε, και αυτό είναι μάλλον το μόνο πράγμα που θυμάμαι από τα σχολικά χρόνια. Μπορεί να είναι απλοικό, μπορεί να μην έδωσε εξηγήσεις σ αυτό το άλυτο μυστήριο. Όμως αυτά τα λόγια έχουν μείνει μέσα μου σαν το μόνο σημείο όπου τα σχολικά χρόνια είχαν επαφή με την πραγματικότητα της μετέπειτα ζωής.

Και φυσικά, είτε με τη μορφή του γάμου, είτε της σχέσης, εδώ και τόσα χρόνια ακόμη αυτό παραμένει το Μέγα Μυστήριο, και οι παραπάνω κουβέντες έρχονται συχνά και ξανάρχονται στο μυαλό μου, με διάφορες αφορμές.




* * * * * * *

17.10.06

κορίτσι με μαργαριταρένιο σκουλαρίκι

(προς θεού, μη ρωτήσετε "που?"...)

Ο πίνακας βρίσκεται στο Μουσείο Μauritshuis στη Χάγη, ζωγραφισμένος κάπου ανάμεσα στα 1632-1675 από τον-της σχολής των Φλαμανδών- Johannes Vermeer.

Η κυρία Τracy Chevalier σπούδασε «δημιουργική γραφή», κάτι που με απωθεί εντελώς σαν ιδέα, αλλά οφείλω να παραδεχτώ ότι εδώ άξιζε τον κόπο: το βιβλίο της με γοήτευσε ε-ντε-λώς. Χωρίς να διαθέτει ιδιαίτερη πλοκή, ήταν απ΄ αυτά που όταν βυθιστείς στην ατμόσφαιρά τους, δεν θέλεις πια να βγεις από μέσα, κι έτσι προσπαθείς να παρατείνεις όσο γίνεται περισσότερο την διάρκεια της ανάγνωσης.

Η ταινία είναι τόσο πιστή μεταφορά του βιβλίου, που αναρωτιέσαι αν ο σκηνοθέτης ήταν μέσα στο μυαλό σου την ώρα που το διάβαζες, και πως στο καλό κατάφερε να πετύχει τόσο τα χρώματα του Βερμέερ παντού, ώστε να νομίζεις ότι όλη η ταινία εξελίσσεται μέσα σε μια σειρά από πίνακές του…
Επίσης, θέλεις να την έχεις για δικιά σου, για να τη βάζεις να τη βλέπεις όποτε χρειάζεσαι να θυμηθείς οτι η ζωή μπορεί να είναι όμορφη σαν πίνακας, αργή, χρωματιστή, τρυφερή και ανθρώπινη.

* * * * *

Τα τρία παραπάνω συστήνονται ανεπιφύλακτα-κυρίως σε δεκατετράχρονα ανήψια, για να αποφύγουμε άλλα κρούσματα αποριών του είδους «το σκουλαρίκι το φοράει στη γλώσσα?» όπως με ρώτησε χθες η Σοφιούλα μου όταν ανέφερα τον τίτλο της ταινίας…

(Μόλις συνήλθα από την λιποθυμία, έτρεξα να κάνω το παρόν κοινοφελές ποστ…).

Αφιερωμένη στην Φίλη της ζωής μου, γιατί όλα τα παραπάνω της τα είπα επι τροχάδην σήμερα στον καφέ, αλλά δεν είχα μαζί μου τον πίνακα να της τον δείξω... Και γιατί όλα διπλασιάζονται σε αξία όταν τα μοιράζομαι μαζί της.




* * * * * * *

10.10.06

ιστορία ενός έρωτα


«Σε λίγο καιρό θα γίνεις 82 χρόνων. Έχεις κοντύνει έξι εκατοστά, έχεις μείνει 45 κιλά και είσαι πάντα όμορφη, χαριτωμένη και ποθητή. Είμαστε 58 χρόνια μαζί και σ' αγαπώ περισσότερο από ποτέ».

