29.3.09

ο παράδεισος ΙΙ


Γράφει ο Jeremy Mercer, για το βιβλιοπωλείο Shakespeare and Co., 37 rue de la Bucherie, Παρίσι.

Τα βιβλιοπωλεία είναι άδυτα. Μέρη όπου χάνεσαι, δραπετεύεις από τις απαιτήσεις της καθημερινότητας, ανακαλύπτεις τρόπους να ονειρεύεσαι και πηγές έμπνευσης. Αγαπώ τους βιβλιοπώλες. Αυτός που βοηθάει τις λέξεις να απλωθούν στον κόσμο, κάνει ευγενές έργο. Αλλά τα πιο αγαπημένα μου, είναι τα μικρά, εκκεντρικά βιβλιοπωλεία, που διευθύνονται από παθιασμένους και συχνά λίγο παλαβούς βιβλιόφιλους.

O George Whitman διευθύνει αυτό που ο ίδιος ονομάζει «μια σοσιαλιστική ουτοπία μασκαρεμένη σε βιβλιοπωλείο» εδώ και 50 χρόνια. Το μαγαζί του εδώ και χρόνια είναι ένας λογοτεχνικό κόμβος, που προσελκύει τους λάτρεις των Henry Miller, Richard Wright, και William Burroughs. Το πιο σημαντικό είναι, ότι από τις πρώτες μέρες ακόμη, ο George προσκαλεί τους ανθρώπους να ζήσουν μέσα στο μαγαζί του. Υπάρχουν 13 κρεβάτια αυτή τη στιγμή ανάμεσα στα βιβλία, και λέει ότι περισσότεροι από 40,000 άνθρωποι έχουν κοιμηθεί εκεί κάποια φορά. Το μόνο που σου ζητάει είναι να φτιάξεις το κρεβάτι σου το πρωί, να βοηθήσεις λίγο στο μαγαζί, και να διαβάζεις ένα βιβλίο κάθε μέρα.

* ο παράδεισος Ι


* * * * * * *

26.3.09

μουντζουρώνεις χαρτιά;

της Βενετίας


[Κατσίμπαλης προς Σεφέρη]

Αθήνα, 29.4.48

... Ας είναι! Δόξα τω Θεώ, και μ' όλες τις κλαψούρες μου, είμαι βράχος! Και θα τη βγάλω πέρα κι αυτή τη μπόρα όπως και τις τόσες άλλες. Δεν τα ρίχνω κάτω. Κι ίσως μια μέρα ξαναβρώ τα κέφια μου και σου ξαναγράψω πάλι όπως τον παλιό καιρό, όταν όλα περάσουνε και ξεχαστούνε. Μη με συνερίζεσαι λοιπόν, και γράφε πότε-πότε, βρε μπαγάσα, τα δικά σου. Να ξέρω τι γίνεσαι, πως τα βολεύεις, τι σκαρώνεις αυτού πέρα. Βρήκες σπίτι; Άπλωσες τα βιβλία σου και τα χαρτιά σου; Καλέμι έπιασες στα χέρια σου, μουντζουρώνεις χαρτιά; Παράτησε το αχ και βαχ-μια κι η ζωή δεν έχει μπέσα-κι εκει που κουβεντιάζεις, κράχ!-σαν τον Πανάγο το Σεβάχ-τα κλείνεις σε μιαν ώρα μέσα!... όπως λέει κι ο φίλος μου ο Κυριαζής.
Το γράμμα μου αυτό υπολογίζω πως θα το λάβεις την ερχόμενη Δευτέρα που θα 'ναι του Αι-Γιωργιού. Σου εύχομαι να τα εκατοστήσεις και

σε φιλώ
Γιώργος


* Το κείμενο είναι η τελευταία παράγραφος της επιστολής 159 του Γ.Κ.Κατσίμπαλη στον Γ.Σεφέρη, απο τον δεύτερο τόμο της αλληλογραφίας τους 1924-1970, που εκδόθηκε πρόσφατα απο τον Ίκαρο, με τίτλο "Αγαπητέ μου Γιώργο".

* Ο πίνακας είναι του Περικλή Πανταζή (1849-1884), απο την έκθεση η νεοελληνική τοπιογραφία απο το 18ο ως τον 21ο αιώνα, στο Ίδρυμα Θεοχαράκη.





* * * * * * *

19.3.09

εικόνες ενός επιπλέωντος κόσμου

Η μαύρη λέξη της ημέρας: mingong.

Δέκα χρόνια πριν, εμφανίστηκε αυτός ο «επιπλέων» πληθυσμός, άντρες και γυναίκες, που αφήνουν τη φτώχεια στην επαρχία κι έρχονται στις μεγάλες πόλεις. Κουβαλώντας τα υπάρχοντά τους στους ώμους, γυρίζουν από πόλη σε πόλη, γυρεύοντας δουλειά-συνήθως στις κατασκευές κτηρίων. Είναι οι μοντέρνοι σκλάβοι, που χτίζουν την Κίνα του μέλλοντος, και που ο αριθμός τους υπολογίζεται σε 300 εκατομμύρια. Τα προιόντα που παράγουν πλημμυρίζουν τον κόσμο. Κοιμούνται στους χώρους όπου εργάζονται, σε τρέιλερς, σε πλαστικές τέντες, ή στριμωγμένοι πολλοί μαζί σ ένα χώρο ενοικιαζόμενο.
Είναι εύκολο να τους αναγνωρίσεις, γιατί είναι συνήθως λεπτότεροι από τους υπολοίπους ανθρώπους και κοντύτεροι, λόγω της κακής διατροφής. Τα ρούχα τους είναι γκρί και σκονισμένα, κι είναι τυχερός όποιος τους μπορεί να πλένεται με έναν κουβά ζεστό νερό, οι υπόλοιποι πλένονται όλο το χρόνο με κρύο.
Η ζωή τους αποτελείται από δουλειά και ύπνο. Εργάζονται δωδεκάωρα, από τα χαράματα ως το απόγευμα. Δεν είναι δηλωμένοι ως εργαζόμενοι κι έτσι συχνά δεν πληρώνονται, και ούτε μπορούν να διεκδικήσουν το μισθό τους.
Βλέπουν τους δικούς τους μια φορά το χρόνο, στην Κινέζικη Πρωτοχρονιά, κουβαλώντας πίσω μαζί τους τα λεφτά που μάζεψαν. Αυτές οι επισκέψεις έχουν ένα καλό: τους υπενθυμίζουν την άσχημη ζωή στην ύπαιθρο, το μόνο μέρος όπου η ζωή είναι χειρότερη απ΄ ότι στις πόλεις, κι έτσι τους δίνουν το κουράγιο να συνεχίσουν.