Έτσι. Πολύ αγάπη, μεγάλη, απίστευτη. Να χορτάσει η καρδιά, να ησυχάσει πια.
Να βλέπω τέτοιες ιστορίες θέλω, να ησυχάζω κι εγώ. Να βεβαιώνομαι οτι γίνεται το όνειρο πραγματικότητα καμιά φορά, κι ας είναι σπάνιο, κι ας είναι μια φορά στα χίλια χρόνια. Να ξέρω ότι δεν είναι αδύνατον, όμως. Ότι γίνεται.

(σε πραγματικές διαστάσεις εδώ)



* * * * * * *

4.10.06

ευχής, έργο


Δεν το ήξερα ότι η φωτογραφία ήταν της κυρίας Βούλας Παπαιωάννου, όταν την έκοψα (κάποια στιγμή, από κάπου) και την κρέμασα στο ψυγείο μου.

Ήταν γιατί ήθελα να βλέπω καθημερινά αυτή τη χαρά που δεν εκφράζεται με χαμόγελο αλλά με υπόκλιση, αυτό το άνοιγμα των χεριών που κρατάνε τα παλιά παπούτσια-τα κρατάνε μακριά σαν να θέλουν να τα πετάξουν-να μη βαραίνουν πια, να μη σκοτεινιάζει τίποτε παλιό και σκονισμένο τη χαρά τους… Που τα κρατάνε μακριά σαν να είναι φτερά, σαν να θέλουν να πετάξουν, να παραμερίσουν κάθε βάρος για να γίνει χώρος να σταθούν τα νέα, τα γυαλιστερά…
Μα τα κρατάνε όμως, ακόμα, γιατί είναι ταλαιπωρημένα κι αγαπημένα.
Άσε που τα νέα παπούτσια είναι τόσο λαμπερά κι άνετα, ποιος ξέρει αλήθεια αν είναι στ’ αλήθεια αληθινά, κι αν δεν χαθούν από στιγμή σε στιγμή… Ναι, ας μείνουν τότε, τουλάχιστον, τα φθαρμένα στο χέρι…
Και το βλέμμα κολλημένο εκεί, στη γη, στο παιχνίδι, στο θησαυρό, να μην μπορεί να σηκωθεί ψηλά, να θέλει να χορτάσει και το μάτι όπως και η καρδιά, από το δώρο…

Θέλησα να μοιραστώ την αγαπημένη μου φωτογραφία επ’ ευκαιρίας της έκθεσης της φωτογράφου στο Μουσείο Μπενάκη που ξεκίνησε προχθές στο Κτήριο της οδού Πειραιώς και θα διαρκέσει έως τις 19/11/2006.

* * * * * * *

2.10.06

τραγουδώντας στον αέρα


Όσο για μένα, είμαι πολύ καλά και το ίδιο επιθυμώ και δι υμάς!

Διάφορα σχολικά ποιήματα του στυλ "τσιριτρί, τσιριτρό" - τα σπουργίτια που τρώνε το σταφύλι- μου φέρνει στο νου το φθινόπωρο, μαζί με την αηδιαστική μυρωδιά πλαστικού από τετράδια, ξύστρες, σβήστρες και τσάντες…

Δόξα τω θεώ, εδώ και χρόνια ΔΕΝ χρειάζεται πια να πηγαίνω σχολείο… Και μην ακούσω, παρακαλώ, τίποτα λόγια για δουλειά, ρουτίνα, καθημερινό πρωινό ξύπνημα, προισταμένους, και στόχους-φτηνά επιχειρήματα υπέρ των «ανέμελων σχολικών χρόνων» σε σχέση με τα σημερινά, διότι ούτε ανέμελα ήτανε τα τότε χρόνια, ούτε καθόλου καλύτερα από τα τωρινά. Τώρα τουλάχιστον πίνεις κι έναν καφέ βρε αδερφέ στη δουλειά, ακούς και καμιά καλή κουβέντα που και που, και κανένας στο σπίτι δε σου λέει «γιατί πήρε αυτός τον καλύτερο βαθμό και όχι εσύ» όταν έρχεται η ώρα της κρίσης...