Σήμερα ανακάλυψα 300 εκατομμύρια ανθρώπους, κι θυμήθηκα τη Μαφάλντα, που προσπαθούσε να χωρέσει όλους μαζί τους Κινέζους στη σκέψη της, μα δεν τα κατάφερνε.

Όποιος καταφέρει να δεί και τις 81 φωτογραφιες του Patrick Zachmann, δεν θα κερδίσει παρά μια μαυρισμένη ψυχή.

Κι εδώ.


* * * * * * *

10.3.09

3.1415926535897932384626433832795028841971693993751


Παντρευτείτε την Ημέρα του Πί: δεν υπάρχει τίποτα πιο ρομαντικό από το να παντρευτείς τον/την αγαπημένο/η σου στις 1:59:26 μ.μ. στις 14 Μαρτίου, για να δείξεις ότι, όπως το πί, η αγάπη σας θα συνεχίζεται για πάντα...

* οδηγίες για το πως να γιορτάσετε εδώ (από όπου και το παραπάνω καραμελωμένο κομμάτι)

* (άβυσσοοοος, θησαυρός γνώσεων αυτό το ίντερνετ, άβυσσος το μυαλό του ανθρώπου, κι η φαντασία του.
Τζάμπααααα, τζάμπα τόσος Σεφέρης καθημερινά στο μετρό, τς, τς, τς.)


* * * * * * *

24.2.09

go where you're feeling free (*)


Ο Νικολάκης είχε μάθει να κάνει μπάνιο μόνος του. Δεν τον είχα δει πως μπανιαρίζεται-για να ξέρω αν καθαρίζεται «επαρκώς»- (εδώ εμφανίστηκε η μαμά μου μέσα μου..), αλλά τον είδα να βγαίνει, να κάνει ολόκληρη προσπάθεια για να δρασκελίσει το τοίχωμα της μπανιέρας-σα να λέμε εμείς να σκαρφαλώνουμε σε κανένα τοίχο-, να τυλίγεται εντελώς άτσαλα με το κίτρινο μπουρνούζι, και να κάθεται ανακούρκουδα στο πατάκι του μπάνιου, τρέμοντας σαν πουλάκι. Τα μαλλιά του κόκκινα σαν φλογίτσες, λευκός σα γάλα και γεμάτος μεγάλες φακίδες, να δαγκώνει την άκρη της πετσέτας και να περιμένει υπομονετικά να στεγνώσει. Κι εντωμεταξύ, να με κοιτάζει με τα ματάκια του γεμάτα υπομονή, δίχως ίχνος αυτολύπησης: έτσι είναι τα πράγματα, κάνουμε μπάνιο, και μετά σκουπιζόμαστε. Κι εσύ τι με κοιτάζεις, σταμάτα πια να με γεμίζεις φιλιά.

Τον αγκάλιασα ολόκληρο, μαζί με την πετσέτα, τον πήρα στα χέρια μου, τον σήκωσα στην αγκαλιά μου, και έκατσα εγώ στο πάτωμα, μ’ εκείνον στα πόδια μου, να τον χαιδεύω, να τον σκουπίζω ταυτόχρονα, και να κουνιέμαι πέρα δώθε. Δεν έφερε αντίρρηση-ποιος θα έφερνε αντίρρηση σε μιαν αγκαλιά?

Αυτό έπρεπε να κάνω στη ζωή μου. Όχι επανεκδώσεις χαμένων καρτών και καταναλωτικά δάνεια.

* η φωτογραφία απο το TrekEarth και ο τίτλος taken from a song of the band Whale. Η αφορμή όμως, για την ανάσυρση της ανάμνησης, ήρθε απο εδώ.


* * * * * * *

21.2.09

ο αναγνώστης

Μαράκι, το είδα το the reader, χθες. Τι ήθελες να κουβεντιάσουμε?
Έκλαιγα (*). Είχε μερικές στιγμές, απ΄αυτές που σπάνια πια με βρίσκουν στις ταινίες, που σε ταράζουν πατόκορφα.
Μόνο για την αταίριαστη μετάφραση του τίτλου στα ελληνικά, στεναχωρήθηκα, γιατί βρήκα πως το σφραγισμένα χείλη αποπροσανατολίζει, ρίχνει το βάρος σε μια γυναίκα που κρατάει μυστικό το παρελθόν της, ενώ είδα μόνο (μόνο) μια γυναίκα που διαβάζει, είτε μόνη της, είτε-στο καλύτερο της- μέσω άλλων αναγνωστών…

(*) Έκλαιγα που τα βιβλία είναι δεκανίκι, συντροφιά ζωής, παρηγοριά, πηγή απόλαυσης, ηδονής, ευτυχίας. Μόρφωσης, υπομονής. Έκλαιγα -από χαρά- για τις τόσες ιστορίες που υπάρχουν, κι άμα τις μάθεις είναι σαν να έχεις ζήσει εκατό φορές, εκατό ζωές, εκατό πρόσωπα, οικογένειες, ταξίδια (**). Προβλήματα, ευτυχίες. Έκλαιγα που υπάρχει κόσμος, οπουδήποτε, παντού, που περνάει τη ζωή του με μια βρώμικη μπανιέρα, σε χιονια, ή στη Βραζιλία, και παρολαυτά ταξιδεύει, ξεχνιέται, ζει, ξεφεύγει, γεμίζει τη ζωή του, παρηγοριέται, μεταμορφώνεται, με τις ιστορίες. Ευτυχώς.

(**) Πολύ προβληματίστηκα για τα ταξίδια τελευταία, αν θέλω ή αν δεν θέλω. Ίσως είναι πιο όμορφα να τα διαβάζεις, να τα βλέπεις, παρά να τα κάνεις. Ίσως είναι το ίδιο, το να ταξιδεύεις από το σπίτι σου, με το να πηγαίνεις σε αεροδρόμια και πόλεις. Ίσως πάλι, όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια, ίσως προτιμώ το παντεσπάνι του σπιτιού από την ταλαιπωρία των ταξιδιών. Συμπέρασμα δεν έβγαλα, απόφαση. Ακόμα.


* * * * * * *

18.2.09

ιδιωτικώς υπάλληλος


Χα, μα τι νομίζει ο χαζός , πως καλός υπάλληλος είναι αυτός που ψειρίζει τα πράγματα? Καλός υπάλληλος είναι αυτός που κάνει πωλήσεις!

Και μένω άναυδη, διότι συνειδητοποιώ πως αυτό που περίμενα να βγει από το στόμα του (πολύ καλού στις πωλήσεις) συναδέλφου (που αναφερόταν σε άλλο συνάδελφο, ο οποίος συνεχώς κομπάζει ότι δεν παρεκτρέπεται ποτέ και για κανένα λόγο από το γράμμα του νόμου) είναι πως, καλός υπάλληλος είναι αυτός που φροντίζει να μη κάνει δύσκολη τη ζωή των συναδέλφων του, αυτός που όσο περνάει από το χέρι του, φροντίζει να τους διευκολύνει, μαζί και τους πελάτες, ώστε να περνάει η μέρα, και κατ΄επέκταση η ζωή όλων μας ήρεμα-όσο γίνεται, αφού είμαστε αναγκασμένοι να συνυπάρχουμε τόσες ώρες στη δουλειά.
Και μένω άναυδη, διότι συνειδητοποιώ πως δεν υπάρχει ένας μοναδικός ορισμός του καλού υπαλλήλου, αλλά (τουλάχιστον τρείς...) κι εδώ επίσης, εξαρτάται από ποια πλευρά βλέπεις τα πράγματα…

* ιδιωτικώς, ή, έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε...
* η κουκλίτσα της ligreego


* * * * * * *

14.2.09

Kαφενείο Αράνιο


Το χαιδεμένο παιδί του σπιτιού ήταν ο Monsieur Alphonse, ο μικροσκοπικότερος Γάλλος που έχετε ποτέ σας ανταμώσει, που ζούσε πίσω από ένα ζευγάρι γαλάζιες κουρτίνες, σε μια γωνιά του μεγάλου θαλάμου με τα εξήντα κρεβάτια. Κανένα από τα άλλα κρεβάτια δεν είχε κουρτίνες, ήταν ένα προνόμιο που χορηγήθηκε στον Monsieur Alphonse και μόνο, ως γεροντότερο μέλος όλου του σπιτικού. Ο ίδιος έλεγε πως ήταν εβδομηνταπέντε χρονών, οι Αδελφές πίστευαν πως ήταν πάνω από ογδόντα. Κρίνοντας από την κατάσταση που βρίσκονταν οι αρτηρίες του, τον υπολόγισα όχι μακριά από τα ενενήντα.

Είχε καταφθάσει πριν πολλά χρόνια, μ΄ένα βαλιτσάκι, με μια χιλιοτριμμένη ρεδιγκότα και ψηλό καπέλο, κανένας δεν ήξερε από πού. Περνούσε τις μέρες του πίσω από τις κουρτίνες του, σε αυστηρότατη απομόνωση από τους άλλους τροφίμους και έκανε την εμφάνισή του μόνο τις Κυριακές, όταν πήγαινε καμαρωτός στην εκκλησία, με το ψηλό καπέλο του στο χέρι.
Οι αδελφές έλεγαν πως όταν του πήγαιναν το πιάτο του τη σούπα ή το φλιτζάνι τον καφέ, άλλο προνόμιο αυτό, τον έβρισκαν πάντα καθισμένο στο κρεβάτι, ν΄ανασκαλεύει μια στοίβα χαρτιά μέσα στο βαλιτσάκι του , ή να βουρτσίζει το ψηλό του καπέλο. Ο Monsieur Alphonse ήταν πολύ λεπτολόγος στο ζήτημα των επισκέψεων. Έπρεπε πρώτα να χτυπήσετε με το δάχτυλο πάνω στο τραπεζάκι, πλάι στο κρεβάτι του. Έκλεινε τότε προσεκτικά όλα τα χαρτιά μέσα στο βαλιτσάκι κι έλεγε με τη σφυριχτή φωνή του: «Entrez, Monsieur!» και σας προσκαλούσε με μια απολογητική χειρονομία να καθίσετε πλάι του, πάνω στο κρεβάτι.