Μόνο εκείνη η χαρά, του να γυρίζεις στο σπίτι φορτωμένος με τα νέα βιβλία, λεία και ανέγγιχτα, μου λείπει. Μετά βέβαια, όταν ανάμεσα σε σένα και στα βιβλία έμπαινε η καθημερινότητα και το καθήκον, τότε ακόμη κι αυτή η χαρά χανόταν…

Δε μ’ αρέσει το φθινόπωρο, δε μ’ αρέσει που αρχίζει να κάνει κρύο, που πρέπει να φοράς κάλτσες, που δεν ξέρεις πότε να βγάλεις τα καλοκαιρινά και πότε να βάλεις τα χειμωνιάτικα…
Όταν επιτέλους ο καιρός καταλήξει και σταθεροποιηθεί για τα καλά, τότε όλα πια παίρνουν το δρόμο τους-κι εγώ μαζί.

Θα σας ξανάβρω στους χειμώνες, λοιπόν.

Στη φωτό βλέπουμε τρείς βλόγερς (απο τους επτά σαμουράι), μουσκεμένους ως το κόκαλο από τα πρωτοβρόχια, με την απογοήτευση ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους για το καλοκαίρι που τελείωσε μαζί με τα παιχνίδια στην ακρογιαλιά… Κοιτάζουν σκεπτικοί το χειμώνα που έρχεται-ή είναι άραγε κάποιο νέο ποστ αυτό που φαίνεται να απασχολεί το μυαλό τους?…

Το κιμονό του σαμουράι στα δεξιά όπως κοιτάτε την οθόνη σας, είναι κόκκινο σκούρο με άσπρα σχέδια, το βλέπετε?




* * * * * * *

16.9.06

"Μια Γυναίκα"

Συγκινήθηκα πολύ, πολύ, απ'αυτό...
Θυμήθηκα που διάβαζα τα βιβλία της, τότε, στα δεκαπέντε μου.

Το "γράμμα σ ένα παιδί που δεν γεννήθηκε ποτέ", τότε που με αφορούσε αλλιώς. Που ήταν ωραίο, δυνατό και ξεκάθαρο-σε μια ηλικία που χαίρεσαι να μαθαίνεις οτι υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν ξεκάθαρα για θέματα δύσκολα.
Το "Ένας Άντρας", που το έθαψα βαθειά μου για να μην το θυμάμαι, μα δεν το ξέχασα ποτέ-τα βασανιστήρια που περιγράφει επανέρχονται στο μυαλό μου ακόμη και σήμερα, σε στιγμές άσχετες, κι ακόμη προσπαθώ να τα πιστέψω.

* * * * *

Αχ, μερικές φορές παραξενεύομαι που βλέπω οτι οι άνθρωποι δεν είναι σαν τα βιβλία-που ακόμα κι όταν δεν τάχεις καθημερινά μπροστά σου, περιμένουν υπομονετικά-σχεδόν αιώνια, στο ράφι, μέχρι να τα ξαναθυμηθείς. Αλλά όμως ξέρεις οτι είναι εκεί, ασφαλή και αναλλοίωτα.
Όμως αχ, οι άνθρωποι δεν είναι έτσι...
Είδα με τρόμο, οτι καθόλου δεν αναρωτήθηκα τόσα χρόνια τι έκανε η κυρία Φαλάτσι στη ζωή της, αν έκανε οικογένεια, εκείνο το παιδί αν γεννήθηκε τελικά ποτέ-κι αν έχει εγγόνια, αν ήταν ευτυχισμένα τα χρόνια της... Που να φανταστώ την αρρώστια της?

Όχι, εβδομηνταέξι χρονών δεν μπορώ να την φανταστώ.
Την αφήνω ξανά στην άκρη του μυαλού μου, όπως την είχα ως τώρα.
Τον καθρέφτη μου, όμως, πως μπορώ να τον αρνηθώ?

* * * * * * *

6.9.06

μακρυά, στην Ινδονησία





Σ΄ αυτή τη ζωή, ένα πράγμα μόνο έχουμε (δικό μας), το κουράγιο. Αν δεν έχουμε αυτό, τότε τι αξίζει η ζωή μας?