Φαινόταν να ευχαριστιέται με όλες τις επισκέψεις μου και δεν αργήσαμε να γίνουμε καλοί φίλοι. Όλες οι προσπάθειές μου να μάθω κάτι από το παρελθόν του πήγανε χαμένες, κατάλαβα μόνο πως ήταν Γάλλος, αλλά δεν θα ΄λεγα Παριζιάνος. Δεν μιλούσε ούτε λέξη ιταλικά και φαινότανε να μην ήξερε τίποτα από τη Ρώμη. Δεν είχε καν επισκευθεί τον Άγιο Πέτρο, αλλά λογάριαζε να πάει un de ces quatre matins, μόλις θα ΄βρισκε καιρό. Οι αδελφές έλεγαν πως δεν θα πήγαινε ποτέ, πως δεν θα πήγαινε πουθενά, μ΄όλο που θα μπορούσε να περπατεί και να τριγυρίζει αν το ΄θελε. Ο πραγματικός λόγος που δεν έβγαινε τις Πέμπτες, ημέρα εξόδου για τους άντρες, ήταν η ανεπανόρθωτη αποσύνθεση του ψηλού καπέλου και της παλιάς του ρεδιγκότας, από το αδιάκοπο βούρτσισμα.

Η αλησμόνητη μέρα, όταν τον έβαλαν να δοκιμάσει το ψηλό καπέλο του εκατομμυριούχου από το Πίτσμπουργκ και την ολοκαίνουργια ρεδιγκότα του, της τελευταίας αμερικανικής μόδας, εγκαινίασε το τελευταίο και το πιο ευτυχισμένο ίσως κεφάλαιο της ζωής του Monsieur Alphonse. Όλες οι Αδελφές που υπηρετούσαν στους θαλάμους, ακόμα και η ηγουμένη, βγήκαν την κατοπινή Πέμπτη στην εξώπορτα, για να τον δουν που ανέβηκε στην κομψή μου βικτόρια, βγάζοντας με επισημότητα το καινούργιο ψηλό του, για να χαιρετίσει τις θαυμάστριές του.
-Κομψότητα που την έχει! Χαχάνιζαν καθώς ξεκινούσαμε, ίδιος Εγγλέζος λόρδος!

Διασχίσαμε το Cosrso και κάναμε μια σύντομη εμφάνιση στο Pincio, πριν σταματήσουμε στην Πιάτσα ντι Σπάνια, όπου ο Monsieur Alphonse είχε προσκληθεί να γευματίσει μαζί μου.
Θα ήθελα πολύ να ξέρω τον άνθρωπο που θα μπορούσε ν αντισταθεί στον πειρασμό να μονιμοποιήσει αυτή την πρόσκληση, για όλες τις Πέμπτες που θ ακολουθούσαν. Ακριβώς στη μία, κάθε Πέμπτη εκείνου του χειμώνα, το αμάξι μου απόθετε το Monsieur Alphonse στον αριθμό 26 της Πιάτσα ντι Σπάνια. Μετά μια ώρα, όταν άρχιζα να δέχομαι τους πελάτες μου, η Άννα τον συνόδευε ως το αμάξι, που τον περίμενε για τον τακτικό περίπατο γύρω στο Πίντσιο. Έπειτα, μισή ώρα σταμάτημα στο Καφενείο Αράνιο, όπου ο Monsieur Alphonse καθότανε στην ιδιαίτερη γωνία του, για να πάρει τον καφέ του και να διαβάσει τη «Φιγκαρό», με ύφος γηραιού πρεσβευτή. Άλλη μισή ώρα με τιμές και δόξες, για να διασχίσει με το αμάξι το Κόρσο, ψάχνοντας άπληστα καμιά του γνωριμία της Πιάτσα ντι Σπάνια για να την χαιρετίσει βγάζοντας το καινούργιο του ψηλό καπέλο. Έπειτα πάλι η έκλειψη πίσω από τις γαλάζιες κουρτίνες του, ως την άλλη Πέμπτη, που, όπως έλεγαν οι Μικρές Αδελφές, άρχιζε από τα χαράματα να βουρτσίζει το ψηλό του.

Τις περισσότερες φορές τύχαινε νάρθουν κι ένας-δυό φίλοι για να γευματίσουν μαζί μας, προς μεγάλα αγαλλίαση του Monsieur Alphonse. Αρκετοί από δαύτους, θα τον θυμούνται ακόμη. Κανένας δεν είχε την παραμικρή υποψία πούθε βαστούσε η σκούφια του. Άλλωστε είχε πολύ ευπαρουσίαστο και περιποιημένο εξωτερικό, με τη μακριά, κομψή του ρεδιγκότα και το καινούργιο ψηλό καπέλο, που το αποχωριζόταν με πολύ κόπο, ακόμη και στο τραπέζι. Μη ξέροντας κι εγώ ο ίδιος τι μέρος του λόγου ήταν ο Monsieur Alphonse, κατέληξα να τον βαφτίσω διπλωμάτη που είχε αποσυρθεί από την υπηρεσία. Όλοι μου οι φίλοι τον έλεγαν «Κύριε Πρέσβη» και η Άννα απαράβατα: «Vostra Eccelenza»-έπρεπε να βλέπατε το ύφος που έπαιρνε! Ευτυχώς ήταν με το παραπάνω κουφός και η συνομιλία περιοριζόταν γενικά σε μερικές παρατηρήσεις για τον Πάπα, με όλο τον προσήκοντα σεβασμό, ή για τον καιρό. Ωστόσο ήμουν υποχρεωμένος νάχω τα μάτια μου και τ΄ αυτιά μου ανοιχτά, πάντα έτοιμος να επέμβω για να απομακρύνω από κοντά του την καράφα με το κρασί, ή για να σπεύσω σε βοήθειά του σε στιγμές αμηχανίας, όπως όταν του έκαναν μια ερώτηση, κι ακόμα περισσότερο όταν απαντούσε ύστερ΄ από το δεύτερο ποτηράκι Φρασκάτι.