Pramoedya Ananta Toer (6.2.1925-30.4.2006)





Ο ίδιος στη φυλακή δεν μπορούσε να γράψει, αφού οι δεσμώτες του τού απαγόρευσαν να χρησιμοποιεί χαρτί και μολύβι. Ο τρόπος που αντέδρασε ήταν εκπληκτικός. Ανέπτυξε τη μνημοτεχνική σε τέτοιον βαθμό, ώστε συνέθεσε προφορικά και με τη βοήθεια των άλλων φυλακισμένων απομνημόνευσε, τέσσερα από τα πιο γνωστά του μυθιστορήματα : Αυτή η γη του ανθρώπινου γένους, Τέκνο όλων των εθνών, Βήματα, και Γυάλινο σπίτι.

Το 1979 απελευθερώθηκε, αλλά ως το 1992 έζησε στην Τζακάρτα σε κατ' οίκον περιορισμό, όπου δεν σταμάτησε να γράφει.

Τα γράμματα που έγραφε στην κόρη του δεν του επιτρεπόταν να τα ταχυδρομεί, αυτό όμως δεν τον πτόησε. Τα γράμματα εκείνα αποτέλεσαν αργότερα το υλικό για την αυτοβιογραφία του.

Αυτός ο αλύγιστος άνθρωπος που πέρασε 15 χρόνια στη φυλακή, κατάφερε να διατηρήσει το χιούμορ και το χαμόγελό του ως το τέλος της ζωής του.

Το ΒΗΜΑ, 27/08/2006

* * * * * * *

27.8.06

καλημέρα, πάντα

…μπάνιο πρωινό δίχως μαγιό, σε κάποια ακρογιαλιά της Μεσογείου, ανεξερεύνητη…


Είχαμε νοικιάσει στη Μεσόγειο μια μεγάλη άσπρη βίλα, απόμερη, μαγευτική, που την ονειρευόμασταν από τις πρώτες μέρες του Ιούνη. Ήταν χτισμένη πάνω σ ένα ακρωτήρι που δέσποζε στο πέλαγος, κρυμμένη πίσω από ένα πευκοδάσος. Ένας κατσικόδρομος κατέβαινε σ έναν μικρό χρυσαφένιο ορμίσκο, περιτριγυρισμένο από κόκκινους βράχους, όπου ταλαντευόταν η θάλασσα.
……….
Απ τα χαράματα βρισκόμουν στο νερό. Ένα νερό δροσερό και διάφανο, όπου χωνόμουν ως το κεφάλι, όπου κουραζόμουν κάνοντας ακατάστατες κινήσεις για να ξεπλυθώ, να καθαρίσω απ όλες τις σκιές, απ όλες τις σκόνες του Παρισιού.
Ξαπλωνόμουν στην άμμο, έπαιρνα μια χούφτα στο χέρι μου, την άφηνα να γλιστρά σιγά-σιγά ανάμεσα από τα δάχτυλά μου, κιτρινωπή και ζεστή. Έλεγα μέσα μου πως κυλούσε σαν το χρόνο…

Η Φρανσουάζ Σαγκάν ήταν 17 χρονών όταν έγραψε το Καλημέρα Θλίψη, κι εγώ ακόμα μικρότερη όταν το πρωτοδιάβασα.
Ήταν μιά χαρτόδετη έκδοση του 1954, τυπωμένη σχεδόν αμέσως μόλις το βιβλίο εκδόθηκε στη Γαλλία, μόλις έγινε επιτυχία στον κόσμο, μόλις μεταφράστηκε στα ελληνικά.

Στην παραπάνω περιγραφή αναγνώρισα αμέσως την εικόνα που είχα μέσα μου για την ευτυχία, και την κράτησα.


* * * * * * *

22.8.06

ένας λόγος για να ζώ

Τέτοια ώρα ήταν, που γύρισαμε απο την πιτσαρία. Μας άφησαν-εμένα και τον Κ. έξω απο το πατρικό μου, η αδελφή μου και ο άντρας της. Εκείνος, φαντάρος σε 48ωρη άδεια, της είπε πειραχτικά «κοιτα μη γεννήσεις νυχτιάτικα και με ξενυχτάς, δυό μέρες ήρθα να ξαποστάσω...». Κι εγω να την παρακαλάω, «γέννα κοριτσάκι μου, γέννα σήμερα, αύριο είναι η τελευταία μέρα για να βγει το μωρό μας λιονταράκι, μην εξαντλείς τις μέρες σου, άντε ζορίσου και γέννα...»!