Άξελ Μούντε (1857-1949)
(Σουηδός) Γιατρός-Συγγραφέας-Ανθρωπιστής
Φίλος των φτωχών
Προστάτης των ζώων

* απο το βιβλίο του Το χρονικό του Σαν Μικέλε, εκδόσεις Πέλλα, μετάφραση Κοσμά Πολίτη, σελ. 302-304

* η φωτογραφία απο τη Ρώμη


* * * * * * *

11.2.09

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009


Ήρθαν στιγμές στη ζωή μου που είπα, έτσι, να μείνουν όλα, σαν τώρα, να παγώσει ο χρόνος. Τόσο καλά. Χωρίς αλλαγές, ούτε προς τα καλύτερα, ούτε προς τα χειρότερα. Μπορεί να ήταν και παζάρι: δε θέλω πιο πολλά, αρκεί να μη γίνουν πιο λίγα. Σαν να αποφάσιζα τελικά να επιλέξω τα λεφτά, στον εκατομμυριούχο, κι όχι την επόμενη ερώτηση. Από μια πλευρά φαίνεται ηρωισμός. Από την άλλη δειλία. Όπως όλα, είναι αλλιώς ανάλογα με το από πού θα το δεις.

Έτσι θέλω να μείνουν όλα. Να είσαι παρέα μου. Να μένουμε σ΄αυτή τη γειτονιά, όπου οι άνθρωποι πηγαίνουν στη γειτόνισσα το πρωί για καφέ. Να ψωνίζεις και να βράζεις πατάτες όπως μου αρέσουν, με αλάτι και λάδι. Και να τις αφήνεις να κρυώσουν πριν μ' αφήσεις να φάω, γιατί δεν κάνει ζεστό, πριν κλείσει η πληγή του φρονιμίτη.

* η κουβέντα με τα ζώα είναι απο το χρονικό του Σαν Μικέλε
*ο πίνακας είναι της Victoria Usova
* ο εκατομμυριούχος ήταν ινδός και slumdog
* ο φρονιμίτης ήταν δικός μου


* * * * * * *

9.2.09

άρωμα πράσινης παπάγιας


Ω, μα τι όμορφη ταινία, τι ηρεμία, τι ποίηση… Τόσο τραβήχτηκα σιγά-σιγά μέσα της, μέσα στο πράσινο και την υγρασία του Βιετνάμ, μέσα στους κίτρινους και τους κανελί τοίχους, στις γάζες γύρω απ΄τα κρεβάτια, στα ξυπόλητα πόδια που διέσχιζαν αθόρυβα τα πατώματα, στο χαμόγελο της Μούι, στην κίτρινη πουκαμίσα και την κοιλίτσα της (everything comes to the one who waits, άραγε?), που όταν είδα στον καθρέφτη του μπάνιου αυτό το (πρησμένο?) πρόσωπο, κυκλωμένο από ένα θάμνο μαλλιά, με τη ρόζ πιτζάμα και τα κουρασμένα μάτια, σχεδόν τρόμαξα, ποια είναι αυτή?

Ααα, σήμερα το μεσημέρι καθώς μαζευόμουν για να φύγω, στη δουλειά, ανέφερα, έτσι για να περάσω λίγα λεπτά νωρίτερα στο έξω από το εκεί μέσα, στην κανονική ζωή, πως γράφτηκα χθες στο e-poema, ένα σαιτ απ΄ όπου σου στέλνουν ένα ποίημα με μειλ κάθε βδομάδα. Ήταν καθαρά θέμα τύχης που δεν είχαμε λιποθυμίες και εγκεφαλικά. Οι δύο συνάδελφοι που ήταν δίπλα μου εκείνη τη στιγμή, απόρησαν τόσο, λες και τους είχα πει πως πετιέμαι που και που για σαββατοκύριακα στον Άρη. Και μετά, με κοίταξαν με συγκατάβαση, σχεδόν με λυπήθηκαν για την αφελή ευτυχία μου!

Εκεί πήγε αυτόματα το μυαλό μου όταν, με τη μουσική της ταινίας στο μυαλό μου και το χαμόγελό της στα χείλη μου, με είδα στον καθρέφτη. Βρέθηκα ξαφνικά στο αύριο.


* * * * * * *

7.2.09

(κι άλλα) βιβλία

Απο το παζάρι του βιβλίου σήμερα πήρα:

Δύο βιβλία του Ξενόπουλου, το ένα αυτοβιογραφία-η ζωή του σαν μυθιστόρημα, και το άλλο με μια σειρά απο κριτικές για Ελληνές και Ξένους Λογοτέχνες, μεταξύ των οποίων ο Παπαδιαμάντης, ο Ίψεν, ο Καβάφης, ο Τολστόη, κ.λ.π (όπως γράφει στο εξώφυλλο!).
Μαθηματα Λογοτεχνίας, γράφει στο εσώφυλλο, και ανυπομονώ να το διαβάσω...


Το βιβλίο του Πάτρικ Λη Φέρμορ Ανάμεσα στα δάση και στα νερά, όπου ο (γεννημένος το 1915 και μόνιμος κάτοικος της Μάνης εδω και χρόνια) συγγραφέας περιγράφει το δεύτερο μέρος του νεανικού ταξιδιού που έκανε με τα πόδια (!) στα 18 του, τη διαδρομή δηλαδή απο τη Βουδαπέστη ως τις Σιδηρές Πύλες του Δούναβη (όπως αντιγράφω απο το οπισθόφυλλο αλλά δεν καταλαβαίνω τι ακριβώς εννοεί. Μα δεν πειράζει, πολύ σύντομα θα μάθω!)