Ξημερώματα μας ξύπνησε το τηλέφωνο-που ήταν πάνω στο κεφάλι μου κυριολεκτικά- στο κεφαλάρι του κρεββατιού. Ήταν η μικρή που ζητούσε τη μαμά... Κι εγώ-μα τι αφέλεια, τίποτα δεν υποψιάστηκα, τίποτα...!

Όταν ξυπνήσαμε και πήγαμε στο μαγαζί-καλές δέκα πια, η αδελφούλα μου τηλεφωνιόταν με τη γιατρό της, κι έμπαινε στο ταξί με τη μαμά, να πάνε στην κλινική.
Τότε μάθαμε οτι τα χαράματα ξύπνησαν απο κάτι νερά που πλημμύρισαν το κρεβάτι τους (!) - αλλά δεν της έκοψε οτι ήταν τα δικά της νερά-που έσπασαν, ότι σηκώθηκε κανονικά το πρωί και σιδέρωσε (!) τα ρούχα που θα φορούσαν το βράδυ-στον αρραβώνα της κουνιάδας της, ότι κατέβηκε κανονικά με τον άντρα της κι άνοιξαν το μαγαζί, και ότι τότε μόνο σκέφτηκε να πάρει τη γιατρό της, για να της αναφέρει τα καθέκαστα...

Σε μια ωρίτσα είχαμε τηλεφώνημα : κλείστε το μαγαζί και ελάτε, όπου νάναι γεννάμε...
Το κλείσαμε-τόσα χρόνια δεν θυμάμαι άλλη μέρα που να το κλείσαμε, όλο χαρά διώχναμε τους πελάτες, συγνώμη αλλά πρέπει να κλείσουμε, γεννάμε...!
Ο μπαμπάς, ο γαμπρός μου, εγώ, και ο Κ.-όλη η υπόλοιπη οικογένεια δηλαδή, στην κλινική.
Η μικρή δεν είχε διαστολή, της έδωσαν χάπια, άρχισε να πονάει, ήθελε δίπλα της τη μαμά, όχι τον άντρα της - ένα μωρό που θα έφερνε στον κόσμο άλλο μωρό...
(Όμως στην άλλη γέννα της, 4 χρόνια μετά, είχε ήδη μεγαλώσει : δεν θα ξεχάσω ποτέ τον τρόπο που έγερνε το κεφάλι της στον ώμο του καθώς σφιγγόταν απο τον πόνο, τον τρόπο που εκείνος την στήριζε και βάδιζαν μαζί πέρα-δώθε στην αίθουσα αναμονής-κι εγώ κρυφοκοίταζα απο το παράθυρο...).

Η Σόφη μας ήρθε σαν κυρία, στις μία το μεσημέρι! Λιόντάρι, χουζουρεύοντας, νωχελική, εξάντλησε όλο το πρωινό μέχρι να δεήσει να μας έρθει!
Ήταν βυσσινιά-σχεδόν μαύρη και σουρωμένη-η έλειψη των υγρών γύρω της απ τα χαράματα, την είχε ταλαιπωρήσει πολύ. Ήταν μια σταλίτσα, σουφρωμένη, άσχημη, χάλια-δεν έχω ξανανιώσει μεγαλύτερη χαρά στη ζωή μου... Το πιο μαιμουδένιο μωρό στον κόσμο ήταν δικό μας, η ανεψιά μου, η πρώτη, μια πεταλούδα, η χαρά της ζωής μου...

Την μπουγάδιασαν, την καθάρισαν, την φάσκιωσαν, την συνέφεραν, ήρθε κι έγινε ανθρωπάκι, παιχνιδάκι, μωρό. Εγώ κι ο μπαμπάς της κολλημένοι στο παράθυρο της αίθουσας των νεογνών-χαζεμένοι, πιο πολύ έκπληκτοι παρά συνειδητά χαρούμενοι...

***

Το Σοφάκι γίνεται 14 σήμερα.
Ένα ελαφάκι είναι, που με πέρασε στο ύψος, μια κούκλα, μια γαζέλα, μια ζωγραφιά, ένα χαμόγελο ολόκληρη...
Δεν έχει καλό στη γή που να μην τόχει πάνω της, κι εγω τρέμω, να είναι πάντα καλά.


* * * * * * *

13.8.06

κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ...



Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι θα ήταν τόσο δύσκολο το προφανές.

Με ρώτησες αν πιστεύω στις νεράιδες, και σου είπα «όχι», αγόγγυστα.

Κι όμως, η αλήθεια είναι ότι πιστεύω σε κάθε είδους παραμύθια, σε ιστορίες, σε χρώματα.
Τα διαβάζω, τα βλέπω, τα σχεδιάζω, τα ονειρεύομαι.
Τα διηγούμαι, τα γράφω, τα μοιράζομαι.
Τα ζω κιόλας, περπατάω δίπλα τους, μιλάω με τον αέρα, χορεύω με τις σκέψεις μου.

Πρώτη φορά όμως ήρθαν τόσο κοντά αυτά τα δύο, αυτό που υπάρχει κι αυτό που δεν υπάρχει, αυτό που ονειρεύτηκα κι αυτό που έχω, αυτό που θέλησα κι αυτό που συμβαίνει. Και μπερδεύτηκα. Απ την ανάποδη.

Μπροστά στον τρόμο να δεχτώ ότι μέχρι τώρα ζούσα ανάποδα, αντί να χαρώ, αμφισβητώ τις αισθήσεις μου, αμφισβητώ τα αυτιά μου, τα μάτια μου, το μυαλό μου.

Δεν τσιμπιέμαι καν να ξυπνήσω, απλά παρακολουθώ, και περιμένω ψύχραιμη τους τίτλους του τέλους… Και σε στεναχωρώ.

Όμως χθες, στο περιβόλι, έκανα μια ευχή...





* * * * * * *

12.8.06

the sound of life


Ίσως να είχα άσχημα παιδικά χρόνια,
ίσως να είχα δυστυχισμένη νιότη.

Αλλά κάπου στο άσχημο, δυστυχισμένο παρελθόν μου,
πρέπει να υπήρξε κάποια στιγμή αλήθειας,
γιατί, νά ΄σαι , στέκεσαι εδώ, και μ αγαπάς,
χωρις να είσαι υποχρεωμένος να το κάνεις.

Έτσι, μάλλον κάπου στη νιότη ή στην παιδική μου ηλικία
πρέπει να έχω κάνει κάτι καλό.

Τίποτα δεν έρχεται απο το τίποτα,
τίποτα δεν θα μπορούσε ποτέ.

Μάλλον, κάπου στην νιότη ή στην παιδική μου ηλικία
θά πρέπει να έχω κάνει κάτι καλό...


(Οι στίχοι απο το τραγούδι Something Good, της ταινίας Μελωδία της Ευτυχίας)



* * * * * * *

10.8.06

στα παραμύθια ισορροπώ

Ω χαρά μου, πότε θα ζήσουμε μαζί, σ ένα όμορφο μέρος, μ ένα σκύλο να γαυγίζει έξω απ το παράθυρό μας? Χρειάζομαι τόσο λίγα: ένα μελανοδοχείο και ηλιαχτίδες να πέφτουν στο δάπεδο, ω, ναι, κι εσένα. Αλλά αυτό το τελευταίο δεν είναι διόλου μικρή υπόθεση.
Ναμπόκοφ στη Βέρα Σλόνιμ, 19 Αυγούστου 1924

"Η Βέρα Εβσέεβνα Σλόνιμ γεννήθηκε δύο φορές. Όσο κι αν ακούγεται αλλόκοτο σε αυτιά που δεν άκουσαν ποτέ την μελωδία των εσωτερικών τοπίων, της γεωγραφίας της ψυχής, κάθε άνθρωπος που σέβεται τη βαθιά ανθρώπινη υπόστασή του γεννιέται δύο φορές (τουλάχιστον). Η Βέρα Εβσέεβνα Σλόνιμ γεννήθηκε στις 5 Ιανουαρίου 1902. Γεννήθηκε, επίσης, εικοσιένα χρόνια αργότερα, στις 8 Μαίου 1923, στο Βερολίνο, σε μια γέφυρα πάνω απο ένα ποτάμι, κάτω απο πλατύφυλλες καστανιές, μες στον πορφυρό και φαιογάλαζο λαβύρινθο του Χρόνου, του Έρωτα, του Θαυμασμού, και της Λογοτεχνίας.