Δύο αναγνώσματα για τον Βιζυηνό: ένα αφιέρωμα της Οδού Πανός (Σεπτέμβριο-Δεκέμβριος 1996, 1.200 δρχ.!!) και ένα ανθολόγημα κειμένων του απο τη Μάρω Δούκα, στο οποίο περιλαμβάνεται και το μόνο της ζωής του ταξίδιον, το οποίο έψαχνε προ ημερών η Σόφη να το διαβάσει διότι τους το σύστησε η φιλόλογος στο σχολείο.
Στον Βιζυηνό με ώθησε επίσης προτροπή φίλης, σε συνέχεια της ιστορίας του Χαλεπά.

Τέλος, το ταξίδι με τη χρονομηχανή σε μια πόλη το πήρα γιατί αυτό το βιβλίο είναι σαν να γράφτηκε για μένα, για τις απορίες και τις απολαύσεις μου, εντελώς κατά παραγγελία: δείχνει την ίδια γειτονιά μιας ευρωπαικής πόλης σε διάφορες χρονικες στιγμές μέσα στην ιστορία, καθώς και τις αντίστοιχες ενδυμασίες, το εσωτερικό των σπιτιών, τα μέσα μεταφοράς, τα κτήρια, την καθημερινή ζωή εν γένει.
Σαν να πετάς.


Όλα αυτά, για 23 ευρώ. Πολύ ωραία!

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * ** * * *

Το πόσο ντράπηκα πηγαίνοντας, όταν είδα έναν μετανάστη με παντελόνι ως τον αστράγαλο να πουλάει μπανάνες τρεκλίζοντας ανάμεσα στα αμάξια, τι νόημα έχει άραγε να το πω? Σκέφτηκα τη γελοιότητα της έκφρασης υιοθετήστε ένα βιβλίο για να το σώσετε απο την πολτοποίηση, για να ζήσει.
Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια.


* * * * * * *

4.2.09

η κατάκτηση της δύσης








Οι πίνακες του Harvey Dunn μοιάζουν εικόνες βγαλμένες από το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι, τους Γουώλτονς, το Πώς Κατακτήθηκε η Δύση, την Εξόριστη της Πέρλ Μπάκ και Τα Σταφύλια της Οργής.




Αυτός που θεωρείται αριστούργημά του όμως είναι ο
The Prairie is my Garden.







* * * * * * *

24.1.09

καφές και... φράουλες!


Γυρίζοντας στο σπίτι το Σάββατο το μεσημέρι, ξεφόρτωσα τις φωτογραφίες απο τη φωτογραφική μηχανή στον υπολογιστή. Πιο πολύ απ΄τις ισορροπημένες μ΄άρεσε αυτή η ανισόρροπη, μου δίνει λίγο σαν να πετάμε, κάπως όπως είμαστε εκείνη την ώρα που πίνουμε τον καφέ και κουβεντιάζουμε, σαν να είμαστε σε χαλί περσικό-μαγικό και πετάμε, σβίνννν, μια εκεί, μια εδώ, μια στα παλιά, μια στα μελλούμενα, μια στους πεθαμένους μας και μια σ΄αυτούς που έχουν πια πεθάνει απο τη ζωή μας, μια στα μέσα μας και μια στα έξω μας, στις δουλειές μας, στις μαμάδες μας, στα βιβλία μας (γουάου, that's the best part!), στα μπλουζάκια μας και στο σιδέρωμα που θέλουν...
Και βλέποντας το τσίζ κεικ φράουλα-όλα τα άλλα γλυκά όλων των άλλων Σαββάτων δυστυχώς δεν τα φωτογράφησα πριν τα φάμε-, βλέποντας το γλυκό λοιπόν, και τα δύο κουτάλια που μας περιμένουν, σκέφτηκα πόσο περίεργο είναι, πόσο όμορφο, να μοιράζεσαι εκτός απο το Σάββατό σου, εκτός απο τις σκέψεις και τις σαχλαμάρες σου, ένα γλυκό, απο το ίδιο πιάτο, με κάποιον που γνωρίζεις τόσο λίγο καιρό. Και πόσο πολύ όμορφο.

*μετά, πήγαμε στην έκθεση exlibris



* * * * * * *

17.1.09

ποτέ δεν τον επισκέφθηκε κανείς οικείος


…στο απαρχαιωμένο Φρενοκομείο Κερκύρας, για 13 έτη, 10 μήνες και 27 ημέρες.

…οι λόγοι του εγκλεισμού του ήταν «από τον γέλωτα άνευ λόγου, τους φόβους, την επιθετικότητα κατά του πατρός και των οικείων του, τις απόπειρες αυτοκτονίας», σημειώνοντας ότι «έπασχεν από ονειρώξεις συνεπεία των οποίων ήταν οι αυνανισμοί εξ αποτυχόντος έρωτος».


Ο Γιαννούλης Χαλεπάς, Σοφάκι, έζησε μια πολύ δύσκολη ζωή. Πιο πολύ καιρό ήταν μέσα σε τρελοκομεία, παρά έξω. Δεκατρία χρόνια στο φρενοκομείο Κέρκυρας, κι άλλα δεκατρία (και βάλε) στο φρενοκομείο του σπιτιού του, στην Τήνο, όπου η μαμά του κατέστρεφε ότι προσπαθούσε εκείνος να πλάσει με τα χέρια του, πεπεισμένη πως η τέχνη του ήταν που του προκαλούσε την τρέλα. Τι να πω? Μπορείς να πεις τι έχει μέσα στο μυαλό του ο άλλος? Μια μάννα? Δεν μπορεί, θα πονούσε κι εκείνη, με τον τρόπο της. Που να ξέρει πως έπρεπε να του φερθεί?
Πάντως, όπως μας παραδίδεται, «την ημέρα που πέθανε η μητέρα του, στεκόταν απαθής και αδιάφορος. Κατέβηκε στο υπόγειο, άρχισε να πλάθει τον πηλό και φέρεται να είπε στις ανιψιές του που μοιρολογούσαν: "Σωπάστε και εγώ θα πιάσω την τέχνη να δουλεύω"». Ήταν πια ελεύθερος. Και 65 χρονών.