Τότε συνάντησε, με αξιοθαύμαστα δική της πρωτοβουλία (οι πάντες λένε οτι υπήρξε γενναία γυναίκα), έναν ποιητή, τον οποίο θαύμαζε και ο οποίος έμελλε να την θαυμάσει απο την πρώτη στιγμή και για πάντα...

Η Βέρα Εβσέεβνα Σλόνιμ και ο Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς Ναμπόκοφ, δυό εξαίσια πείσμονες άνθρωποι, συναντήθηκαν, και σε χρόνο μηδέν διαπίστωσαν οτι είναι πλασμένοι ο ένας για τον άλλον, συναντήθηκαν και σε χρόνο μηδέν μάγεψαν ο ένας τον άλλον, συναντήθηκαν και αποφάσισαν να αναγάγουν σε υψηλή τέχνη την καθημερινή τους ζωή και να μοιραστούν τα πάντα...

Οι Ναμπόκοφ ήρθαν κι έφυγαν σαν ζευγάρι. Οι πιο πολλοί άνθρωποι δεν είδαν ποτέ τον Βλαντιμίρ χωρίς τη Βέρα. Δεν ήταν μόνο αχώριστοι, αλλά έσμιγαν και οι λέξεις τους, οι φράσεις τους, οι προτάσεις τους, τόσο στον προφορικό λόγο όσο και στο χαρτί. Είχαν το ίδιο καρνέ. Εύρισκες στα σημειωματάριά τους, μπερδεμένους τους γραφικούς χαρακτήρες και των δύο.

Η σύζυγος του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ υπήρξε κάτι περισσότερο απο γυναίκα του: μητέρα, νοσοκόμα, βοηθός, μούσα.

Ο γάμος τους την έφερε στο φώς των προβολέων, ο χαρακτήρας της την έκανε να κινείται προς τις σκιές. Σε έναν άνθρωπο ήταν πάντα και πανταχού ορατή: ο Ναμπόκοφ είχε απόλυτη συναίσθηση της παρουσίας της. Έλαμπε απο χαρά κοντά στη γυναίκα του. Βρίσκονταν οι δυό τους σε διαρκή άμιλλα μεταξύ τους και συμπεριφέρονταν σαν να είχαν κάποια κοινά μυστικά. Στους επισκέπτες έμοιαζαν σαν δυό παιδιά που συνωμοτούσαν, με έναν δικό τους κώδικα, για το πόσα και τι θα αποτολμούσαν να πούν στους ενήλικες.

* * *

Ένας Αμερικάνός θαυμαστής είχα αναζητήσει το ζευγάρι στην Ιταλία το 1967. κατηφόριζαν ένα ορεινό μονοπάτι, με απόχες στα χέρια. Ο Ναμπόκοφ αγαλλιούσε. Νωρίτερα, εκείνη την ημέρα, είχε δει μια σπάνια πεταλούδα, ακριβώς εκείνη που αναζητούσε απο καιρό. Είχε επιστρέψει στη γυναίκα του, με την οποία ήταν ήδη σαράντα δύο χρόνια παντρεμένος. Ήθελε να είναι μαζί του όταν θα αιχμαλώτιζε την πεταλούδα".


(Αποσπάσματα απο τη βιογραφία «Βέρα-η κυρία Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ», της βραβευμένης με Πούλιτζερ συγγραφέως Στέισι Σίφ, και απο το εισαγωγικό σημείωμα του μεταφραστή Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη.