Τι άλλον να σου γράψω για τη ζωή του? Ήταν γεννημένος στις 14 Αυγούστου του 1851. Διάβασε εδώ αν θέλεις, από όπου πήρα τα αποσπάσματα του ποστ, έχει κι ένα χρονολόγιο. Κι εδώ περισσότερα για τη ζωή του. Όσο για τα έργα του, θα τα δεις στο βιβλίο.

Τι του έφταιξε κι αρνήθηκε τη ζωή και την τέχνη; Ο ερευνητής Γ. Μπόλης αναφέρει όλα τα ενδεχόμενα. Απογοήτευση- δεν ήταν εύκολη η σταδιοδρομία ενός γλύπτη-, σύγκρουση με τον πατέρα του και τη μητέρα που του έσπαγε τα έργα, και ερωτική απογοήτευση.

Κι όταν θα έρθεις, να πάμε στο Πρώτο Νεκροταφείο, να δούμε την Κοιμωμένη του. Μόνο να προλάβουμε, γιατί διαβάζω πως καταστρέφεται, από ανθρώπους κι από τον καιρό.
Ο Χαλεπάς δίνει συνέντευξη σε δύο συνέχειες σε αθηναϊκή εφημερίδα για να δηλώσει στο πανελλήνιο ότι δεν υπήρξε ερωτευμένος με την κοιμωμένη Σοφία Αφεντάκη, δεν τη συνάντησε ποτέ στη ζωή του και ότι άλλη αγαπούσε: τη Μαριγώ. «Αυτά που κάνω σήμερα είναι πολύ πιο ωραία», προσέθετε. «Ο νέος Χαλεπάς ξεπέρασε τον παλιό».


* * * * * * *

15.1.09

οι δρόμοι, Σόφη, είναι νυχτερινοί


Οι δρόμοι, Σοφίτσα μου, είναι συνήθως νυχτερινοί. Αλλά είναι όμορφοι. Οι δρόμοι.
Όταν δεν είμαι καλά, θέλω να παίρνω τους δρόμους και να περπατώ. Αργά. Να κοιτάζω τα πεζοδρόμια και τα σπίτια. Τον Πάτρικ Λη Φέρμορ σκέφτομαι τότε (και τον Μπρους Τσάτουιν, το φίλο του, επίσης), που κίνησε με τα πόδια απο την Αγγλία κι έφτασε μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Είκοσι χρονών. Με τα πόδια. Χαζεύοντας τη φύση και τα χωριά, και κοιμώμενος όπου έβρισκε, ακόμα και σε χαντάκια στο πλάι του δρόμου. Χωρίς γκρίνιες, χωρίς φόβους, με τα μάτια ανοιχτά. Σαν να βλέπω και την καρδιά του μπροστά μου, ανοιχτή, ελαφριά, να πετάει μέσα του.

Τα ποιήματα, Σοφίτσα, και οι ιστορίες, ακόμα κι αυτές με βρυκόλακες, ακόμα κι αυτές που ο ήρωας πεθαίνει στο τέλος απο σύφιλη, κάνουν τη ζωή μας πιο όμορφη. Πως αλλιώς να το πώ? Πιο ενδιαφέρουσα, πιο πολύ να αξίζει τον κόπο.
Άραγε ξέρεις πόσο χαίρομαι που το ανακάλυψες?

* Για τη Σοφιούλα μου, που άμα είχα ένα μωρό, σαν τη Σοφιούλα θα ήτανε. Κι όταν μεγάλωνε, πάλι σαν τη Σοφιούλα θα ήτανε, με το χαμόγελό της, την δειλή τόλμη της, την καρδιά λιονταριού που κρύβεται πίσω απο την ευγένειά της.


* * * * * * *

11.1.09

συγκινήθηκα τώρα λίγο…


Θα αρχίσουμε να βαδίζουμε μπροστά.
Είναι ο τίτλος της ελληνικής γραμματικής μεταφρασμένης στα κινέζικα απο την...

μικροσκοπική κυρία Σιου Κάι... μιλάει άπταιστα ελληνικά…συνεχώς καθησύχαζε τους έλληνες ναυτικούς ότι όλα θα πάνε καλά…το Ναυτικό Νοσοκομείο ήταν «δεύτερο πανεπιστήμιο»… πριν από 40 χρόνια… διαβάζαμε μόνο έργα του Μάο μεταφρασμένα στο ελληνικά…Με ρωτούσαν τι να μου φέρουν από την Ελλάδα. Ζητούσα μόνο βιβλία…

Εδώ είναι ολόκληρο το άρθρο (το οποίο με συγκίνησε πολύ) απο όπου αντέγραψα τις παραπάνω φράσεις.

Η κυρία Σιου Κάι, καθηγήτρια σήμερα στο Πανεπιστήμιο Ξένων Γλωσσών του Λαικού Απελευθερωτικού Στρατού, στην πόλη Luoyang, βρέθηκε με εξάμηνη υποτροφία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, αλλά και στο Κερατσίνι!

Η φωτογραφία είναι απο εδώ.