Ο πίνακας του Lucien Freud )




* * * * * * *

6.8.06

"Η χαμένη πόλη"



Αχ ο κύριος Άντυ Γκαρσία. Όταν χαμογελάει, λιώνουν όλα τα παγόβουνα του κόσμου από την καρδιά σου...

Βάλε τώρα και μουσική, μουσική, πολύ μουσική, κουβανέζικη μουσική, συνέχεια σ όλη την ταινία, τόση που ν αγαλιάζει η ψυχή σου... Και χορό, και την παραλία της Αβάνας όπου σκάνε τα κύματα... Βάλε και καλοκαιρινά φορέματα του ΄50, και καπελίνες και τακούνια... Κι έντονα κόκκινο κραγιόν σε λευκό πρόσωπο με μάτια καστανά...


Πολιτική ανάλυση όμως μη βάζεις, γιατί η βία εδώ είναι εντελώς αληθινή, και πονάει - δεν είναι ο Αντόνιο που ξεπαστρεύει χορεύοντας ένα μπαρ ολόκληρο στο Desperado, ούτε η Νύφη που εξολοθρεύει την μισή Ασία, στο Volume II του Kill Bill...

Η εποχή μπορεί να χάθηκε, τα κλάμπ, οι άνθρωποι. Η πόλη όμως είναι ακόμη εκεί, και οι μουσικές-ευτυχώς- είναι κι εδώ και παντού.

Και οι ταινίες…αχ, οι ταινίες είναι καράβια που μας ταξιδεύουν.



* * * * * * *

2.8.06

όχι πια πόνος, μόνο θυμός

Εσύ τουλάχιστον έχεις φίλες για να μιλήσεις (να πεις ότι αναποδογύρισε η ζωή σου, να κλαφτείς, να τα βγάλεις από μέσα σου, να πάρεις μια παρηγοριά βρε αδερφέ). Εγώ που δεν έχω κανέναν (παρά εσένα, που όμως δεν είμαστε πια μαζί…) σε ποιόν να τα πω??

Είναι η δεύτερη φορά στη ζωή μου που το ακούω αυτό. Που γίνομαι η ανεπιθύμητη (γιατί είμαι ήδη φευγάτη ή γιατί είμαι απλά ανεπιθύμητη) παρηγορήτρα αγκαλιά και το αυτί που ακούει, αλλά και η επιθυμητή ταυτόχρονα, λόγω έλλειψης άμεσης αντικαταστάτριας (γιατί τελικά δεν είναι τόσο εύκολο να βρεις αυτί πρόθυμο ν ακούσει τον πόνο σου και αγκαλιά να σε αγκαλιάσει…).

Φταίω εγώ? Δίνω μεγάλα περιθώρια? Ή οι άντρες μένουν πάντα μικροί?
Φταίει μήπως ότι οι άντρες δεν ανοίγονται ποτέ στους φίλους τους και έτσι όταν μένουν μόνοι, μένουν πραγματικά μόνοι?
Και, φταίω εγώ γιαυτό?

Μα, φίλοι μου, εγώ εκτίθομαι καθημερινά στις φίλες μου. Δεν παριστάνω την ευτυχισμένη, την ισορροπημένη, την «όλα καλά», ώστε όταν γκρεμίζεται ο κόσμος μου να μην ξέρω πως και σε ποιόν να το πω. Εμένα ο κόσμος μου γκρεμίζεται καθημερινά, τον παρατηρώ, τον περιγράφω, τον επικοινωνώ. Εκτέθηκα, έδωσα κομμάτια μου, και έχω την αγάπη τους. Εσείς που χτίσατε γύρω σας τοίχους αξιοπρέπειας και ευτυχίας, αφήνοντας μόνο σε μένα ένα παραθυράκι για να βλέπω το μέσα σας, (κι αυτό ούτε καν που το αφήσατε, εγώ η ίδια το πάλεψα και το κατάκτησα με κόπο, λίγο-λίγο), δεν ξέρετε τώρα πως να δείξετε σε άλλους αυτό το πέρασμα…

Όμως, φταίω εγώ γιαυτό? Τότε γιατί το άκουσα σαν παράπονο-σχεδόν σαν κατηγόρια, και τις δύο φορές?



* * * * * * *