* * * * * * *

3.1.09

du cane


Ένα υποστατικό που λεγόταν Mountains, σ ένα λόφο κοντά στο Maldon του Essex της Αγγλίας, ήταν το σπίτι της Λαίδης Du Cane και των δύο θυγατέρων της κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Ο κήπος τους ήταν υπέροχος, γεμάτος λουλούδια.
Στις αρχές του 20ου αιώνα, οι αδελφές Du Cane, η Florence (1869 - 1955) και η Ella (1874-1940), αντισυμβατικές ταξιδιώτισσες, η μια της γραφής και η άλλη της ζωγραφικής, ταξίδεψαν μακριά, ζωγραφίζοντας ότι έβλεπαν, και κρατώντας σημειώσεις. Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά από ταξιδιωτικά-εικονογραφημένα βιβλία.

  • Λουλούδια και Κήποι της Ιαπωνίας (1908)
  • Λουλούδια και οι κήποι της Madeira (1909)
  • Kανάρια Νησιά (1911)
Εκτός απο τα παραπάνω, που συνοδεύονται απο κείμενα της αδελφής της, η Ella εικονογράφησε επίσης τις Ιταλικές Λίμνες, τις Όχθες του Νείλου, και άλλα.

Το εντυπωσιακό για γυναίκες εκείνης της εποχής είναι, όχι τόσο ότι ταξιδεύουν πολύ μακριά, ούτε φυσικά το ότι γράφουν και ζωγραφίζουν, αλλά ο συνδυασμός όλων αυτών, και η έκδοση του αποτελέσματος σε βιβλίο!

Εδώ κι εδώ υπάρχουν σκαναρισμένα ολόκληρα, μερικά απο τα βιβλία τους.



* * * * * * *

2.1.09

What would you attempt to do if you knew you could not fail?


Σήμερα άνοιξα λογαριασμό σε μια κυρία γύρω στα 70, που δεν ήξερε να γράφει το όνομά της. Αρχικά προσπάθησε να το αντιγράψει βλέποντας την ταυτότητά της, αλλά δυσκολεύτηκε πολύ (με τα κεφαλαία). Μετά μου είπε πως μπορεί και το γράφει μόνο όταν η ανεψιά της το δίνει γραμμένο, οπότε το έγραψα σ΄ ένα χαρτί, χάρηκε, και το αντέγραψε προσεκτικά, ζωγραφίζοντας ένα-ένα τα γράμματα, αργά, τέσσερις φορές. Σαν να σας έβαλα τιμωρία, είπα, και γελάσαμε. Φεύγοντας κοίταζε το (παλιο)χαρτάκι που είχα γράψει το όνομά της, ντροπαλά. Να το πάρω αυτό; με ρώτησε. Και το πήρε μαζί της.
* * * * *
Στην φωτογραφία, η ωραιότερη βασιλόπιτα που έχω δει (και έχω φάει, επίσης), δώρο από πολύ-πολύ αγαπημένη μου φίλη!
* * * * *
What would you attempt to do if you knew you could not fail?
Ξεκινώ τη χρονιά με το παραπάνω καρφωμένο στο μυαλό μου-από τότε που το είδα, δε λέει να ξεκολλήσει.
(...μας προτρέπει να πάρουμε το ‘σπαθί’ μας, και να πολεμήσουμε για κάθε ένα από τα όνειρα μάς, καταρρίπτοντας την έννοια των ‘ορίων’ και του ΄παραλόγου’. Παράλογο είναι μόνο κάτι που είναι αντίθετο με αυτό που έχουμε ‘ορίσει’ εμείς ως λογικό. Ονειρευτείτε και αγωνιστείτε!!...)
Αντί για νιού γίαρς resolution.


* * * * * * *

27.12.08

διπλωμένα φτερά


«Κόντευα τότε να τελειώσω τις σπουδές μου και η γιαγιά είχε από καιρό περασμένα τα ογδόντα της. (...) Με τα χρόνια είχε απομείνει δυο κάτια μόνο. Η καμπουρούδα της, όπως την έλεγε πάντα, είχε στρογγυλέψει ακόμη πιο πολύ. Τα ζυγωματικά της, έντονα πάντα, είχανε τονιστεί ακόμη περισσότερο, και όσο της έφευγε η σάρκα από πάνω της, τόσο τα μάτια της έπαιρναν και μεγαλύτερη λάμψη. Είχε πάλι αρπάξει κάποια πούντα, μέσα σ' αυτό το σαράγι που ζούσε μόνη της και που, από χρόνο σε χρόνο, ρήμαζε όλο και πιο πολύ - τώρα κι αν έμπαζε από παντού! Είχε κρατήσει πάλι μπροστά στη φωτιά εκείνο το πισσωμένο πανί, τον μπλάστρη της, και περίμενε να μαλακώσει να το βάλω πάλι στην πλάτη της, όπως έκανα πάντα. Είχε ανασηκώσει λίγο το ρούχο της και περίμενε. Εγώ κάπως δίστασα· κι αυτή, χωρίς να με βλέπει, το είχε μαντέψει, ως φαίνεται. Τότε ήταν που μου είπε τα λόγια εκείνα "Εμένα ο Χριστός εν' αδελφός μου. Μην κοιτάς αυτή την καμπουρούδα μου εμένα. Εκεί εν' κρυμμένα και διπλωμένα τα φτερά μου. Όταν έρθει και η δική μου ώρα, μ' αυτά θα πετάξω να πάω στον ουρανό, κοντά στο Χριστό μου, ν' αναπάψω κι εγώ πια το κορμάκι μου. Μετάνοιες πολλές κι εκκλησιές πολλές εγώ δεν ήξερα. Εμένα μπορεί να με πείραξαν, άνθρωπο όμως στη ζωή μου δεν πείραξα, ούτε μερμήγκι».

* του Γιάννη Ατζακά, απο τις εκδόσεις Άγρα.


* * * * * * *